Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΝΙΚΟΣ Ι. ΠΑΝΟΣ: ΡΕΝΤΖΑΙΟΙ: «ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ»


ΝΙΚΟΣ Ι. ΠΑΝΟΣ: ΡΕΝΤΖΑΙΟΙ: «ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ»

Παραμονές της Πρωτοχρονιάς βρεθήκαμε στα Γιάννενα. Τα Γιάννενα, παρά τις «αισθητικές παρεμβάσεις» των νέων αρχόντων τους, παραμένουν «η πόλη των φαντασμάτων» όπως εύστοχα χαρακτηρίζει την Θεσσαλονίκη ο Mark Mazower στο πρόσφατο βιβλίο του. Τα Γιάννενα, ήταν μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους η ηπειρωτική Θεσσαλονίκη. Tο τζαμί, στο λόφο της λίμνης, τα Οθωμανικά κτίρια του Αλή Πασά, η Εβραϊκή Συναγωγή μαζί με το γλυπτό μνήμης των θυμάτων του Ναζισμού Γιαννιωτών Εβραίων, αλλά και τα κτίρια-ιδρύματα των «Εθνικών Ευεργετών» που βέβαια προορίζονταν για τους όλους τους κατοίκους της περιοχής ανεξαρτήτως εθνικότητας, «υποτάσσουν» στην ιστορική μας συνείδηση τα γιαπίστικα έργα και την συνολική αξία τους.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΑΤΣΑΓΑΝΗΣ

Έκδοση του ίδιου του συγγραφέα, Φιλιππιάδα 2006

Σελίδες 448


Τρώγοντας το βράδυ «πέσαμε» ή βρέθηκε μπροστά μας «ο γνωστός ποινικολόγος» και κάτοχος λοιπών «αξιωμάτων», στην απολιφαδική φάση της μεταπολιτευτικής μας δημοκρατίας, κ.κ. Κούγιας. Ο εν λόγω τυγχάνει πρόεδρος της ΠΑΕ ΠΑΣ Γιάννενα αφού περιήλθε τις προεδρείες πολλών άλλων ΠΑΕ. Με δυο άλλους «παράγοντες» διάλεγαν νέους ποδοσφαιριστές, στην πλειοψηφία τους από την Αφρική ή την Λατινική Αμερική, από τα δείγματα των ημεδαπών μαναντζεραίων –δουλεμπόρων. Οι αναγνώστες πρέπει να γνωρίζει ότι το «ελληνικό παράδοξο» μέσω της «λαϊκής» μούσας έχει ονομάσει τον ΠΑΣ Γιάννενα «Άγιαξ της Ηπείρου» με «ηπειρώτικα λιοντάρια», από το τέλος της δεκαετίας του 70 νομίζω, που είχε έντεκα Αργεντίνους στην… ενδεκάδα του. Εν πάση περιπτώσει σε αυτά τα ζοφερά άτυχα-τυχαία είδα στις προθήκες του απέναντι βιβλιοπωλείου ένα βιβλίο που μου τράβηξε την προσοχή και την ελπίδα ότι κάτι ενδιαφέρον θα περιείχε. Έσπευσα αμέσως να το αγοράσω. Ο συγγραφέας Νίκος Ι. Πάνος, συνώνυμος ίσως και συντοπίτης του μακαρίτη μυθιστοριογράφου Πάνου με την «Ρέμιγκτον», είναι άγνωστος σε μένα και στο ευρύ κοινό αφού το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο του. Ο Νίκος Πάνος είναι «ληστής» που μπήκε στο χώρο των ιστορικών βιβλίων αφ' ενός γιατί γεννήθηκε στο ίδιο χωριό με τους Ρεντζαίους και αφ' ετέρου γιατί, όπως γράφει ο ίδιος, με το ζόρι τελείωσε το δημοτικό. Τον «συνεπήρε η λάμψη της ηλεκτροκόλλησης» και δούλεψε στη Siemens, στου Σαρακάκη, στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά και σε ηλικία δέκα οχτώ χρονών άνοιξε δικό του συνεργείο στη Φιλιππιάδα. Μάλιστα πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για «υδραυλική πρέσσα κατασκευής παραδοσιακών κιγκλιδωμάτων διαφορετικών μορφών». Παρά το ότι εγκατέλειψε αμέσως το Γυμνάσιο του «άρεσε το διάβασμα, και τα πρώτα βιβλία που διάβασε ήταν ο Κόμης Μοντεχρήστος, η Γέφυρα των Στεναγμών και ακολούθησαν βιβλία του Λουντέμη και Καζανζάκη». Αναμίχθηκε στο συνδικαλιστικό κίνημα της περιοχής και σήμερα ο Νίκος Πάνος είναι ιδιοκτήτης-οδηγός λεωφορείου στο ΚΤΕΛ Πρέβεζας. Το βιβλίο του Νίκου Πάνου είναι αποτέλεσμα της αγωνίας του να ερμηνεύσει με τον τρόπο του την ιστορική και κοινωνική εξέλιξη της περιοχής του παρωθούμενος ίσως από την αμείωτη συμπάθεια ημών των από αγροτικές οικογένειες καταγομένων, προς τους θρυλικούς ληστές που έζησαν και έδρασαν στην Στερεά Ελλάδα, Ήπειρο, Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία, μετά την επανάσταση του 1821 μέχρι την ίδρυση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Στην ιστορική μνήμη των αγροτικών πληθυσμών οι ληστές ήταν οι τιμωροί των πλουσίων. Είναι γνωστό ότι οι πρώτοι μετεπαναστατικοί ληστές ήταν αποδοπομπιαίοι καπετάνιοι που δεν πήραν τίποτα από τους «καλαμαράδες» που οικειοποιήθηκαν εξ αρχής τον πλούτο του νεοελληνικού μορφώματος. Ας θυμηθούμε επίσης ότι ο Άρης Βελουχιώτης στρατολόγησε στον ΕΛΑΣ τους εναπομείναντες ληστές της Κεντρικής Ελλάδας [Καραλίβανος κλπ].

Η δράση των αδελφών Θύμιου και Γιάννη Ρέντζου άρχισε όταν δολοφονήθηκε ο πατέρας τους ύστερα από συμπλοκή με ζωοκλέφτες λίγα χρόνια πριν την κατάκτηση των Ιωαννίνων από τον ελληνικό στρατό. Αφού σκότωσαν τους φονιάδες του πατρός τους περιφέρονταν στα κακοτράχαλα βουνά του τριγώνου Ιωαννίνων–Άρτας-Πρέβεζας, ληστεύοντας προύχοντες της περιοχής απονέμοντας «κοινωνική δικαιοσύνη» στους εξαθλιωμένους. Η άλωση των Ιωαννίνων αρχές του 1913 και η ταυτόχρονη εκδίωξη του πολυπληθούς Οθωμανικού στοιχείου άφησε κενό στην οικονομική «τάξη» της περιοχής. Οι μέχρι τότε αποκλεισμένοι προσπάθησαν να αρπάξουν τη λεία και με δεδομένο ότι η εκδίωξη των Οθωμανών δεν έγινε με επανάσταση, οι ενδιαφερόμενοι χρησιμοποίησαν ό,τι πρόσφορο μέσο διέθεταν. Οι μεν προύχοντες χρησιμοποιούσαν τους ληστές για να κάνουν τους λογαριασμούς με τους ανταγωνιστές τους και οι ληστές έπρεπε να «ξεπλύνουν» το «βρώμικο χρήμα» που μάζευαν από τους άλλους «νόμιμους» ή μη νόμιμους ληστές του πλούτου που παρήγαγαν οι μάζες. Πρώτος και καλύτερος ο Σταύρου –ιδρυτής της Εθνικής Τράπεζας που βούτηξε τον θησαυρό του Αλή Πασά στην Κέρκυρα μαζί με τον δεσπότη Ιωαννίνων. [σ.σ. από τότε η Μητρόπολη Ιωαννίνων έχει μετοχές της Εθνικής]. Ο Βενιζέλος, θέλοντας να επιβάλει τους νόμους της νικήτριας αστικής τάξης έπρεπε να τσακίσει τους ανεξέλεγκτους ληστές, που δεν πείραζαν τις μάζες, και νομοθέτησε την αμνηστία τους με τον πιο κυνικό τρόπο. Όποιος ληστής παρουσίαζε στις αρχές το κεφάλι άλλου ληστή κέρδιζε την νομιμοποίηση και την κοινωνική του αποκατάσταση στα Γιάννενα. Οι «μεγάλοι» λήσταρχοι πουλούσαν κεφάλια ληστών σε άλλους ληστές μικρότερης ικανότητας, έναντι υψηλής τιμής. Τα ένοπλα σώματα του κράτους αδυνατούσαν να σκοτώσουν ληστές γιατί εκτός των άλλων δεν τους συνέφερε να μοιράσουν την αμοιβή επικήρυξης με πολλούς και μείωναν τον αριθμό των στρατιωτών των αποσπασμάτων ή έρχονταν σε συνεννόηση με τους ληστές δίνοντας τους πληροφορίες ή κάνοντας με το αζημείωτο στραβά μάτια. Σε απαίτηση του Γενικού Διοικητή Ηπείρου στον πρόεδρο του Ανωγείου [χωριού των Ρεντζαίων] να συλλάβει τους Ρεντζαίους εκείνος του απάντησε: «Εσύ με τόσα τουφέκια δεν μπορείς να τους συλλάβεις, εγώ με την αγκλίτσα τα τους συλλάβω;»

Έτσι οι Ρεντζαίοι το 1924, εικοσαετείς νέοι, βρέθηκαν με ρεντικότα και γραβάτα στα Γιάννενα στη μέση, όπως αναφέρει ο Νίκος Πάνος. Ως «βασιλείς της Ηπείρου» παντρολογήθηκαν με απογόνους «καλών οικογενειών» της πόλης αλλά και της ευρύτερης περιοχής βενιζελικές και αντιβενιζελικές, που ενισχύθηκαν από την μετακόμιση ηττημένων αλλά εν τούτοις πλούσιων οπλαρχηγών του «βορειοηπειρωτικού αγώνος» του 1916 κλπ.

Για να έχει ο αναγνώστης μια μικρή εικόνα της κατάστασης στην περιοχή ο Νίκος Πάνος παραθέτει μια έκθεση-ντοκουμέντο πεπραγμένων της χωροφυλακής Ηπείρου για το 1926. Επί 44 εγκλημάτων κατά ζωής και 39 κατά περιουσίας, συνελήφθησαν 575 φυγόδικοι, 438 φυγόπονοι και «εξετελέσθησαν» 82.962 εντάλματα προσωποκρατήσεως!!!!. Στα πλαίσια ανακρίσεων για τη μεγάλη ληστεία που αποδόθηκε στους Ρεντζαίους, δάρθηκαν ανηλεώς χιλιάδες αγρότες στην περιοχή Λούρου στην Πρέβεζα.

Αλλά ας επανέλθουμε στην ζωή των αδελφών Ρέντζου. Ενώ απολάμβαναν την ζωή, εν έτει 1926 στα Γιάννενα, συναναστρεφόμενοι όλη την «καλή κοινωνία» και τις κρατικές αρχές της πόλης, στον δρόμο Πρέβεζας –Φιλιππιάδας ληστεύτηκε χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας που μετέφερε 15.000.000 δραχμές! Οι ληστές, κατά πως έλεγαν οι δαρμένοι μάρτυρες, πήγαν σε ένα κοντινό μοναστήρι όπου ο ηγούμενος «πρώην οπλαρχηγός του βορειοηπειρωτικού αγώνος» και παλαιός φίλος των Ρεντζαίων, διαχειρίζονταν περιουσία του μοναστηριού 850.000 δρχ. χώρια τα γιδοπρόβατα και τα άλλα μοναστηριακά. Ο ηγούμενος λοιπόν «έδωσε» μερικούς ληστές αλλά η καμπάνα χτύπαγε για τους αδελφούς Ρέντζου που αποδειγμένα δεν ήταν στη ληστεία αλλά… έπρεπε να ήταν πάση θυσία. Οι Ρενζαίοι, καταλαβαίνοντας ότι θα τους έπιαναν δικαίως ή αδίκως, προμηθεύτηκαν αλβανικά διαβατήρια και μέσω Δυρραχίου -Μπάρι -Μιλάνου- Λουμπλιάνας -Ζάγκρεμπ -Βελιγραδίου έφτασαν στα περίχωρα του Βελιγραδίου σε Ηπειρώτες «αδελφούς» ή ληστές «χαμηλών τόνων» που θα λέγαμε σήμερα. Η Ελληνική πρεσβεία τους εντόπισε και αυτοί βρέθηκαν στην Βάρνα της Βουλγαρίας… τίμιοι έμποροι γαλακτοκομικών. Παρά ταύτα όμως και στη Βάρνα εντοπίσθηκαν και συνελήφθησαν κατόπιν αγαστής συνεργασίας των Αστυνομιών των δύο χωρών και «μπήκαν» ξανά στην Ελλάδα τον Νοέμβρη του 1928 σιδηροδέσμιοι. Στους σταθμούς του τρένου, πλήθος κόσμου συνέρρεε να δει από κοντά τους Ρεντζαίους μέχρι που έφτασαν στην Αθήνα όπου πλήθος τους «υποδέχθηκε» στο σταθμό Λαρίσης και στις φυλακές Συγγρού. Μετά από λίγο καιρό μεταφέρθηκαν στις φυλακές Κέρκυρας όπου και έμειναν μέχρι τη δίκη τους. Από τις φυλακές προσπάθησαν να έλθουν σε επαφή με τον Ιταλό πρόξενο γιατί είχαν [;] αναμειχθεί στη δολοφονία του στρατηγού Τσελίνι που έγινε το 1923 στα ελληνοαλβανικά σύνορα, και στοίχισε τον βομβαρδισμό και κατοχή της Κέρκυρας, αλλά το σημείωμα παράπεσε. Εν τω μεταξύ έγινε στάχτη και το δικαστικό μέγαρο των Ιωαννίνων όπου φυλάγονταν μυστικά και ντοκουμέντα. Οι Ρεντζαίοι, άγνωστο με ποιο τρόπο «ένα βράδυ βρέθηκαν έξω από τη φυλακή στο Βίδο, πήδηξαν σε μία βάρκα και με την απειλή μαχαιριού εξανάγκασαν τον βαρκάρη να τους μεταφέρει απέναντι στην Αλβανία, διαφορετικά θα τον σκότωναν του είπαν. Τραβάτε κουπιά τους είπε ο πονηρός βαρκάρης, αν θέλετε να φτάσουμε γρήγορα. Οι δυο Ρεντζαίοι που να ήξεραν από θάλασσα και κουπιά. Έτσι οι δυο λύκοι βρέθηκαν να τραβούν κουπιά το πρωί από τους λιμενικούς λίγο έξω από την Κέρκυρα. Ο πονηρός βαρκάρης κρυφά είχε καταφέρει να ρίξει την άγκυρα και οι Ρεντζαίοι τραβούσαν κουπί, χωρίς να πάρουν χαμπάρι πως η βάρκα ήταν στο ίδιο σημείο. Βλαστημώντας και με σκυμμένα κεφάλια γύρισαν στα κελιά τους.»

Ύστερα οδηγήθηκαν στο απόσπασμα και εκτελέστηκαν στις 5 Μαρτίου 1930. Ο συντάκτης αυτών των γραμμών δεν είναι σε θέση να πει, με βάση το βιβλίο, αν όντως οι Ρεντζαίοι ήταν οι δράστες της ληστείας για την οποία κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν, με συνοπτικές διαδικασίες, εις θάνατον ως ηθικοί αυτουργοί. Άλλωστε, δεν έχει σημασία πια η «δίκαιη ή η μη δίκαιη δίκη». Σημασία έχει ότι ο Νίκος Πάνος καταφέρνει να περιγράψει μια εποχή στην Ήπειρο χωρίς καμιά επιτήδευση. Συνέθεσε το έργο του από ντοκουμέντα που αναζήτησε από κρατικές πηγές, εφημερίδες της εποχής, αλλά κυρίως από ζωντανές αφηγήσεις γερόντων που κρατούσαν στη μνήμη τους τα γεγονότα χωρίς να κρατήσουν τότε σημειώσεις για την ιστορία. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι οικονομικοί αρωγοί του Νίκου Πάνου ήταν μικροεπαγγελματίες στης περιοχής και εστιάτορας κοντά στη γέφυρα Ευήνου στο δρόμο που ακολουθεί ο συγγραφέας - οδηγός λεωφορείου, ο Νίκος Πάνος, προς Αθήνα. Τέλος, αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο γιατί ένας λαϊκός άνθρωπος χρησιμοποιώντας με άνεση τη γλώσσα όλων των ηρώων του που είναι και δικιά του γλώσσα, χωρίς καμία παρασπονδία «γραμματιζούμενου», καταγράφει με λιτότητα αληθινά σπουδαγμένου ιστορικού, και ανασυστήνει μια ολόκληρη εποχή –εδραία βάση της δια πυρός και σιδήρου επιβολής του ελληνικού καπιταλισμού που «απολαμβάνουμε» μέχρι σήμερα .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου