Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ανδρέας Λασκαράτος: Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα


Ανδρέας Λασκαράτος: Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα






FREE photo hosting by Fih.gr
Το ποίημα του Ανδρέα Λασκαράτου το πήρα από
το Ημερολόγιον Σκόκου, το τεύχος του 1911. Το δύσκολο έργο της πολυτονικής
πληκτρολόγησης το έφερε σε πέρας ο φίλος των σελίδων Αντώνης Ζερβός, που τον
ευχαριστώ θερμά και από εδώ. Παραθέτω το ποίημα σε δύο εκδοχές, μία «ως έχει»
στο περιοδικό και μία σε μονοτονικό και με εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας.
Διατηρώ τις λίγες υποσημειώσεις του περιοδικού, αν και σήμερα θα χρειάζονταν
περισσότερες. Δεν μπόρεσα να κάνω αντιπαραβολή με κάποια έντυπη έκδοση έργων
του Λασκαράτου, μόνο με την ανθολογία Λύρα Ελληνική. Έχω ένα ερωτηματικό για
το λειψό τέταρτο εξάστιχο της ενότητας Β’ (όπου τρεις στίχοι δηλώνονται με
τελείες).

Ανδρέας Λασκαράτος


ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΤΑΛΑΡΑ ΤΑ ΛΕΝΕ ΤΑΛΑΡΑ

Α’

ΟΝΤΙΣ ἔπλασε ὁ Θειὸς τὴν Οἰκουμένη,
τὸ Ληξοῦρι, καὶ τόσους ἄλλους τόπους,
εἶπε στὸ νοῦ του: Ἆ! τώρα δὲ μοῦ μένει
πάρι νὰ πλάσω, γέ μου, καὶ τσ᾽ ἀθρώπους».
Κ᾽ ἐκεῖ ποῦ κράταε τὸν Ἀδὰμ στερνόνε,
τοὖπε : «Σὺ νἆσαι, Ἀδάμ, τὸ ζῶ᾽ τῶ ζῶνε!

«Ἤγουν, νἆσαι καλύτερος ἀπ᾽ ὅλα,
νἄχῃς τὸ γάϊδαρο ἀπὸ κάτουθέ σου,
νὰ θρέφεσαι μπαρμποῦνι και τριόλα,
νἆνε ᾑ λαγκάδες ὅλες ἐδικές σου·
Οἰ σκύλοι ταπεινοὶ νά σε ὑπακοῦνε,
καὶ γιὰ σένανε ᾑ κόττες νὰ γεννοῦνε».

«Βάνω στὴν ἐξουσία σου τὰ σπανάκια,
ἄν θέλῃς νὰ τὰ κάνῃς τσιγαρίδι·
γιὰ σένανε φυτεύω ῥαπανάκια,
ἐσὺ νὰ τρὼς τὸ μῆλο καὶ τὸ ἀπίδι.
Ὅλα νὰν τἄχῃς χώρις νὰ κοπιάζῃς,
καὶ σ᾽ αγαπάω πολύ, γιατὶ μοῦ μοιάζεις»

«Σοῦ χτιῶ στὸ περιβόλι μου παλάτι
μ᾽ὅσα καλὰ ἡ θεία μου Πρόνοια δίνει·
καὶ νὰ τρὼς τὸ καλύτερο κομμάτι
χώρις νὰ σοῦ στοιχίζῃ ἕνα φαρδίνι.
Μὰ ἔτσι κῃόλα ζητῶ σου, κὺρ Ἀδάμ μου,
νὰ μὴ ᾽γγίξῃς ποτὲ τὰ τάλαρά μου !»

«Εἶν᾽ τὸ ξύλο τῆς γνώσεως τὰ χρήματα,
κι᾽ ὅποιος τἄχει, ἔχει γνῶσι, εἶν᾽ προκομμένος,
ὤμορφος, ἔχει χίλια προτερήματα,
εἶνε ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο ᾽παινεμένος,
παντοῦ επιθυμητός... μὰ εἶν᾽ καὶ φαρμάκι
ποῦ κάνουν τὴν ψυχὴ πηλὸ ὀχ τ᾽ αὐλάκι».

«Μὴν τὰ ᾽γγίξτε, γιατὶ θὲ νὰ γνωρίσετε
τὸ βουλιασμὸ τῆς ἀθωότητός σας,
καὶ πλέον δὲ θὰ μπορέσετε νὰ ζήσετε
εὐτυχισμένοι στὸν παράδεισο σας.
Τἄφτειασ᾽ ὁ Διάολος, κ᾽ εἶνε διαολεμένα.
Ἄστε τα ἐκεῖ. Τοῦ τἄχω ἀμαχεμενα»1.

Β’

Ἕνα ὤμορφο καὶ πλούσιο περιβόλι
εἶχε τότες ὁ Θειὸς εἰς τὴν Ἀσία,
καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐμπαίνουνε οἱ διαόλοι
νὰ κάνουνε στὰ λάχανα ζημία,
μέσ᾽ ᾽ς τσὴ φράχτες ἐκεῖ τσὴ καλαμένιες
εἶχε στημένες τσάκες σιδερένιες.

Μά, καθὼς ὡς καὶ τώρα συνεβαίνει,
ἐκεῖ ποῦ στηοῦμε τσάκες γιὰ ποντίκια,
ποῦ πιάνεται ἕνα, κι᾽ ἄλλο πάλε ᾽μπαίνει,
γιατὶ ᾽μποδιέται ἠ τσάκα στὰ χαλίκια -
ἔτσι καὶ τότε, ἐμπαίνανε οἱ διαόλοι
κι᾽ ἀφανίζανε τὸ μαῦρο περιβόλι.

Μιὰ ᾽μέρα ποῦ ὁ Ἀδὰμ κ᾽ ἡ ἀρχόντισσά του
ἐμετρηόντανε ποιός εἶνε ψηλότερος,
στὰ πόδια ὀρθοί, σὲ μιὰ μηλιὰ ἀποκάτου,
καὶ καθένας τους ἤτανε εὐθυμότερος
εἰς τὴν εὐτυχισμένη μοναξιά τους —
νά! κ᾽ ἕνας Διαολάκης ὀμπροστά τους !

—«Ἀδέλφια, λέει, καλῶς τὰ κουβεντιάζετε!
ὤ, εὐτυχισμένοι ποῦ εἴστεν᾽ εδῶ - πέρα
σὲ τόσες ηδονές! Μὰ δὲ δουλιάζετε . . . . . . . . »
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἐκάκιωσε τ᾽ ἀντρόϋνο κ᾽ ἐσκληρήθηκε
γιὰ τοῦ Διαόλου τὴν ἄταχτη πράξη·
κι᾽ ὅλη κόκκινη ἡ Εὔα τοῦ ἀπεκρίθηκε:
—«Γαϊδαράτσε, ποιός σὤδειξε τὴ τάξη
νὰ μπαίνεις δίχως ἄδεια κοῦτρα-κοῦτρα;
Μ᾽ ἔνα παποῦτσι σὤπρεπε στὰ μοῦτρα!»

—«Συμπάθειο, λέει ὁ Διάολος, Κυρά μου,
γιατὶ δὲν ἦλθα μὲ κακὸ σκοπό . . .
Διαβάτης εἶμαι· πηαίνω στὴ δουλειά μου
καὶ βαστάω πραμματεῖες καὶ πουλῶ».
Μόνε σὰν ἄκουσ᾽ ἡ Εὔα πραμματεῖες,
τὤκαμε μιὰ χιλιάδα εὐχαριστίες.

Εἶνε ἀλαφρά, λιγόμυαλη ἡ γυναῖκα,
καὶ πολὺ τῆς ἀρέσουν τὰ στολίδια,
καὶ μόλις ἀπὸ χίλιες ᾽βρίσκεις δέκα
νὰ μὴν ἔχουν τοῦ ἀντρός τους ἀντικλείδια,
νὰ παίρνουν ὤμορφάμορφα παράδες,
νὰ τσὴ ᾽ξοδεύουνε ᾽ς τσὴ πραμματευτάδες.

Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ παίρνω στὴν ψυχή μου
πῶς ἡ Εὔα εἶχε ἀντικλεῖδι κ᾽ ἐτρυπούλευε2.
Τὸ λέν᾽ οἱ ἱστορικοί μας, ἀκροατή μου,
καὶ λένε πῶς ὁ Διάολος τὴ συβούλευε,
καὶ πῶς μετατρεμμένος εἰς σὲ φεῖδι
τῆς ἐπῆγε μιὰ ᾽μέρα τὸ ἀντικλεῖδι.

Βέβαια ποῦ ἔπειτ᾽ ἀπὸ τόσους αἰῶνες
ὁποῦ ἐφτειάστηκε ὁ Κόσμος, δὲ μπορεῖ
νὰ γνωρίζουμε ἄν εἶνε ἀπατεῶνες
ἤ ἄν λένε τὴν ἀλήθεια οἱ Ἱστορικοί.
Μ᾽ ἀπὸ τὴς τωρινὲς γυναῖκες κρίνει
κανείς, ὀμπρὸς - ὀπίσω καὶ γιὰ κείνη.

Ὡς τόσο ὁ Διάολος ἄνοιξε τσὴ κόφφες
κ᾽ ἔβγαινε ὅσα στολίζουν τσὴ Κυράδες —
μεταξωτά, μπατίστες, κρεπά, στόφφες,
βελέτες, μπλόντες, ὀμπρελέτες, μποάδες . . .
Κ᾽ ἡ Εὔα ποῦ τἄβλεπε, ἔτρεμε ἡ καρδιά της,
καὶ ᾽σα Χριστὲ της3 νἆνε ὅλα ᾽δικά της!

Σὲ μι᾽ ἄλλη κόφφα εἶχε ὤμορφα διαμάντια,
πουλιὸ ὤμορφα, δεμένα στο Παρίσι,
καὶ χωριστὰ σ᾽ ἄλλο κουτί μπριλλάντια
κυματερὰ σὰν τὸ νερὸ στὴ βρύση.
Κ᾽ ἡ Εὔα, ὅντις τἄειδε, σκούζει: «Ὤ, γέ! τὰ θέλω!
τὰ θέλω, μόνε πλήρωνε, Ἀδαμιέλο!»

Ὁ Διάολος, ὡς κ᾽ ἐκειὸς τὸν ᾽παρακίνα·
κι᾽ ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶχε, κ᾽ ἐσφιγγε τσὴ πλάτες.
Μὰ ἡ Εὔα κλαίοντας τὤλεγε: «Μ᾽ εὐκεῖνα
μὲ περνᾷς πάντα! Πρόφασες μονάτες.
Πάρε τα, Ἀδάμ μου . . . πάρε τα μπιστιοῦ . . .4
Τὸν Ἄγουστο5 πλερώνεις . . . μιοῦ . . . μιοῦ . . . μιοῦ . . .

Τὰ δάκρυα ἐκειὰ τῆς Εὔας ἐσουρώνανε6
μέσ᾽ στὴν καρδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὸν ἀνοίγανε·
ποῦ, ζαχαροφτιασμένος, τὸν ἐλυώνανε,
τὸν ἐστενοχωρούσανε, τὸν ᾽πνίγανε.
Καὶ λέει: «Κακὸ ποῦ μοὖρτε τοῦ φτωχοῦ!
Ἂς γένῃ, γὲ μου, ἐτοῦτο τὸ ᾽μπιστιοῦ».

Τὸ ᾽μπιστιοῦ ἔγινε κῃόλες, κ᾽ ἐμετρήθηκε
καὶ τοῦτο μεταξὺ στὰ εφτὰ μυστήρια,
γιατὶ απὸ τὴν ἡμέρα ποῦ τὸ ἐντύθηκε,
ἄκουε ᾽πίσω θ᾽ ὁ Ἀδὰμ κλαμπανιστήρια,
σὰν τοῦ σκύλου, ὅντις τὤχουν τὰ παιδιὰ
λάτινο ἀγγειὸ δεμένο στὴν ὀρά.


Γ’

Μὰ ἦλθε κι᾽ ὁ Ἀγουστος, ποὔταν᾽ ἡ διορία,
κ᾽ ἦλθε κι᾽ ὁ Διάολος στὸν Ἀδὰμ μαζί του.
Μὰ ὁ Ἄγουστος σὲ μεγάλη δυστυχία,
κι᾽ ὁ Διάολος ζητάει τὴν πληρωμή του.
Γιὰ πρώτη φορὰ τότε ἐκειὸς ὁ Διάολος
ἐφάνηκε τοῦ Αδὰμ αἰσθητὸς Διάολος.

Κράζει τὴν Εὔα κι᾽ ἀρχινάει τὴ γκρίνα·
κ᾽ ἐγκρίνιαζε τ᾽ ἀντρόϋνο ἀνάμεσό του
κ᾽ ἐτρωγότουν᾽ πουλιὸ πάρι ἕνα μῆνα —
ὅντις διαλέει καιρὸ γιὰ τὸ σκοπό του
ὁ Διάολος, κι᾽ ἀλλάζοντας μορφή,
ἦλθε κ᾽ ηὗρε τὴν Εὔα μοναχή.

— «Εὔα μου, λέει, σὲ βλέπω πικραμένη,
και με λυπάει πολύ, ποῦ ὁ Θεὸς τὸ ξέρει,
γιατὶ ὡς κ᾽ εσύ ᾽σαι καλομαθημένη
κ᾽ ἤθελες πάντα τάλαρα στὸ χέρι.
Μὰ ὑπομονή, Κυρά μου, καὶ ᾽θυμήσου
πῶς εἰς τὴ χρεία δὲν εἶσαι μοναχή σου».

«Εἶν᾽ τόσοι ποῦ περσσότερο ἀπὸ σὲ
ἔχουνε χρεία στὸν κόσμο γιά ᾽να – γι᾽ ἄλλο,
καὶ ποῦ οὔτε σ᾽ ὄνειρο εἴδανε ποτὲ
τὸ πλοῦτι τὸ δικό σας τὸ μεγάλο.
Μὰ ὁ ἄντρας σου δὲ θέλει νὰ ᾽ξοδέῃ . . .
Κάνει καλά . . . εἶνε φρόνιμος . . . σωρεύει . . .

—«Πλοῦτι! λέ᾽ ἡ Εὔα· ὄξω κι᾽ ἄ μοῦ λὲς
γιὰ ᾽κειὰ ποῦ ὁ Θειὸς βασταίνει κλειδωμένα,
Μὰ ἐκεῖνα εἶνε ᾽δικά του». — «Μπᾶ! ᾽ντροπές!
ὁ Διάολος λέει, «ἐκεῖνα εἶνε γιὰ σένα·
οὔτε ὁ Θειὸς εἶπε διαφορετικά,
μόνε τὸν καταλάβετε κακά».

«Ὁ Θειὸς δὲν ἔχει χρειὰ γιὰ παράδες,
κ᾽ εἴστενε σ᾽ ἕνα σφάλμα μεγαλώτατο,
μόνε ἄ θέλῃς νὰ ἐβγῇς ὀχ τσοὺ μπελλιάδες,
εἶνε τὸ μέσος, Εὔα μου, εὐκολώτατο.
Νά! τὸ κλειδί! Τρέχα, ἔπαρε ὅλα ᾽κεῖνα
ποῦ σοῦ χρειάζουνται, νὰ πάψῃ ἡ γκρίνα».


Δ’

Κ᾽ έτσι ἐκλεφτήκαν᾽ τοῦ Θεοῦ οἱ παράδες,
κ᾽ ἡ Εὔα κάνει τὴν πρώτη ἁμαρτία,
δὲ θυμῶμαι σὲ πόσες ᾽κατοστάδες.
Καὶ τὸ δέχτηκι᾽ ὁ Ἀδάμ, γιατ᾽ εἶχε χρεία.
Μὰ ἕνα ἔργο τόσο ἀχρεῖο καὶ κακόποιο
ὁ Θειὸς τὸ ἐκύττα μὲ τὸ τελεσκόπιο.

Σημαίνει μὲ θυμὸ τὸ καμπανέλι,
κ᾽ ἔρχουνται εὐθὺς εμπρὸς ξεσκουφωμένοι
Μικέλης καὶ Γαβρίλης, δυὸ Ἀγγέλοι,
ποὖνε στὸν Οὐρανὸ συνειθισμένοι
νὰ κάνουνε μὲ τέσσερα πηδήματα
τὰ πουλιὸ μακρυνώτερα θελήματα.

—«Φέρτε, λέει, τὸ Διάολο, Ἄγγελοι μου . . .
Μὰ ὄχι, ὄχι· ἀφήσετε καὶ πααίνω ἐγὼ
ἔπειτα, να τοῦ δείξω τὴν ὀργή μου!
Κι᾽ ὡςτόσο, μιὰ φορὰ κ᾽ εἴστεν᾽ ἐδῶ,
προβατεῖτε νὰ ἰδῆτε μιὰ δουλειά,
γιὰ νὰ σᾶς βάλω καταμαρτυριά» 7.

Τοὺς φέρνει καὶ τοὺς δυὸ στὸ περιβόλι,
καὶ φθάνοντας ὀμπρὸς στοῦ Ἀδὰμ τὰ σπίτι,
φωνάζει δυνατὰ καὶ βγαίνουν ὅλοι.
Καὶ πιάνει τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὴ μύτη:
—«Ἐδῶθε, λέει, σὲ σέρνει τὸ βελέσι·
Γάϊδαρε! Μασκαρᾶ! Ἔτσι σ᾽ ἀρέσει!»

«Καὶ σύ, Εὔα, εἶν᾽ τοῦτες ὤμορφες δουλειές;
Ἔτσι ᾑ γυναῖκες κάνουνε Ἅη Γιάννη;8
Μά, μὰ τὴ Δραπανιώτισσα, μωρές,
θὲ νὰ σᾶς διώξω ᾽δῶθε. Ἂς εἶνε . . . — φτάνει».
Τἄχασε ἡ Εὔα, ἐσβύστηκε, ἐσκοτίστηκε,
κι᾽ ὄχ τὴ πολλὴ τρομάρα ἐκατουρήστηκε.

Ὡς τόσο, ὁ Διάολος ἤτανε φευγᾶτος,
κ᾽ ἐπήαινε τραγουδῶντας τά - λά - ρά.
κι᾽ ὁ Ἅδης ἀνάβλυαζε, χαρὰ γιομᾶτος,
κ᾽ ἐτραγούδα ὅλη μέρα: τά- λά- ρά!
Κι᾽ ἀπὸ ᾽κειὸ τὸ τραγοῦδι τά, λά, ρά,
εἶπαν τοῦ εγκλήματος τὸ σῶμα: Τάλαρα!
† ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

[ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ φράσεων καὶ ἰδιωτισμῶν τοῦ ποιήματος: 1) «Τοῦ τἄχω ἀμαχεμένα» = μεσεγγυημένα. — 2) «Ἐτρυπούλευε» = ἐσούφρωνε, ἔκλεπτε. Λέξις ἐπιχωριάζονσα εἰς Κεφαλληνίαν.— 3) «Σά Χριστέ της» = φράσις ἐκφράζουσα διακαῆν ἐπιθυμίαν.— 4) «Μπιστιοῦ = ἐπὶ πιστώσει. — 5) Διότι τὸν Αὔγουστον πωλεῖται ἡ σταφίς, εἰσρέει χρῆμα καὶ οἱ χωρικοὶ πληρώνονν τὰ χρέη των.— 6) «Σουρώνανε» = κατεβαίνανε.— 7) «Καταμαρτυριὰ» = νὰ σᾶς βάνω μάρτυρας. — 8) «Κάνω Ἅη-Γιάννη:» φράσις ἐν Κεφαλληνίᾳ σημαίνουσα κλέπτω].

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΤΑΛΑΡΑ ΤΑ ΛΕΝΕ ΤΑΛΑΡΑ

Α’

ΟΝΤΙΣ έπλασε ο Θειός την Οικουμένη,
το Ληξούρι, και τόσους άλλους τόπους,
είπε στο νου του: Ά! τώρα δε μου μένει
πάρι να πλάσω, γε μου, και τσ᾽ αθρώπους».
Κι εκεί που κράταε τον Αδάμ στερνόνε,
του᾽ πε : «Συ να᾽ σαι, Αδάμ, το ζώ᾽ τω ζώνε!

«Ήγουν, να᾽ σαι καλύτερος απ᾽ όλα,
να᾽ χεις το γάιδαρο από κάτουθέ σου,
να θρέφεσαι μπαρμπούνι και τριόλα,
να᾽ ναι οι λαγκάδες όλες εδικές σου·
Οι σκύλοι ταπεινοί να σε υπακούνε,
και για σένανε οι κότες να γεννούνε».

«Βάνω στην εξουσία σου τα σπανάκια,
αν θέλεις να τα κάνεις τσιγαρίδι·
για σένανε φυτεύω ραπανάκια,
εσύ να τρως το μήλο και το απίδι.
Όλα ναν τα᾽ χεις χώρις να κοπιάζεις,
και σ᾽ αγαπάω πολύ, γιατί μου μοιάζεις»

«Σου χτιώ στο περιβόλι μου παλάτι
μ᾽ όσα καλά η θεία μου Πρόνοια δίνει·
και να τρως το καλύτερο κομμάτι
χώρις να σου στοιχίζει ένα φαρδίνι.
Μα έτσι κιόλα ζητώ σου, κυρ Αδάμ μου,
να μη ᾽γγίξεις ποτέ τα τάλαρά μου !»

«Είν᾽ το ξύλο της γνώσεως τα χρήματα,
κι όποιος τα᾽ χει, έχει γνώσι, είν᾽ προκομμένος,
όμορφος, έχει χίλια προτερήματα,
είναι απ᾽ όλον τον κόσμο παινεμένος,
παντού επιθυμητός... μα είν᾽ και φαρμάκι
που κάνουν την ψυχή πηλό οχ τ᾽ αυλάκι».

«Μην τ᾽ αγγίξτε, γιατί θε να γνωρίσετε
το βουλιασμό της αθωότητός σας,
και πλέον δε θα μπορέσετε να ζήσετε
ευτυχισμένοι στον παράδεισό σας.
Τα᾽ φτιασ᾽ ο Διάολος, κι είναι διαολεμένα.
Άστε τα εκεί. Του τα᾽ χω αμαχεμενα»1.

Β’

Ένα όμορφο και πλούσιο περιβόλι
είχε τότες ο Θειος εις την Ασία,
και για να μην εμπαίνουνε οι διαόλοι
να κάνουνε στα λάχανα ζημία,
μες στσι φράχτες εκεί τσι καλαμένιες
είχε στημένες τσάκες σιδερένιες.

Μα, καθώς ως και τώρα συνεβαίνει,
εκεί που στηούμε τσάκες για ποντίκια,
που πιάνεται ένα, κι άλλο πάλε μπαίνει,
γιατί μποδιέται η τσάκα στα χαλίκια –
έτσι και τότε, εμπαίνανε οι διαόλοι
κι αφανίζανε το μαύρο περιβόλι.

Μια μέρα που ο Αδάμ κι η αρχόντισσά του
εμετριόντανε ποιός είναι ψηλότερος,
στα πόδια ορθοί, σε μια μηλιά αποκάτου,
και καθένας τους ήτανε ευθυμότερος
εις την ευτυχισμένη μοναξιά τους —
να! κι ένας Διαολάκης ομπροστά τους !

—«Αδέλφια, λέει, καλώς τα κουβεντιάζετε!
ω, ευτυχισμένοι που είστεν᾽ εδώ - πέρα
σε τόσες ηδονές! Μα δε δουλιάζετε . . . . . . . . »
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εκάκιωσε τ᾽ αντρόυνο κι εσκληρήθηκε
για του Διαόλου την άταχτη πράξη·
κι όλη κόκκινη η Εύα του απεκρίθηκε:
—«Γαϊδαράτσε, ποιός σώδειξε την τάξη
να μπαίνεις δίχως άδεια κούτρα-κούτρα;
Μ᾽ ένα παπούτσι σώπρεπε στα μούτρα!»

—«Συμπάθειο, λέει ο Διάολος, Κυρά μου,
γιατί δεν ήλθα με κακό σκοπό . . .
Διαβάτης είμαι· πηαίνω στη δουλειά μου
και βαστάω πραματείες και πουλώ».
Μόνε σαν άκουσ᾽ η Εύα πραματείες,
τώκαμε μια χιλιάδα ευχαριστίες.

Είναι αλαφρά, λιγόμυαλη η γυναίκα,
και πολύ τής αρέσουν τα στολίδια,
και μόλις από χίλιες βρίσκεις δέκα
να μην έχουν του αντρός τους αντικλείδια,
να παίρνουν ομορφάμορφα παράδες,
να τσι ξοδεύουνε στσι πραματευτάδες.

Εγώ όμως δεν το παίρνω στην ψυχή μου
πώς η Εύα είχε αντικλείδι κι ετρυπούλευε2.
Το λέν᾽ οι ιστορικοί μας, ακροατή μου,
και λένε πως ο Διάολος τη συβούλευε,
και πως μετατρεμμένος εις σε φίδι
της επήγε μια μέρα το αντικλείδι.

Βέβαια που έπειτ᾽ από τόσους αιώνες
οπού εφτιάστηκε ο Κόσμος, δε μπορεί
να γνωρίζουμε αν είναι απατεώνες
ή αν λένε την αλήθεια οι Ιστορικοί.
Μ᾽ από τις τωρινές γυναίκες κρίνει
κανείς, ομπρός - οπίσω και για κείνη.

Ως τόσο ο Διάολος άνοιξε τσι κόφφες
κι έβγαινε όσα στολίζουν τσι Κυράδες —
μεταξωτά, μπατίστες, κρεπά, στόφες,
βελέτες, μπλόντες, ομπρελέτες, μποάδες . . .
Κι η Εύα που τα ᾽βλεπε, έτρεμε η καρδιά της,
και σα Χριστέ της3 να ᾽ναι όλα δικά της!

Σε μι᾽ άλλη κόφα είχε όμορφα διαμάντια,
πουλιό όμορφα, δεμένα στο Παρίσι,
και χωριστά σ᾽ άλλο κουτί μπριλάντια
κυματερά σαν το νερό στη βρύση.
Κι η Εύα, όντις τάειδε, σκούζει: «Ω, γε! τα θέλω!
τα θέλω, μόνε πλήρωνε, Αδαμιέλο!»

Ο Διάολος, ως κι εκειός τον παρακίνα·
κι ο Αδάμ δεν είχε, κι έσφιγγε τσι πλάτες.
Μα η Εύα κλαίοντας τώλεγε: «Μ᾽ ευκείνα
με περνάς πάντα! Πρόφασες μονάτες.
Πάρε τα, Αδάμ μου . . . πάρε τα μπιστιού . . .4
Τον Άγουστο5 πλερώνεις . . . μιού . . . μιού . . . μιού . . .

Τα δάκρυα εκειά της Εύας εσουρώνανε6
μες στην καρδιά του Αδάμ και τον ανοίγανε·
που, ζαχαροφτιασμένος, τον ελυώνανε,
τον εστενοχωρούσανε, τον πνίγανε.
Και λέει: «Κακό που μου᾽ ρτε του φτωχού!
Ας γένει, γε μου, ετούτο το μπιστιού».

Το μπιστιού έγινε κιόλες, κι εμετρήθηκε
και τούτο μεταξύ στα εφτά μυστήρια,
γιατί από την ημέρα που το εντύθηκε,
άκουε πίσωθ᾽ ο Αδάμ κλαμπανιστήρια,
σαν του σκύλου, όντις τώχουν τα παιδιά
λάτινο αγγειό δεμένο στην ορά.


Γ’

Μα ήλθε κι ο Άγουστος, που᾽ ταν η διορία,
κι ήλθε κι ο Διάολος στον Αδάμ μαζί του.
Μα ο Άγουστος σε μεγάλη δυστυχία,
κι ο Διάολος ζητάει την πληρωμή του.
Για πρώτη φορά τότε εκειός ο Διάολος
εφάνηκε του Αδάμ αισθητός Διάολος.

Κράζει την Εύα κι αρχινάει τη γκρίνα·
κι εγκρίνιαζε τ᾽ αντρόυνο ανάμεσό του
κι ετρωγότουν πουλιό πάρι ένα μήνα —
όντις διαλέει καιρό για το σκοπό του
ο Διάολος, κι αλλάζοντας μορφή,
ήλθε κι ηύρε την Εύα μοναχή.

— «Εύα μου, λέει, σε βλέπω πικραμένη,
και με λυπάει πολύ, που ο Θεός το ξέρει,
γιατί ως κι εσύ ᾽σαι καλομαθημένη
κι ήθελες πάντα τάλαρα στο χέρι.
Μα υπομονή, Κυρά μου, και θυμήσου
πως εις τη χρεία δεν είσαι μοναχή σου».

«Είν᾽ τόσοι που περσότερο από σε
έχουνε χρεία στον κόσμο για ᾽να – γι᾽ άλλο,
και που ούτε σ᾽ όνειρο είδανε ποτέ
το πλούτι το δικό σας το μεγάλο.
Μα ο άντρας σου δε θέλει να ξοδέει . . .
Κάνει καλά . . . είναι φρόνιμος . . . σωρεύει . . .

—«Πλούτι! λέ᾽ η Εύα· όξω κι α μου λες
για ᾽κειά που ο Θειός βασταίνει κλειδωμένα,
Μα εκείνα είναι δικά του». — «Μπα! ντροπές!
ο Διάολος λέει, «εκείνα είναι για σένα·
ούτε ο Θειος είπε διαφορετικά,
μόνε τον καταλάβετε κακά».

«Ο Θειός δεν έχει χρειά για παράδες,
κι είστενε σ᾽ ένα σφάλμα μεγαλότατο,
μόνε α θέλεις να εβγείς οχ τσου μπελιάδες,
είναι το μέσος, Εύα μου, ευκολότατο.
Να! το κλειδί! Τρέχα, έπαρε όλα κείνα
που σου χρειάζουνται, να πάψει η γκρίνα».


Δ’

Κι έτσι εκλεφτήκαν του Θεού οι παράδες,
κι η Εύα κάνει την πρώτη αμαρτία,
δε θυμώμαι σε πόσες κατοστάδες.
Και το δέχτηκι᾽ ο Αδάμ, γιατ᾽ είχε χρεία.
Μα ένα έργο τόσο αχρείο και κακόποιο
ο Θειός το εκοίτα με το τελεσκόπιο.

Σημαίνει με θυμό το καμπανέλι,
κι έρχουνται ευθὺς εμπρός ξεσκουφωμένοι
Μικέλης και Γαβρίλης, δυο Αγγέλοι,
που᾽ ναι στον Ουρανό συνηθισμένοι
να κάνουνε με τέσσερα πηδήματα
τα πουλιό μακρυνότερα θελήματα.

—«Φέρτε, λέει, το Διάολο, Άγγελοί μου . . .
Μα όχι, όχι· αφήσετε και πααίνω εγώ
έπειτα, να του δείξω την οργή μου!
Κι ωστόσο, μια φορά κι είστεν᾽ εδώ,
προβατείτε να ιδείτε μια δουλειά,
για να σας βάλω καταμαρτυριά» 7.

Τους φέρνει και τους δυο στο περιβόλι,
και φθάνοντας ομπρός στου Αδάμ το σπίτι,
φωνάζει δυνατά και βγαίνουν όλοι.
Και πιάνει τον Αδάμ από τη μύτη:
—«Εδώθε, λέει, σε σέρνει το βελέσι·
Γάιδαρε! Μασκαρά! Έτσι σ᾽ αρέσει!»

«Και συ, Εύα, είν᾽ τούτες όμορφες δουλειές;
Έτσι οι γυναίκες κάνουνε Άη Γιάννη;8
Μα, μα τὴ Δραπανιώτισσα, μωρές,
θε να σας διώξω δώθε. Ας είναι . . . — φτάνει».
Τα᾽ χασε η Εύα, εσβήστηκε, εσκοτίστηκε,
κι᾽ οχ την πολλή τρομάρα εκατουρήστηκε.

Ως τόσο, ο Διάολος ήτανε φευγάτος,
κι επήαινε τραγουδώντας τα - λα - ρα.
κι ο Άδης ανάβλυαζε, χαρά γιομάτος,
κι ετραγούδα όλη μέρα: τα- λα- ρα!
Κι από ᾽κειό το τραγούδι τα, λα, ρα,
είπαν του εγκλήματος το σώμα: Τάλαρα!
† ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

[ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ φράσεων και ιδιωτισμών του ποιήματος: 1) «Του τα᾽ χω αμαχεμένα» = μεσεγγυημένα. — 2) «Ετρυπούλευε» = εσούφρωνε, έκλεπτε. Λέξις επιχωριάζουσα εις Κεφαλληνίαν.— 3) «Σα Χριστέ της» = φράσις εκφράζουσα διακαή επιθυμίαν.— 4) «Μπιστιού» = επί πιστώσει. — 5) Διότι τον Αύγουστον πωλείται η σταφίς, εισρέει χρήμα και οι χωρικοί πληρώνουν τα χρέη των.— 6) «Σουρώνανε» = κατεβαίνανε.— 7) «Καταμαρτυριά» = να σας βάνω μάρτυρας. — 8) «Κάνω Άη-Γιάννη:» φράσις εν Κεφαλληνίᾳ σημαίνουσα κλέπτω].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου