Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Δ. ΧΑΤΖΗΣ: ΕΝΑ ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ


ΕΝΑ ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣFREE photo hosting by Fih.gr

Τα πρώτα χρόνια της Κατοχής τα
’χε βγάλει πέρα χωρίς να πεινάσουν οι δυο τους. Το γραφείο του το ’χε κλείσει
βέβαια από την πρώτη μέρα, δεν είχε νόημα να το κρατάει – αντιπροσωπείες,
εισαγωγές μέσα σ’ ένα κόσμο που πεινούσε. Τυχερός όμως – πέτυχε το Μανούση μέσ’
απάνω στην ώρα που παιδευόταν να σηκώσει την αποθήκη του, τον βοήθησε να
κρύψουν τα φάρμακα, τα κρύψαν, τ’ ασφάλισαν, συνεταιρίστηκαν, βάλανε μπροστά
να του τα περνάει αυτός λίγα λίγα στη μαύρη. Δεν πεινάσανε με την Ευρυδίκη του
και δεν πρόκειται να πεινάσουν, της είπε, χίλια χρόνια να κρατήσει ο πόλεμος.
Ο Μανούσης ξέρει πολύ καλά τη μια γνήσια ταμπλέτα να την κάνει τέσσερις – μα
να βγει μονάχος του να πουλήσει δε γίνεται, πρέπει να κρατήσει το φαρμακείο,
τους λογαριασμούς με τους Γερμανούς, τα προσχήματα με τον Ερυθρό Σταυρό, με
την καλή κοινωνία του – αξιότιμος κύριος, βλέπεις. Έχει, λοιπόν, την ανάγκη
του.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ



Δ. Χατζής: Ένα θύμα της κατοχής – Διαβάστε το



ΕΝΑ ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Τα πρώτα χρόνια της Κατοχής τα ’χε βγάλει πέρα χωρίς να πεινάσουν οι δυο τους. Το γραφείο του το ’χε κλείσει βέβαια από την πρώτη μέρα, δεν είχε νόημα να το κρατάει – αντιπροσωπείες, εισαγωγές μέσα σ’ ένα κόσμο που πεινούσε. Τυχερός όμως – πέτυχε το Μανούση μέσ’ απάνω στην ώρα που παιδευόταν να σηκώσει την αποθήκη του, τον βοήθησε να κρύψουν τα φάρμακα, τα κρύψαν, τ’ ασφάλισαν, συνεταιρίστηκαν, βάλανε μπροστά να του τα περνάει αυτός λίγα λίγα στη μαύρη. Δεν πεινάσανε με την Ευρυδίκη του και δεν πρόκειται να πεινάσουν, της είπε, χίλια χρόνια να κρατήσει ο πόλεμος. Ο Μανούσης ξέρει πολύ καλά τη μια γνήσια ταμπλέτα να την κάνει τέσσερις – μα να βγει μονάχος του να πουλήσει δε γίνεται, πρέπει να κρατήσει το φαρμακείο, τους λογαριασμούς με τους Γερμανούς, τα προσχήματα με τον Ερυθρό Σταυρό, με την καλή κοινωνία του – αξιότιμος κύριος, βλέπεις. Έχει, λοιπόν, την ανάγκη του.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ

Ι


Γκρινιάζει, τον αδικεύει, τον κλέβει και τον φοβερίζει κιόλας πως θα σταματήσει, πως φοβάται τάχα – μα κι αυτό δε γίνεται. Η αχορταγιά του δεν τον αφήνει να σταματήσει. Τον φοβερίζει κάποτε πως θα τον αλλάξει – μα κι αυτό δε γίνεται. Δεθήκανε πια, έτσι θα παν ως το τέλος. Οι δυο τους. Και – φυσικά – τον κλέβει κι αυτός – να μπορεί μονάχα.

Είναι βέβαιο πως ο ίδιος ποτέ δε θα το ’θελε να ’ναι έτσι τα πράματα. Είχε συνηθίσει να πιστεύει πως ήταν άξιος για πολύ περισσότερα, πολύ μεγαλύτερα. Θ’ αδικούσε τον εαυτό του, θα τον πρόδωνε να ξεχνούσε τώρα τι καλά τα κατάφερε πριν από τον πόλεμο. Χωρίς πεντάρα και τότε, χωρίς καμιά βάση – με τον αέρα μονάχα και με το λέγειν του, τ’ ασταμάτητο, τ’ ακαταμάχητο λέγειν του, που τόσο πολύ το καμάρωνε κρυφά κι η Ευρυδίκη του. Και μπορεί να μην πλούτισαν, να μην πρόφτασαν να πλουτίσουν, να μην την άρπαξε την καλή – μα τη μικρή του θέση στην πιάτσα την έπιασε, στερεωθήκανε – γ’ ανοίξει δικό του γραφείο, να πάρουν το διαμέρισμα στην Κυψέλη – απόμακρα κάπως, Κυψέλη ωστόσο…

Δεν μπορούσε, λοιπόν να ’ναι ευχαριστημένος που δεν πεινούσαν και να καθίσει στ’ αυγά του – με το Μανούση, την τσάντα του, το λαδάκι, τα φασολάκια που μάζευαν με τα νοθεμένα φάρμακα, καμιά λιρίτσα από κάποτε. Κάθε λίγο έκανε και κάποια καινούργια προσπάθεια να ξεφύγει απ’ αυτά. Δεν κατάφερε τίποτα. Μαζευότανε, σε λίγο ξανάρχιζε, ξαναπροσπαθούσε κάτι. Μερικές φορές στενοχωριότανε πολύ. Είχε ωστόσο πάντα την παρηγοριά πως μπορούσε ακόμα να περιμένει, πως είχε ακόμα καιρό.

Τώρα πια, στον τρίτο χρόνο της Κατοχής, στα ’43, η Ιταλία πεσμένη, οι Γερμανοί ξοφλημένοι κι ας πολεμούσαν ακόμα – φοβότανε πάρα πολύ πως είχε μείνει στο περιθώριο και πως εκεί θα μείνει – με τους δειλούς, με τους φουκαράδες, με το σωρό. Τον βασάνιζε μέρα νύχτα να συλλογιέται πως μέσα σ’ αυτήν την Αθήνα, γεμάτη τώρα παράνομες οργανώσεις κι Εγγλέζους κατάσκοπους, κατοχικές προμήθειες, αίμα πολύ και λίρες πολλές, ηρωικούς τρελούς κι εμπόριο δελτίων, τόσες δυνατότητες, τόσες ευκαιρίες – αυτός πρέπει να γυρίζει ακόμα με την πανάθλια τσάντα του – ιδρώτας πολύς – κι απάτη πολλή – κάποτε τύψεις με τους αρρώστους – δεν είναι γι’ αυτόν, λυγίζει η καρδιά του – συχνά ντροπές και τσακώματα – με το Μανούση τα αιώνια τραβήγματα – γινήκαν συνήθεια – που σε κλέβει, μονάχα αηδία σού φέρνει, να τον γελάσεις εσύ, δεν έχει πια γούστο – όλα φουκαρατζίδικα, ανάξια πράματα…

Πρέπει, λοιπόν, κάτι να γίνει, πρέπει κάτι να βρεθεί, να το βρει.

- Θα το βρούμε, γυναίκα, ήτανε πάντα το σύνθημά του, το σύνθημα της οικογένειας.

Το λέγανε και στις καλές τους τις ώρες, κάθε φορά που κάτι πετύχαινε και το λέγαν και στις δύσκολες ώρες που ’χανε ζόρι, γελούσανε λίγο και παίρναν κουράγιο. Γιατί τάχα πρέπει να τ’ αφήσει τώρα; Τέτοιο σύνθημα… Η θάλασσα γέμισε μέλι – δε φαίνεται γιατί είναι μεγάλη η φουρτούνα, μα γέμισε. Η Ευρυδίκη σωπαίνει. Ξέρει πως στενοχωριέται – μα το ξέρει πως πιστεύει κι αυτή – θα το βρούνε και τώρα. Γυρίζει καμιά φορά τα μάτια της, τον κοιτάζει. Μέσα παίζει μια στιγμούλα εκείνο το φως τους – το ναι της άξιας γυναίκας που ξέρει ν’ αγαπάει το ταίρι της. Ύστερα, καθώς τα κατεβάζει βλέπει μέσα τους την αστραψιά που περνάει γρήγορα γρήγορα. Είναι τα μάτια του μικρού θηρίου που καταπίνει το γρυλισμό του. Ο Ανέστης τ’ αγαπάει και τα χαίρεται και τα δυο: Και το φως εκείνο στα μάτια της. Και το μικρό θηρίο τ’ ανυπόμονο μέσα της.

Το πρώτο που μπορούσε να κάνει για να το βρει, ήταν να πάει στον Ανδρόνικο. Τ’ ανάβαλε κάμποσο, περιμένοντας ακόμα καλύτερο τίποτα, το καλύτερο δεν ερχότανε μοναχό του, ο καιρός περνούσε. Την πήρε πια την απόφαση. Ετοιμάστηκε καλά, ένα θέατρο ακέριο, ψέματα, λόγια – σηκώθηκε και πήγε στο τάγμα των Τσολιάδων. Σκοπό δεν είχε κανένα – να ιδεί μονάχα, να φερμάρει τι γίνεται, όπως είπε στην Ευρυδίκη. Μήτε το ’ξερε πως ο Ανδρόνικος έγινε και ταγματάρχης εκεί – έκανε πως το ’ξερε, πάντα ρωτούσαν κι αυτός κι η Ευρυδίκη. Φιλιά κι αγάπες ο Ανδρόνικος, συγγενικότατος – δεν το περίμενε τόσο, έκανε πως το ’βρισκε φυσικότατο. Ήταν ησυχία μεγάλη – τυχερό του κι αυτό – μπορούσαν άνετα να μιλήσουνε με το θείο. Του ’πε για τα φάρμακα, στενοχώριες πολλές, αγριεμένος όλος ο κόσμος, σταλιά καρδιά, πουθενά δεν υπάρχει. Ζόρικα τα ’χουνε με την Ευρυδίκη – ούτε που το ξέρει αυτή πώς τα βγάζουνε πέρα, δυο χρόνια τώρα και παραπάνω, την πάσα αλήθεια δεν της τη λέει, την ξέρει δα ο θείος της τι ευαίσθητη που ’ναι…

Εκεί, καθώς τα ’λεγε, σταμάτησε μια στιγμή ξαφνιασμένος σάμπως τώρα μονάχα κι αυτός ο ίδιος να τα πρωτάκουσε – ήταν η αλήθεια όπως τα ’λεγε, δεν ήταν το θέατρο, τα λόγια που ετοίμασε. Ένα κύμα πίκρα ξεχείλισε μέσα του, το ’νιωσε που ανέβηκε ως το λαιμό του – έτσι γινόταν όταν ξεχείλιζε. Ήταν ένα κύμα που ερχόταν από πολύ μακριά – τα παιδικά χρόνια της φτώχειας, τα στερημένα νιάτα, η σκληρή χωρίς ανάπαυλα προσπάθεια της ταπεινής του ζωής – ανέβαινε στο λαιμό και τον έπνιγε.

Ο Ανδρόνικος στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, θύμωσε κιόλας που δεν πήγε γρηγορότερα να τον βρει. Ξεθάρρεψε μονομιάς, την ξέχασε αμέσως την πίκρα, έβαλε μπρος το θαυματουργό του το λέγειν.

- Καμία δουλίτσα, λοιπόν, ορίστε – τι θείο σ’ έχουμε δηλαδή και σε καμαρώνουμε ταγματάρχη… Αυτή σε λατρεύει – ούτε πατέρα της… Καμία προμήθεια εδώ στα Τάγματα δηλαδή να σωθούμε…

Σταμάτησε πάλι, με το μεγάλο δάχτυλο πάνω στα χείλια, τα μάτια του παίζανε, ο νους του δούλευε μ’ ένταση – μόλις τον πρόφταινε. Η ξαφνική σκέψη για τις προμήθειες που του κατέβηκε εκεί, τον ερέθιζε. Την τράβηξε αμέσως πιο πέρα:

- Να σωθούμε όλοι μας, δηλαδή, είπε κοιτώντας το θείο στα μάτια. Δεν το λέω μονάχα για μας. Μια προμήθεια τη σήμερον…

Άρχισε και μιλούσε – ροδάνι η γλώσσα του, για μια μεγάλη δουλειά, φασόλια, ρεβίθια που ’χε στα σκαριά να κλείσει στα Φάρσαλα και τον παρακαλούσε πολύ να φροντίσει γρήγορα, πολύ γρήγορα να του βγάλει την άδεια να πάει να τα φέρει. Αυτός ήταν ο σκοπός του που πήγε στο Τάγμα κι όχι ν’ αρχίσει τις κλάψες. Ύστερα, άμα γυρίσει, μιλούσαν, αν ήθελε, γι’ αυτές τις προμήθειες.

- Την άδεια την έχεις, έλα μεθαύριο να την πάρεις. Μα τις τρίχες αυτές, μεγάλες δουλειές, άφησέ τις…. Ξέχασέ τα εκείνα που ’ξερες, είπε ο Ανδρόνικος είχε αγριέψει στ’ αλήθεια. Τι μεγάλες δουλειές, βρε ψωριάραρε; Έλα στα Τάγματα, κακομοίρη μου, να σωθείς. Μέσα σε δυο μήνες σ’ έχω κάνει λοχαγό…

Τον πήραν τα γέλια – ήτανε κι αυτό σαν εκείνο το κύμα της λύπης. Όταν τον παίρνανε δεν μπορούσε να τα κρατήσει. Πολλές φορές μάλωνε ύστερα τον εαυτό του – άμα θα ’πιανε μια φορά τα πολλά τα λεφτά, θα κοβότανε μοναχό του, θα γινότανε σοβαρός.

- Λοχαγός – και πώς δηλαδή;

- Τον κακό σου τον καιρό, δηλαδή και δηλαδή. Λοχαγός με τα τρία τ’ αστέρια. Αυτό δηλαδή.

- Και… δηλαδή – τι θα κάνω στα Τάγματα;

- Ό,τι κάνουμε όλοι μας, Ανέστη, είπε ο Ανδρόνικος ημερότερα. Πόλεμο κάνουμε. Δεν είσαι δα και καμιά παρθένα… Τους σαρώσαμε – κατάλαβετέ το…

- Και παρθένα δεν είμαι και τους σαρώσαμε βέβαια – λοχαγός όμως…

- Μην είσαι εαμίτης μωρέ;

Πάλι τον πήραν τα γέλια.

- Δε μου πάει και πολύ – δε νομίζεις;

- Έλα, λοιπόν, να σωθείς, βρε παιδί μου – να σωθείτε. Ταγματάρχη θα σε κάνω, είπε ο θείος. Σηκώθηκε, βγήκε στην πόρτα, φώναξε έναν από κείνους τους τσολιάδες, κάτι του ’πε κρυφά, έφυγε ο τσολιάς, ξαναγύρισε σε λίγο μ’ ένα δέμα και μεγαλούτσικο. Του το ’δωσε ο Ανδρόνικος, τον αγκάλιασε, τον ξεπροβόδισε, τον περίμενε μεθαύριο το πρωί για την άδεια – αφού τη θέλεις – να δούμε μόνο τι θ’ αποκάνεις – και σκέψου το αυτό για τα Τάγματα – μεγάλες αγάπες – μα να πάθει τίποτα η Ευρυδίκη του, να το ξέρεις ζωή δεν έχεις – του το ’πε και αυτό την τελευταία στιγμή ο καλός τους ο θείος.

Ανοίξαν το δέμα στο σπίτι, είχε μέσα δυο κουραμάνες, ζεστές ακόμα και κρέας είχε, φρέσκο σφαγμένο και λίγη ζάχαρη.

- Είχε γούστο ν’ αρχίσεις τώρα κι εσύ να σκοτώνεις, είπε η Ευρυδίκη.

- Σώπα, ρε γυναίκα, που θ’ αρχίσω να σκοτώνω…Τον Ανδρόνικο τώρα τον παρλαπίπα… Άσε με να τον δουλέψω λίγο. Θα τα κατεβαίνει κάμποσα δέματα… Είναι θείος μας, τέλος πάντων ή δεν είναι;

- Κρέας να μη βάζει, πες του, είπε αυτή, ξετυλίγοντας το ματωμένο κομμάτι. Δεν το θέλω.

Κοιταχτήκανε. Όχι – καμιάν όρεξη δεν είχε κι αυτός να σκοτώνει – ματωμένα κρέατα και λοιπά. Μα να παίξει λίγο με τον Ανδρόνικο – ο λοχαγός, οι μεγάλες προμήθειες, τα δέματα – δεν ήταν άσχημο. Οι προμήθειες ήταν μια σκέψη που τον ερέθιζε. Το βράδυ που το ξαναμίλησαν ησυχότερα, συμφώνησε κι η Ευρυδίκη.

Δυο μέρες αργότερα πήγε στο Τάγμα, την πήρε την άδεια, σπουδαία άδεια – ταξιδιού και μεταφοράς τροφίμων. Ο θείος του ’δωσε και ένα δέμα – και με κρέας πάλι. Και περίμενε, είπε, οπωσδήποτε την απάντησή του αμέσως μόλις θα γύριζε – τους σαρώσαμε, Ανέστη, τους πελεκάω κάθε μέρα…

Το ταξίδι τώρα που ’χανε και την άδεια, πολύ τον βασάνιζε. Ήτανε μια πόρτα ανοιγμένη – και δεν μπορούσε να την περάσει – δεν είχε κανένα τρόπο. Λείπαν τα λεφτά – με τι θα πήγαινε; Του κακοφαινότανε πάρα πολύ να τη χαραμίσει τέτοιαν άδεια, με τις μικρές κομπινούλες του καιρού – να την πουλήσει σε κάποιον, να τη δώσει – συνεταιρικά – πάλι κείνα τα φουκαρατζίδικα πράματα. Τώρα που ’χε την άδεια, όλα αυτά τον στενοχωρούσανε περισσότερο.

Τότες έγινε. Αυτό που ’πρεπε να γίνει. Ξαφνικά – όπως γινόντανε όλα τότε. Στο καφενείο. Ο συνάδελφός του, ο Περσίδης, ήρθε κάθισε δίπλα του. Χωρίς πολλές τσιριμόνιες τον ρώτησε αν μπορούσε να προμηθέψει κάπου μια ποσότητα χαρτί. Σε ποιον και γιατί, τ’ άφησε αόριστο, σκοτεινό, μασημένα λόγια και για τούτο ακριβώς καθαρότατο: Δουλειά παράνομη των παράνομων οργανώσεων της αντίστασης. Ο Περσίδης του εξήγησε ωστόσο πως καθόλου δεν είναι ο σκοπός του να τον μπλέξει σε τέτοιες δουλειές – κι αυτός δεν είναι μπλεγμένος. Τη δουλειά τους κάνουν αυτοί – παραγγελίες, προμήθειες. Τον παρακαλέσανε αυτόν για χαρτί, έψαξε, δε βρήκε, το λέει σ’ αυτόν. Αν μπορέσει να βρει χαρτί, τ’ αγοράζει κανονικά, τη διατακτική τη βγάζει στ’ όνομά το δικό του – Περσίδης, το πληρώνει, τ’ αφήνει στον έμπορο. Τι θα κάνουνε παραπέρα, δική τους δουλειά, ας κόψουν το σβέρκο τους. Το χρήμα – τιμή του χαρτιού, προμήθεια δική του, μετρητό σε χρυσό. Κίνδυνος δικός του απολύτως κανένας. Ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Την αγορά χαρτιού στην Αθήνα δεν την ήξερε καθόλου, δεν είχε κάνει καμιά δουλειά με χαρτί, κανένας έμπορος δε θα τον γνώριζε. Κίνδυνος για δικά του μπλεξίματα με τη διατακτική στ’ όνομα Περσίδης – σχεδόν κανένας. Οι λίρες τον ενθουσίαζαν. Όλα τ’ αρέσανε. Και περισσότερο απ’ όλα η προοπτική για διέξοδο, το φτερούγισμα που περίμενε. Συμφώνησε. Μιλήσανε και τις λεπτομέρειες, τα λεφτά, συμφώνησαν σ’ όλα.

Ο άνθρωπος για το χαρτί ήρθε στο σπίτι του, ώρα και μέρα που κανονίσαν με τον Περσίδη. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήταν καθηγητής της Φυσικής, κεραμοποιός του συνδικάτου ή κτηνοτρόφος, σοφός ή αγράμματος. Του μίλησε αμέσως για το χαρτί και δεν του το ’κρυψε πως το θέλανε για τις εφημερίδες του ΕΑΜ.

- Αυτό δηλαδή δεν μου το ’πε ο Περσίδης, είπε αυτός.

- Άφησέ τον τον Περσίδη – δεν τον ξέρω ποιος είναι, είπε ο άλλος. Ιδέα δεν έχει τι το θέλουμε το χαρτί, μήτε χρειάζεται να ’χει. Όσο για σένα, είσαι, νομίζω απολύτως ασφαλισμένος έτσι που θα γίνει η δουλειά με την υπογραφή τη δική του.

Ψέματα έλεγε ο συναγωνιστής μας για τον Περσίδη πως ιδέα δεν έχει – τον ήξερε αυτός τον Περσίδη, κομμουνίσταρος με πατέντα. Γι’ αυτό και δεν πήγαινε ο ίδιος για το χαρτί. Το βρήκε ωστόσο καλύτερο να μην κάθεται τώρα ν’ ανοίγει κουβέντες γι’ αυτά – ο καθένας το βιολί το δικό του μα δεν έχανε τίποτα να το παίξει κι αυτός το δικό του, να φωνάξει λιγάκι για τα τόσα πολλά που του λέγανε για τη δική του τη σιγουριά. Δεν τον ένοιαζε, είπε, ο κίνδυνος, κανένας κίνδυνος. Υπηρετούσε κι αυτός την πατρίδα, την ιδέα, παιδιά του λαού – τι νομίζεις εσύ, συναγωνιστή μου;

- Αυτό νομίζω κι εγώ, είπε ο συναγωνιστής με μια τέτοια απλότητα που με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να ξέρεις αν έλεγε ψέματα πάλι. Του μέτρησε το χρήμα χωρίς παζάρια, του ’σφιξε το χέρι κι έφυγε. Ούτε απόδειξη για τα λεφτά, ούτε εξασφάλιση μην τους κλέψει, ούτε φόβος μην τους προδώσει. Αν χρειαζότανε πάλι χαρτί, θα ’ρχότανε μόνος του εδώ. Συμφωνήσανε και σ’ αυτό.

Είχε καιρό να πιάσει τόσα λεφτά στα χέρια του. Αν το καλολογαριάσουμε, πολλά μένανε δικά του – δεν μπορείς να το πεις προμήθεια τόσα λεφτά.

- Τα βλέπεις; είπε στην Ευρυδίκη και της έδωσε τα λεφτά.

- Μπορούσες να του πάρεις και τα διπλά, είπε αυτή.

- Σιγά, βρε γυναίκα. Πες το μια φορά κι αυτό το άτιμο σπολάτη. Την άλλη φορά του παίρνω περισσότερα.

- Άπιαστα πουλιά μ’ αυτούς τους μπαγαμπόντες, είπε αυτή και μετρούσε τις λίρες.

Μπαγαμπόντες, ξεμπαγαμπόντες – ήταν ένα σκοινί που ’χε πιάσει – όπως ήταν κι ο Ανδρόνικος. Για την ώρα ωστόσο, με τις λίρες που του μείναν από το χαρτί και την άδεια του Ανδρόνικου στην τσέπη, το ταξίδι ήταν αυτό που σκεφτόταν. Θα μιλούσε βέβαια και μ’ αυτό το κέρατο το Μανούση, να πάρει μαζί του και φάρμακα. Η Ευρυδίκη θ’ άδειαζε το μέσα δωμάτιο να βάλουν τα τρόφιμα. Ύστερα δεν τον χρειαζόταν καθόλου, τα ’δινε αυτή λίγα λίγα. Μιλούσανε πολλά κάθε βράδυ γι’ αυτό το ταξίδι, έλεγε κι η Ευρυδίκη – όπως τον παλιό καιρό μιλούσανε πάλι. Ξαναμετρούσανε τα λεφτά τους, λογαριάζαν όλες τις δυνατότητες. Το ζήτημά τους έλεγε αυτός, δεν ήταν να φέρουν για τώρα κάτι λίγα τρόφιμα. Ήταν να φκιάσουν εκεί μονιμότερο κάτι, να τραβήξουνε τη δουλειά παραπέρα, να μπορούσανε στ’ αλήθεια να σκεφτούν αργότερα και γι’ αυτές τις προμήθειες με τα Τάγματα. Αν ήτανε για μικρές δουλειές, καθότανε με τα φάρμακά του. Άρχισε, λοιπόν, και ρωτούσε παντού, έπιανε φιλίες με μαυραγορίτες, έκανε προτάσεις για συνεργασίες, συνεταιρισμούς, σκόρπιζε υποσχέσεις – το δούλευε όλη μέρα στο δρόμο, το ξαναδούλευε όλη νύχτα στο νου του. Περισσότερο κι από τις ελπίδες, τα σχέδια, τις δυνατότητες, τις λίρες, τις προμήθειες και τα κέρδη – αυτό το αλισβερίσι χαιρόταν, το πάρε δώσε με το τίποτα, τον αέρα που κοπανούσε όλη μέρα. Το χρωστούσε τόσα χρόνια στον εαυτό του. Έφυγε τέλος – με πολύ καλές ελπίδες.

Και πήγε ως τη Θήβα μονάχα. Οι μαυραγορίτες είχανε κλείσει συμμορίες – συμμορίες όλον τον τόπο, πουλί πετούμενο δεν αφήνανε να περάσει. Θηρία ανήμερα, λυσσασμένοι φονιάδες, μεθυσμένοι απ’ το κέρδος – το πόστο μπλόκο δικά τους – τις περισσότερες φορές δουλεύαν μαζί τους – τον έκαναν πέρα από την πρώτη στιγμή. Τρόφιμα δε βρήκε πουθενά, με χωριάτη δε μίλησε. Πήγε να τους εξηγήσει τις προμήθειες με τα Τάγματα – μπορούν αμέσως να ’χουνε τα χαρτιά, παραγγελίες μεγάλες – τους μιλούσε σαν υπεύθυνος άνθρωπος, της Επιμελητείας των Ταγμάτων, επί τούτο σταλμένος. Οι μαυραγορίτες τ’ ακούγανε βερεσέ. Το λέγειν του δεν περνούσε στη Θήβα. Οι μαυραγορίτες δεν τις θέλανε τις μεγάλες προμήθειες κανενός – προτιμούσανε τους μικρούς ανθρώπους που τα παιδιά τους πεθαίναν της πείνας.

Το ταξίδι, η μεγάλη δουλειά που μπορούσανε ν’ αρχίσουνε με τα τρόφιμα, τέλειωσε σε δυο μέρες στη Λιβαδειά. Αδοξότατα. Ο Ανέστης δεν ήταν απ’ αυτούς που θα φοβόντανε τους μαυραγορίτες – τα μάτια, τα λόγια τους ή τα μαχαίρια τους. Μα δεν ήταν κι απ’ αυτούς που θα γελιόνταν. Δε γινότανε τίποτα. Λίγο παραμέσα, πέρα απ’ τα χωριά του κάμπου, ήταν οι αντάρτες, ο ελεύθερος τόπος – άλλα μπλεξίματα, ακόμα χειρότερα. Μάταιος κόπος, χαμένος καιρός, λεφτά πεταγμένα κάθε προσπάθεια εδώ. Ο τοίχος ήτανε μπρος του.

Αγόρασε κάτι τρόφιμα για το σπίτι και για το Μανούση – από τους μαυραγορίτες κι αυτός – έσκυψε το κεφάλι και γύρισε πίσω. Η Ευρυδίκη ξανάστρωσε το δωμάτιο που ’χε αδειάσει και δεν γκρίνιαξε καθόλου, ξανασώπασε – μια σιωπή γεμάτη παραδοχή. Και γεμάτη κατανόηση και συμπόνια γι’ αυτόν.

ΙΙ

Αυτός δε δέχεται – την κατανόηση, τη συμπόνια της, την παραδοχή, την παραίτηση. Ο τοίχος που ’δε στη Θήβα, η σιωπή της Ευρυδίκης, ένα γέλιο κακό του Μανούση στην άκρη στα χείλια του από τότε που γύρισε – όλα τον αγριεύουν. Ξανάρχισε τη δουλειά με τα φάρμακα – η τσάντα βαραίνει τώρα στα χέρια του ασήκωτη. Όχι – δεν το μπορούσε πια να μείνει μ’ αυτή. Κάθε μέρα που περνάει, ο πόλεμος του φαίνεται μια διανομή αγαθών για τους γενναίους, τους έξυπνους. Σε λίγο τελειώνει – τέλος κι η διανομή – αυτός απόμνησκε απόξω, με τους φτωχούς, τους δειλούς.

Ευτυχώς που η Ευρυδίκη έπεσε έξω αυτή τη φορά με τον εαμίτη τους. Σε δυο βδομάδες ξανάρθε – από μοναχός του, όπως είπανε. Ρώτησε στην πόρτα αν ήτανε κανένας άλλος μέσα – μπήκε. Είπε πως όλα πήγαν καλά με την παραλαβή του χαρτιού και ζήτησε πάλι. Ο Ανέστης είπε – μάλιστα, συναγωνιστή μου, το χαρτί, βεβαιότατα. Τα κανονίσανε γρήγορα γρήγορα, ο εαμίτης πλήρωσε κι έφυγε. Είπε πως θα ξαναρθεί – και ξανάρθε πάλι. Τον συνηθίσαν να τους έρχεται έτσι χωρίς ειδοποίηση. Καθότανε και λίγο μαζί τους, κάτι μιλούσανε κι η Ευρυδίκη τον ρωτούσε αν ήθελε τσάι, από κείνο του καιρού εκείνου και με ζαχαρίνη. Όταν έφευγε έλεγε πάντοτε πως – τι της κάθεται ο άνθρωπος αυτός στο στομάχι δεν περιγράφεται. Ο Ανέστης πήγε κάποτε να πει πως σαν άνθρωπος δε φαινότανε να ’ναι κακός. Η Ευρυδίκη είπε τότε πως – σκληρός είναι και θεατρίνος και να διατάζει ξέρει μονάχα. Ο Ανέστης είπε – περίμενε εσύ.

Την τέταρτη φορά που τους ξανάρθε για χαρτί το ’χε αποφασίσει να του πει πως ήταν καιρός ν’ αυξήσουνε την τιμή. Πήρε ένα χαρτί και λογάριαζε.

- Ανεβάσανε πολύ τις τιμές, είπε δίνοντας το λογαριασμό.

- Το ξέρουμε, είπε ο άλλος και μήτε κοίταξε το χαρτί. Έβγαλε και του μέτρησε τα λεφτά. Οχτώ λίρες περισσότερες αυτή τη φορά.

Είκοσι περισσότερες του ’χε λογαριάσει στο χαρτί που του ’δωσε. Στάθηκε, περίμενε τις άλλες δώδεκα που ’λειπαν. Ο άλλος δεν είπε τίποτα, δεν έκανε τίποτα, σαν να μην άκουσε. Του εξήγησε τότε με λόγια πολλά, πολλά δηλαδή και πολλές χειρονομίες, πως το χαρτί, συναγωνιστή μου, δηλώθηκε όλο στους Γερμανούς, οι εμπόροι φοβούνται να το δώσουν, θέλουν διατακτικές αληθινές, ονόματα, υπογραφές, την υπογραφή τη δική του, δε θέλουνε πια του Περσίδη, ζητάνε τη μάνα και τον πατέρα τους δηλαδή.

- Το ξέρουμε … Αν δεν μπορέσεις μ’ αυτά τα λεφτά ν’ αγοράσεις όλη την ποσότητα, μου τα επιστρέφεις όλα την άλλη φορά που θα ’ρθω, είπε τέλος ο άλλος σαν να μην άκουσε τίποτα απ’ όσα του ’λεγε τόσην ώρα και σηκώθηκε να φύγει.

Η Ευρυδίκη είχε δίκιο. Τον ενοχλούσε κι αυτόν, τον ερέθιζε ο τρόπος που τους φερνόταν.

- Θα προσπαθήσω, είπε και σταμάτησε τα παζαρέματα.

Δεν είχε καθόλου σκοπό να το κόψει το σκοινί για τα λεφτά του χαρτιού – μικροπράματα πάλι. Αυτός ο εαμίτης συν θείος Ανδρόνικος… Ο θείος Ανδρόνικος συν εαμίτης… Από την πρόσθεση δεν βγαίνει παρά μια μικρή – και κοινότατη – υπόθεση προδοσίας. Μ’ αμφίβολα κέρδη – ανακατώματα μεγάλα, βαριές συνέπειες… Εαμίτης συν Ανδρόνικος, συν ο ταγματάρχης που κάθεται στο διαμέρισμα τ’ αντικρινό απ’ το δικό τους – αυτό είναι άλλο…

Ο ταγματάρχης, λοιπόν. Του φερνότανε πάντα με το σεις και με το σας. Και πρώτα και τώρα. Ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα τους, μπήκε – ευγενέστατος. Τον παρακάλεσε πολύ για κάτι φάρμακα που χρειαζόταν, αν μπορούσε ο κύριος Ανέστης να του τα βρει, σαν άνθρωπος, είπε, της πιάτσας εσείς. Του τα πήγε σε τρεις μέρες, σε τιμές του καιρού εκείνου πολύ λογικές και, το σπουδαιότερο, από τ’ ανόθευτα του Μανούση. Ο ταγματάρχης τον ευχαρίστησε πάρα πολύ και μείνανε με το σεις και με το σας.

Οικογένεια δεν έχει – δεν είχε και πρώτα. Βγαίνει το μεσημέρι, πάει, παίρνει το συσσίτιό του, στο τενεκεδάκι κι αυτός, ξαναγυρίζει στο σπίτι του, ξαναβγαίνει λίγο τ’ απόγεμα με το μπαστουνάκι του. Πολύ μαραμένος άνθρωπος φαίνεται, αδυνάτισε κιόλας. Επισκέψεις δεν έχει ποτέ, δε μιλάει πολύ με τους άλλους μέσα στο σπίτι, δε φαίνεται να τον νοιάζει η κατάσταση, το θάνατο περισσότερο θα φοβάται, το στομάχι του, τα νεφρά του.

Δεν ανακατεύεται πουθενά, είναι ολοφάνερο. Μα τι γίνεται στον κόσμο, θα το ξέρει βέβαια, θα ’χει και τις γνωριμιές του μ’ άλλους αξιωματικούς. Τίποτα δε χάνει κανένας να τον ψαρέψει. Με το σας και με το σεις φυσικά. Διότι βεβαίως, αν τύχει και βρίσκεται κάποιο σκοινί και φτάνει κανένας στις οργανώσεις των Άγγλων, ο Ανδρόνικος κι ο εαμίτης παύουν τότε να ’ναι ένα συν ένα. Ν’ αρχίσει μόνον ο άνθρωπος – βλέπουμε ύστερα για τα παραπέρα.

Πήγε. Ο ταγματάρχης τον δέχτηκε πολύ φιλικά και – πολύ περίεργο – τον περίμενε – είπε. Κανένα βράδυ να ’ρχοταν, πρόσθεσε σε λίγο. Και χαίρεται τώρα που βλέπει να τ’ αποφάσισε – και δεν είπε για ποιο. Να ’ρθει να τον δει, πρόσθεσε σε λίγο. Είχε και καφέ και τον κέρασε. Μιλήσανε για τον πόλεμο, για την πατρίδα, το μέλλον, τα γενιά που μιλούσαν όλοι – μα διφορούμενα κάπως. Και το πιο σπουδαίο, είπε ακόμα πως μπορούσανε να ιδωθούνε κι άλλη φορά και να μιλούσανε καθαρότερα – έτσι το ’πε ακριβώς: καθαρότερα – και δεν είπε ποιο. Να, γι’ αυτά, για τον πόλεμο, πρόσθεσε σε λίγο. Τώρα βιαζότανε δυστυχώς, έπρεπε να φύγει, πήγαινε στο γιατρό για τα δόντια του.

Είπε κι αυτός πως χαιρότανε πάρα πολύ και μεγάλη μας τιμή, κύριε ταγματάρχα, δηλαδή να μιλούσανε κι άλλη φορά – και βεβαίως θα ’ρχότανε και – καθαρότερα δηλαδή – το λέγειν του ρολογάκι πήγαινε πάλι. Ο ταγματάρχης σηκώθηκε, βγήκε μια στιγμή, πήγε στ’ άλλο δωμάτιο, ξαναγύρισε αμέσως με δυο μικρές κονσέρβες, του τις έδωσε.

- Για τη γυναίκα σου, είπε – και χαιρετισμούς. Μας τις δώσανε σήμερα στην Επιμελητεία – Ερυθρός Σταυρός – εγώ δεν το τρώω το κρέας – και καλύτερα όμως να μην τον βλέπαν οι γειτόνοι που βγαίνει μ’ αυτές – τα κουτιά, θα ξέρετε βέβαια, μη τα ρίχνετε εδώ στα σκουπίδια. Ζηλεύουν οι άνθρωποι, βλέπετε, πρόσθεσε σε λίγο.

- Έχουμε και λέμε, γυναίκα, ταγματάρχες δύο στην οικογένεια, είπε δίνοντας τις κονσέρβες στην Ευρυδίκη – δυο ωραίες κονσέρβες συμμαχικές, όχι κρέατα ματωμένα του Αντρόνικου. Και μου λες εμένα επιμελητεία κι Ερυθρός Σταυρός – καθαρότερα, κύριε ταγματάρχα… Και είχε γούστο, Ευρυδίκη, ταγματάρχης να ’ναι κι ο εαμίτης μας. Στρατηγείο το κάναμε, γυναίκα… Και μου λες εμένα δε θα το βρούμε…

Ήτανε χαρούμενος αυτό το βράδυ, πολύ χαρούμενος, γεμάτος ελπίδα και δύναμη. Ανάμεσα τώρα στους τρεις τους – κάπου εκεί μέσα, κάπως εκεί μέσα, έπρεπε κάτι ν’ αρχίζει. Θα το τραβούσε ως την άκρη.

- Τράβα το, λοιπόν, ως την άκρη, είπε η Ευρυδίκη, Από τον καιρό της Θήβας, πρώτη φορά ξανάβλεπε το μικρό θηρίο μέσα στα μάτια της.

Την άλλη μέρα σηκώθηκε και πρωί πρωί πήγε να βρει τον Αντρόνικο. Συγγενικότατος ο θείος τους πάλι. Κάθισε τότε κι αυτός και του ’πε πάλι πολλά. Πως όλα πήγανε πρίμα με το ταξίδι στα Φάρσαλα, πως τη μεγάλη δουλειά την είχε βάλει στο δρόμο της – ήταν απασχολημένος, πνιγμένος όλον αυτόν τον καιρό και γι’ αυτό δε φάνηκε. Για τα τάγματα όμως το μιλήσανε βέβαια πολύ με την Ευρυδίκη. Και κείνη το θέλει πολύ να ’ρθει – να ’ναι δω, μαζί με το θείο της. Να τελειώσει, λοιπόν, μ’ αυτές τις δουλειές και βεβαιότατα ξανάρχεται αμέσως.

- Τα σκέφτηκα και γω, είπε ο Ανδρόνικος. Τέλειωνε κι έλα – θα σου τα ’χω ετοιμάσει. Και θα σ’ αρέσει, θα ιδείς. Μήτε το σκέφτηκες εσύ. Ούτε να το φανταστείς δεν μπορείς πώς τα κανόνισα.

Δε θέλησε με κανέναν τρόπο να πει περισσότερα για το πώς τα κανόνισε. Να τελειώσει μόνο με τα φασόλια και τα ρεβίθια του και να τσακιστεί να ’ρθει να τον βρει. Να σωθούμε όλοι μας, δεν είπες;

- Έφυγε από κει με τις ελπίδες στερεωμένες – ένα το κρατούμενο ο θείος Ανδρόνικος. Δύο – ο εαμίτης. Όταν ξανάρθε σε λίγες μέρες ήταν έτοιμος να προχωρήσει πια και μ’ αυτόν. Είπε πως τον περίμενε πάρα πολύ. Ναι – να μιλούσανε μια φορά περισσότερο κάπως, όχι έτσι, το παζάρι για το χαρτί και να φεύγει.

- Και βέβαια να μιλήσουμε, Ανέστη, είπε αυτός.

Είχε, λοιπόν πρώτα πρώτα να του πει γι’ αυτή τη δουλειά του χαρτιού. Τώρα μόνο μπόρεσε να το μάθει, πως, βέβαια με τους μεγάλους εμπόρους είναι πια δυσκολότερο, όπως είπαν την άλλη φορά. Μα, κοίταξε να δεις τι γίνεται, αυτός έμαθε πως σε μικρότερες αποθήκες και στην Αθήνα και στον Πειραιά έχει μείνει μπόλικο χαρτί που μπορέσανε να το κρύψουν, δεν το δηλώσανε.

- Δεν ξέρω τι θ’ απογίνει με τα λεφτά, ως πού θα τις φτάσουν τις απαιτήσεις του. Από την πλευρά της επάρκειας όμως δε θα συναντήσουμε μεγάλες δυσκολίες στον αγώνα μας, είπε και τον τόνισε ξεχωριστά τον πληθυντικό.

- Βέβαια, πρέπει, είπε κι ο άλλος κι αυτό που τονίστηκε καθόλου δε φάνηκε να το πρόσεξε.

- Ε, βέβαια, είπε κι αυτός. Το χαρτί… Σπουδαίο όπλο για τον αγώνα μας, και τόνισε πάλι το μας. Κοίταξε τον άλλο στα μάτια. Είδε πως δεν του ’κανε πάλι καμιάν εντύπωση. Έπρεπε λοιπόν να του το πει κατακάθαρα, πως εδώ δεν πρόκειται καθόλου για εμπόριο και πως αυτός την υπόθεση του χαρτιού τη βλέπει σαν υπηρεσία στο έθνος, στην ιδέα.

- Μα είναι πολύ φυσικό, παρατήρησε ο άλλος.

- Πώς δηλαδή φυσικό; διαμαρτυρήθηκε πια. Νομίζεις δηλαδή πως ο άλλος διακινδυνεύει τη θέση του, την εμπορική του υπόσταση, την περιουσία του – και τη ζωή του την ίδια, για να το βρίσκεις εσύ φυσικό; Φυσικό το βρίσκεις δηλαδή πως το ’κλεισε το γραφείο του από την ημέρα που ανακατεύτηκε μ’ αυτό το χαρτί;

- Δεν πρέπει να ζημιώνεσαι, είπε ήσυχα ο άλλος. Μα για τους κινδύνους πρέπει να το ξέρεις, θα μεγαλώσουνε τώρα.

- Και ποιος, μιλάει για τον κίνδυνο; Έχουνε κι οι άλλοι πατριωτισμό, το ξέρουνε το καθήκον τους. Τι θέλετε εσείς δηλαδή – μονοπώλιο, συναγωνιστή μου;

- Και βέβαια, ο πατριωτισμός, το καθήκον, είπε ο άλλος – όλοι κινδυνεύουμε, Ανέστη – τι μονοπώλιο;

Η Ευρυδίκη καθότανε στο ντιβάνι, στην άλλη άκρη, δεν είχε μιλήσει καθόλου.

- Ε, όχι κι όλοι, διαμαρτυρήθηκε τώρα κι αυτή. Πόσοι κάθονται στ’ αυγά τους; Πόσοι θησαυρίζουν με τους Γερμανούς; Ο καθένας πώς να σωθεί…

- Όλοι μαζί θα σωθούμε, είπε ο άνθρωπος ήσυχα.

Σωπάσαν όλοι για μια στιγμή..

- Κάτσε μαζί μας, είπε η Ευρυδίκη. Έχω λίγα φασόλια.

Ο άνθρωπος κοίταξε το ρολόι του – κάθομαι, είπε. Ως τις εννιά.

Είπε πως τον λέγανε Δημήτρη – ψέματα, αλήθεια, τρέχα γύρευε εκείνα τα χρόνια με τους εαμίτες, ποιος ήτανε Πέτρος, ποιος ήταν Δημήτρης. Το ξέσφιξε ωστόσο κάπως το στόμα του – μίλησε σαν άνθρωπος, είπε κι αστεία, μιλήσανε πολλά και διάφορα. Μπόρεσε κι ο Ανέστης να του πει με την ησυχία του πως έπρεπε πια να μπει στην οργάνωση – μπορούσε ν’ αναλάβει σπουδαία καθήκοντα. Φυσικά, και το χαρτί δεν ήτανε μικρή δουλειά – μίλησε και γι’ αυτό πως έτσι που γίναν τα πράγματα, μπορούσε αυτός ν’ αναλάβει το χαρτί, να το εξασφαλίζει δηλαδή για όλες τις ανάγκες της οργάνωσης. Ο άνθρωπος τα βρήκε και τα δυο πολύ λογικά. Θα μιλούσαν, είπε, την άλλη φορά που θα ’ρχόταν. Πότε θα ’ρχόταν; Ναι μπορούσε από τώρα να τους το πει – να το κανονίσουν από τώρα. Την ερχομένη βδομάδα – αυτή την ώρα. Εντάξει;

- Εντάξει, είπε κι ο Ανέστης και φοβότανε πάρα πολύ μη φανερωθεί, μην ξεσπάσει η χαρά του, έτσι καλά που πήγαιναν όλα – ρολογάκι, ροδάνι πήγαιναν όλα, ευκολότατα…

Είχε αφήσει να περάσουν λίγες μέρες, να μη φαίνεται πως έχει δα την ανάγκη του – ύστερα πήγε στον ταγματάρχη. Αποφασισμένος τώρα πια για τα καθαρότερα. Καθίσανε, μιλήσανε πάλι τα γενικά, τα συνηθισμένα τα τέλειωσαν – αυτός σώπασε, ξερόβηξε μια φορά, ήτανε καιρός ν’ αρχίσουν – άφησε βέβαια τον άλλο ν’ αρχίσει, όπως φέρνεται ο έξυπνος άνθρωπος. Ο ταγματάρχης τον κοίταξε στα μάτια, χαμογέλασε. Σηκώθηκε, έφερε μια βόλτα στο δωμάτιο, με τα χέρια πίσω.

- Βέβαια, είπε, σαν να συνέχιζε μια κουβέντα αρχινισμένη. Οι Γερμανοί δε στέκουν καλά. Σ’ ένα χρόνο μέσα, σε δυο θέλεις; - πάνε στο διάβολο. Και θα φύγουνε βέβαια κι από δω. Και τότε – τι θα γίνει τότε;

Οι γενικότητες πάλι. Σήκωσε τις πλάτες του – κεραμιδαριό να γίνει, σκέφτηκε κι η λέξη του ’φερε γέλια μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη σοβαρότητα της συνάντησής τους. Ευτυχώς μπόρεσε αυτή τη φορά και τα κράτησε.

- Μην σηκώνεις τις πλάτες, αγαπητέ μου, είπε ο ταγματάρχης, αφήνοντας πια τον πληθυντικό. Οι κομουνιστές μ’ αυτό το ΕΑΜ έχουν επικρατήσει – δεν τα καταφέρνουν κι άσχημα. Και ιδού το πρόβλημα. Οι Άγγλοι δεν έχουν βεβαίως καμιάν όρεξη να τους αφήσουν στην Ελλάδα.

- Και τι μπορούν να κάνουν;

- Το τι θα κάνουν, δική τους δουλειά. Εγώ δε μετέχω πουθενά, είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος, βλέπετε. Είναι όμως φανερό, το αισθάνεται κανείς στον αέρα, η ώρα της δράσεως έφθασε.

- Και τι δράσεως δηλαδή; Τι μπορεί να κάνουν; Τι γνώμη έχετε εσείς;

- Γνώμη δεν έχω, δεν έχω σχέση. Είναι όμως πασίγνωστο. Ιδού, κάναν ένα στρατό στην Αίγυπτο.

- Μα δε θα τους θέλουν όλους στην Αίγυπτο.

- Πολύ λογικόν. Θα χρειάζονται βεβαίως ανθρώπους και δω. Έχουν ήδη μερικούς στα βουνά. Έχουνε και δω οργανώσεις, όπως άκουσα. Έχουνε και έντυπα – δεν τα είδα ποτέ.

- Οι άλλοι έχουν περισσότερα. Λοιπόν δεν τα βγάζουνε πέρα…

- Έτσι, όπως το είπες εσύ, όχι, δεν τα βγάζουνε πέρα. Γι’ αυτό, νομίζω, θα μαζεύουν κι αυτοί ανθρώπους δικούς τους.

- Τι δικούς τους; Τι να τους κάνουν;

Ο ταγματάρχης χαμογέλασε.

- Έξυπνος είσαι, Ανέστη. Πάντοτε σε συμπαθούσα. Τι να τους κάνουν; Φαντάζομαι θα ενδιαφέρονται πολύ για τέτοιους ανθρώπους που να ’ναι στα Τάγματα, να ’ναι στο ΕΑΜ, μα να ’ναι δικοί τους.

- Κατασκοπία δηλαδή;

- Νομίζετε εσείς, νομίζεις, αγαπητέ μου, πως ασχολείται σήμερα κανένας με τις λέξεις; Θέλουν ανθρώπους δικούς τους – είναι φυσικό, και παντού, παντού. Ας πούμε και σ’ αυτό το τετράγωνο, μέσα σ’ αυτό το σπίτι που ζούμε, εγώ και συ που δεν ξέρουμε τίποτα. Επαναλαμβάνω, μέσα στο ίδιο το σπίτι που ζούμε, θα τον χρειάζονται βέβαια τον άνθρωπο το δικό τους… Μπορεί να τον έχουν, μπορεί να ζητούν ακόμα κάποιον κατάλληλον. Με καταλαβαίνεις λοιπόν, πώς περίπου φαντάζομαι θα ’ναι τα πράματα μ’ αυτό το ζήτημα. Δικούς τους ανθρώπους στο ΕΑΜ, στα Τάγματα, παντού, σε όλη την Αθήνα, σε κάθε τετράγωνο – στο σπίτι που μένουμε, παραδείγματος χάριν.

Σωπάσαν.

- Έτσι βέβαια, θα ’ναι, είπε σε λίγο. Είναι πολύ φυσικό. Αλλά, θέλω να πω, περίεργος είμαι, πώς τους βρίσκουν… Και πώς τους βρίσκει κανένας…

- Αυτά τα πράματα ξέρετε, σημαίνουνε θάνατο, είπε ο ταγματάρχης ήσυχα. Μα για να τους βρει κανένας, δε φαντάζομαι να ’ναι δύσκολο. Όταν θέλει, μπαίνει στο ΕΑΜ, παραδείγματος χάριν, ύστερα κάπως πρέπει να βρίσκεται ο τρόπος, τους βρίσκει.

Σωπάσανε πάλι.

- Νομίζετε εσείς πως τους βρίσκει;

- Το νομίζω, είπε ο ταγματάρχης και τον κοίταξε στα μάτια. Το πρόσωπό του ήταν αυστηρό και κλεισμένο – δεν ήτανε τώρα το ψόφιο ανθρωπάκι.

- Και… μπορώ βέβαια να ξανάρθω;… Να μιλήσουμε δηλαδή…

- Βεβαίως, είπε ο ταγματάρχης. Αγαπητός γείτονας είστε. Πώς να μην ξανάρθετε; Είμαι βέβαιος πως θα ’ρθειτε… Στον άρρωστο φίλο σας, πρόσθεσε σε λίγο, μιλώντας πάλι στον πληθυντικό.

- Σε λίγες μέρες, λοιπόν, είπε αυτός, κοιτώντας τον στα μάτια για να δώσει τέλος σ’ αυτή την κωμωδία με τα σαλιαρίσματα και τις αρρώστιες.

- Σε λίγες μέρες, λοιπόν, είπε τότε κι ο ταγματάρχης.

ΙΙΙ

Να τα, λοιπόν, που μπήκαν όλα στο δρόμο τους. Όπως τα σκέφτηκε, όπως τα θέλησε – ανοιχτός ο δρόμος. Είναι βέβαιο πως κάπως περισσότερο περίπλοκα θα ’θελε να τα βρει, δυσκολότερα κάπως τα ’χε σκεφτεί. Δεν έχει καμιάν αμφιβολία πως πίσω απ’ αυτή την απλούστευση ένας κόσμος δεσποτικός, μονοκόμματος σηκώνει παντού τον τοίχο της Θήβας. Το ξέρει πως όλοι τους θα τον στριμώξουνε να τον περάσει τον τοίχο, να περάσει κι αυτός μέσα απ’ τον τοίχο, να παραδοθεί, να υποταχτεί, να τους τον δώσει τον εαυτό του στα χέρια τους. Μα δεν έχει πίσω, δεν έχει κανένα πίσω, τίποτα δεν είναι πίσω – η παραίτηση – και θα το μετάνιωνε ύστερα, θα ντρεπότανε σ’ όλη του τη ζωή.

Άρχισε από τον Ανδρόνικο.

Στο Τάγμα που πήγε τον βρήκε με το μπράτσο δεμένο – σφαίρα εαμίτικη. Είπε βέβαια πολλά για τη μεγάλη του συμπάθεια – θα τους σαρώσουμε, θείε, στενοχωριόταν ωστόσο που δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει να μιλήσουνε πια και για τη δουλειά. Σωπάσανε μια στιγμή. Ο Ανδρόνικος σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε.

- Τέλειωνε, Ανέστη, είπε ήσυχα, πολύ φιλικά, χωρίς εκείνες τις παρλαπίπες του. Τα πράματα αγρίεψαν… Αγρίεψαν πολύ, δεν έχει αστεία…

Ήταν χλωμός, ξενυχτισμένος, αξούριστος, αγριεμένος ακόμα από τη νυχτερινή συμπλοκή με τους εαμίτες. Κι η μέρα ήταν άσχημη, η φασαρία μεγάλη στο Τάγμα, ασταμάτητα μπαινοβγαίνανε στο γραφείο, ο Ανδρόνικος δεν είχε καιρό για κουβέντες. Ήταν όμως μέσα στη φωνή του και κάτι, έτσι όπως μίλησε, σάμπως να ’θελε να του πει πως τελειώσαν για σήμερα.

- Ήθελα πολύ να μπορούσαμε να μιλούσαμε κάπως ησυχότερα, είπε αυτός.

- Να μιλήσουμε, Ανέστη, είπε ο Ανδρόνικος. Δε χρειάζεται ησυχότερα, δεν είναι πολλά. Σου τα κανόνισα όλα.

- Δηλαδή;

- Θα ’ρθεις δω. Λοχαγός της επιμελητείας. Είναι πια κανονισμένο… Και τις έχεις έτσι και τις προμήθειες που ’παμε. Ονομασμένος αξιωματικός, αλλιώς δε γίνεται, καταλαβαίνεις. Τα ρέστα τα κανονίζουμε οι δυο μας – με καταλαβαίνεις, είπε και σηκώθηκε. Ήθελε να πει πως τελειώσαν.

- Βεβαιότατα, είπε. Περίφημα τα κανόνισες. Δε θα ’κανε τίποτα ωστόσο προτού ρωτήσει τον ταγματάρχη. Προτίμησε να μην πάει ακόμα – να συναντηθούνε στο δρόμο τάχα τυχαία. Είχε να του πει πως αυτές τις μέρες θα ξαναπήγαινε οπωσδήποτε ένα βράδυ στο σπίτι του – καταλαβαίνετε να μιλήσουνε.

- Είδατε πως δεν ξανάρθατε, τον πρόφτασε τ’ ανθρωπάκι μόλις τον είδε. Στον άρρωστο φίλο σας εσείς δεν ξανάρθατε.

- Λογάριαζα για την άλλη βδομάδα.

- Τη Δευτέρα δε θα με βρείτε πια, είπε ο Ταγματάρχης. Θα ’μαι στο νοσοκομείο…

Την Παρασκευή περίμενε τον εαμίτη – ρώτησε αν ήταν καλά για το Σάββατο.

- Ελάτε… Ξέρετε όμως… Εμένα δε μου αρέσουν αυτές οι μεγάλες, χωρίς νόημα συζητήσεις που κάνουν όλοι… Δεν έχω ενδιαφέρον. Με καταλαβαίνετε.

- Μάλιστα, σας καταλαβαίνω.

- Ελάτε, λοιπόν…

Τώρα πια δεν υπολειπόταν παρά ο Δημήτρης. Ήρθε κι αυτός την Παρασκευή του, την ορισμένη την ώρα. Μπήκε – είπαν πάλι κάτι, τα γνωστά, τα γενικά, τα συνηθισμένα – σωπάσανε. Ο Ανέστης τον περίμενε ν’ αρχίσει αυτός να μιλάει. Να του πει για τη σύνδεση με την οργάνωση – την απάντησή του. Ο άλλος δεν είπε τίποτα.

- Χαρτί; τον ρώτησε τέλος αυτός, για να ξεμπερδεύουν μ’ αυτήν την ανόητη σιωπή.

- Όχι, είπε ο άλλος. Δεν πρόκειται σήμερα για χαρτί.

- Και πώς δηλαδή δεν πρόκειται σήμερα για χαρτί.

- Απλούστατα, δεν πρόκειται για χαρτί. Και δε φαίνεται πως θα ’ναι δική μας δουλειά από δω και πέρα.

- Και λοιπόν;

- Άλλος είναι ο σκοπός μου.

- Κανόνισες, λοιπόν, τη σύνδεση με την οργάνωση;

- Ναι, τη σύνδεση με την οργάνωση, είπε και σώπασε. Πολύ φυσικό που την περιμένεις, είπε σε λίγο. Μα – κοίταξε, Ανέστη. Όσο είχαμε αυτή τη δουλειά του χαρτιού, δεν ήταν καλύτερα που δεν μπήκες πουθενά στην οργάνωση; Πολύ καλά την κάναμε οι δυο μας αυτή τη δουλειά.

- Δεν καταλαβαίνω καλά.

- Θέλω να πω για τη σύνδεση. Αφού έρχομαι δω η σύνδεση βέβαια υπάρχει. Μα να μπεις στην οργάνωση – για την ώρα καλύτερα να μην μπεις. Έχουμε κάτι άλλο να κάνουμε τώρα. Το τελειώνουμε, βλέπουμε πάλι. Αν μου πεις εμένα, δηλαδή αν ήταν εγώ ν’ αποφάσιζα μόνος μου προτιμούσα να μείνουμε έτσι όπως είμαστε - οι δυο μας. Δε σε ξέρει κανένας, δεν το φαντάζεται πως είσαι μαζί μας, πολλές υπηρεσίες μπορείς να προσφέρεις.

Λογικά μιλούσε ο συναγωνιστής. Και – το πιο σπουδαίο – του πρόσφερνε τώρα μονάχος του εκείνα που είχε στο νου να καταφέρει. Μια τέτοια σύνδεση, με το Δημήτρη μονάχα, ήταν το καλύτερο που θα ’θελε – για την ώρα, όσο να τα κανονίσει με τους άλλους δυο.

- Αφού νομίζεις, είπε. Λυπούμαι βέβαια μα τι να κάνουμε; Αγώνας είναι.

- Ακριβώς, είπε ο άλλος και βάλθηκε, ξεκούμπωνε και κούμπωνε το σακάκι του. Ήταν το συνήθειο του πριν μιλήσει. – Στην κουμπότρυπα του σακακιού στου το ’χεις φαίνεται, το μυαλό σου, του ’πε κάποτε η Ευρυδίκη και γελάσανε κι οι τρεις. Τώρα δε γελούσε καθόλου.

- Ένα παιδί, είπε τέλος.

- Παιδί;

- Μάλιστα, παιδί. Το παιδάκι ενός πατριώτη που εκτελέστηκε. Ένα κοριτσάκι τεσσάρω πέντε χρονών. Αυτή τη βδομάδα ο πατέρας του – ναι, τον σκότωσαν. Εκτελέστηκε. Η μητέρα πρέπει να κρύβεται. Δεν υπάρχουν συγγενείς…

- Δεν υπάρχουν δηλαδή συγγενείς, είπε κι αυτός.

- Όχι, δεν υπάρχουν – κανένας. Και πρέπει να το βάλουμε κάπου το παιδί. Σε μια καλή οικογένεια πατριωτών που δεν είναι εκτεθειμένοι. Για ένα μήνα – όσο να δούμε τι θ’ αποκάνουμε. Και θα πληρώσουμε φυσικά και τα έξοδά του. Δε γίνεται να τ’ αφήσουμε το παιδί.

- Σώπασε. Σώπασε κι αυτός – προσπαθούσε να βρει τι να πει.

- Λοιπόν, τι λες; αποφάσισε τέλος ο άλλος ν’ ανοίξει πάλι το στόμα το. Ο θυμός τον έπνιγε. Προσπαθούσε να κρατηθεί, να κερδίσει λίγον καιρό.

- Και βέβαια, δεν θα τ’ αφήσει το ΕΑΜ το παιδί. Τέτοιο παιδί.

- Όχι, Ανέστη – σε ρωτώ για σένα.

- Για μένα; Και τι δηλαδή;

- Να το ’παιρνες.

- Να το πάρω εγώ; Δεν το σκέφτηκα ποτέ πως ο αγωνιστής μπορούσε να σημαίνει νταντά.

- Δε θα προσπαθήσω να σε πείσω, είπε ο άλλος με την αιώνια αταραξία του. Σκεφτήκαμε για σας, ήρθα και στο λέω.

- Απορώ, βρε Δημήτρη, πώς το σκεφτήκατε. Ξέρεις, εμείς οι εμπόροι συνηθίζουμε σταράτα λόγια – είναι η δουλειά μας. Να σου πω την αλήθεια, Δημήτρη και να την ξέρεις. Ή δεν ακούς την ώρα που σου μιλάω ή δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Σου μίλησα την άλλη φορά για τον αγώνα, για την οργάνωση – είπες θ’ απαντήσεις. Και την έφερες σήμερα την απάντηση – ένα παιδί.

Καθώς μιλούσε εκεί, και προσπαθούσε να βρει τ’ αναγκαία, τα κατάλληλα λόγια, ξανάνιωσε ξαφνικά κείνο το κύμα της πίκρας, ξεχείλιζε μέσα του, ανέβαινε στο λαιμό και τον έπνιγε.

- Ξέρεις πολύ καλά κι εσύ να τους καταφρονείς τους μικρούς, είπε σε λίγο. Την ξέρετε όλοι τη δύναμή σας. Τρόμαξε με τον πληθυντικό που του ξέφυγε – ξανασώπασε. Δε θέλω να με βάνεις να σου νταντεύω μωρά, είπε τέλος, μ’ ένα παράπονο που δεν ήταν ψεύτικο.

- Μα δεν είναι το ίδιο! είπε ο άλλος. Τι προσβλήθηκες; Υπηρεσίες θέλεις να προσφέρεις – έχει καμιά σχέση ο τρόπος;

- Και θέλεις τώρα να πάρω αυτό το παιδί; Αυτός είναι ο τρόπος;

- Είναι κι αυτός ένας τρόπος…

Κατάλαβε πως ο θυμός του, η λύπη τον είχαν παρασύρει. Προσπάθησε πάλι να κερδίσει λίγον καιρό – να μην το κόψει το σκοινί – όχι δεν θα το ’κοβε εδώ το σκοινί.

- Καταλαβαίνεις όμως, είπε σε λίγο, πως για ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να μιλήσω πρώτα με τη γυναίκα. Δεν μπορώ να της κουβαλήσω ένα παιδί χωρίς να το ξέρει.

- Φυσικά. Σ’ αυτήν θα πέσει το μεγαλύτερο βάρος. Θα της πω κι εγώ της Ευρυδίκης.

- Να σου δώσω σε δυο τρεις μέρες την απάντηση.

- Δεν είναι ανάγκη για τόσο πολλά σούρτα φέρτα στο σπίτι σου, είπε ο άλλος και ξεκούμπωσε πάλι το σακάκι του. Ένα παιδί είναι βέβαια μεγάλη ευθύνη – το καταλαβαίνεις πολύ καλά. Δεν είναι μόνο το βάρος, ο μπελάς κι η φροντίδα, είναι κι η ευθύνη – καταλαβαίνεις. Θα μας το ζητήσουνε μια μέρα. Φυσικά θα πληρώσουμε τα λεφτά για τη φροντίδα – με το παραπάνω. Και φυσικά και τα χαρτιά του είναι εντάξει – ταυτότητα επαρχιακή και λοιπά, ανιψάκι σας από το χωριό. Πρέπει ωστόσο να σου το πω. Το παιδί κλαίει κάποτε τη νύχτα – ξυπνάει κάποτε, κλαίει. Τον πατέρα του τον πιάσανε νύχτα στο σπίτι – το παιδάκι τρόμαξε πολύ το καημένο, δε συνήλθε ακόμα. Βλέπεις, λοιπόν δεν είναι καθόλου αστεία – δεν ζητάμε νταντά, αγωνιστής χρειάζεται εδώ. Και βάρος είναι και κίνδυνος είναι μ’ αυτά τα κλάματα μέσα στη νύχτα – κι η ευθύνη μεγάλη. Τι προσβλήθηκες;

- Καλά ντε, μην το παίρνεις και κατάκαρδα. Είπαμε και μεις μια κουβέντα, συναγωνιστή… Και – το παίρνουμε, δεν το παίρνουμε το παιδί – δε θα τα χαλάσουμε. Δεν είναι έτσι;

- Για μας είναι βιαστικό, πολύ βιαστικό – εννοώ το παιδί, είπε ο άλλος σαν να μην άκουσε πάλι. Πρέπει να μιλήσουμε τώρα με την Ευρυδίκη, να τελειώνουμε. Αύριο το πρωί, από τις δέκα και τέταρτο ως τις δέκα και μισή, μια γυναίκα ηλικιωμένη θα στέκεται στην οδό Μάρνη, απ’ την Πατησίων, στην αριστερή γωνιά. Δίπλα της θα ’ναι το κοριτσάκι. Δε χρειάζεται ούτε σύνθημα, ούτε τίποτα. Το κοριτσάκι το λεν Ιοκάστη – πες τ’ όνομα στη γυναίκα και θα σου το δώσει. Στην τσεπούλα του, σ’ ένα μαντήλι θα ’χει και τις έξι λίρες – το φαΐ του για ένα μήνα. Αν δεν πας ως τις δεκάμιση, δε θα βρεις πια τη γυναίκα. Είναι πια κανονισμένο. Δε χρειάζεται να ξανάρθω γι’ αυτό.

Ο Ανέστης σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε. Είδε το πρόσωπό του αυστηρό και κλεισμένο, φροντιδιασμένο, κακό, με μια κοψιά στη μέση στα φρύδια – ίδιος ο ταγματάρχης – τρίτος ταγματάρχης της οικογένειας.

- Και φυσικά, συνέχιζε αυτός, σαν να διάβαζε ή να μονολογούσε – θα ’χουμε πάρει όλα τα μέτρα μας εκεί γύρω. Ξέρεις… εκείνα τα παιδιά τα δικά μας, με τα στεν κάτω από τις καμπαρντίνες… Όσο ν’ απομακρυνθείτε από κει δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος μήτε για σένα με το παιδί που θα ’ρθείτε προς τα δω μήτε για τη γυναίκα που θα φεύγει προς τα κάτω…

Πνιγόταν. Καιρό – λίγο καιρό μονάχα – μονάχα ως το Σάββατο. Πάσχιζε κάτι να βρει, να την ξεφύγει τη θηλιά που τον έπνιγε. Ένα μικρό παραστράτημα τώρα και χαλούσαν όλα – πρέπει τώρα, τώρα να το βρει, να μην κόψει το σκοινί.

Η Ευρυδίκη μπήκε, στάθηκε στ’ άνοιγμα της πόρτας.

- Όχι, Δημήτρη, είπε. Δε θα το πάρουμε το παιδί σας. Ούτε αύριο ούτε σε λίγες μέρες. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε γρήγορα γρήγορα, τα λόγια βγαίναν από το στόμα της κομμένα και δύσκολα. Δεν τα θέλουμε τα λεφτά σας, τις ιδέες σας – κανενός σας – και σταμάτησε κι αυτή τρομαγμένη με τον πληθυντικό που της ξέφυγε. Εμείς είμαστε φτωχοί, είπε σε λίγο και σώπασε – πνιγόταν.

Ο Ανέστης γύρισε και την κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν ξαναμμένο. Μέσα στα μάτια της έπαιζε ο φόβος. Δεν ήτανε το θηρίο του.

- Φύγε, Δημήτρη, είπε τέλος αυτή. Αν έχεις λίγο καρδιά, μην ξανάρχεσαι εδώ…

Συναντήθηκα ύστερα από χρόνια με την Ευρυδίκη – έξω απ’ την Ελλάδα, πολιτικός πρόσφυγας εγώ. Αυτή με γνώρισε πρώτη, με φώναξε, τη γνώρισα αμέσως κι εγώ, δεν είχαμε αλλάξει πολύ. Καθίσαμε κάπου, μείναμε λίγο μαζί. Τι απόγινα; Πολλά κακά μας περίμεναν, είπα, βάσανα πολλά, στο τέλος η ήττα. Δε μετάνιωσα για τίποτα. Δεκαπέντε χρόνια τώρα λείπω απ’ την Αθήνα, τα ξέρετε.

Αυτοί; Ύστερα μάθανε, τυχαία, πως δεν ήτανε ψέματα το Δημήτρης, πως ήμουν Κυψελιώτης. Σκεφτήκανε μερικές φορές να με ζητήσουν, εμένα δηλαδή να ζητήσουν, ν’ ανακατευτούν δε θέλανε πια πουθενά. Μείναν οι δυο τους. Μα κι έτσι πάλι δε γλίτωσαν.

Ο Ανέστης; Πέθανε ο Ανέστης, σκοτώθηκε. Τον σκοτώσανε τον Ανέστη της. Οι Γερμανοί. Λίγο πριν την απελευθέρωση, τον τελευταίο μήνα. Νύχτα, πήρανε μερικούς στην Κυψέλη, πήρανε κι αυτόν. Ο Αντρόνικος δεν ήτανε πια να βοηθήσει – είχε σκοτωθεί σε μια μάχη. Έτρεξε παντού, παρακάλεσε – δεν έκανε τίποτα. Τον είχε καρφώσει ο Μανούσης. Βιαζότανε, βλέπεις, να τον βγάλει από τη μέση, του ’ξερε όλα τα κακά του με τους Γερμανούς, δεν ήτανε μόνο τα φάρμακα. Το Μανούση τον σκοτώσατε ύστερα εσείς – κάνατε κι ένα καλό στον κόσμο. Αυτή ξαναπαντρεύτηκε. Κάνουνε τώρα πολλές δουλειές με τον άντρα της – σατανάς είναι αυτός, σ’ όλα μέσα. Όλα πάνε καλά – άξιος άνθρωπος είναι αυτός – αυτοκίνητα, Ολλανδίες, δολάρια – πολλά πολλά πράματα κάνουν. Και την αγαπάει – βέβαια την αγαπάει. Έχουνε και δυο παιδιά – μεγαλώσανε, τα χαίρεται. Μα τίποτα, τίποτα δεν είναι σαν τότε με τον Ανέστη, εκείνα τα χρόνια. Ο Ανέστης είχε μια ζεστή καρδιά. Παράξενος ήταν. Εκείνη η λαχτάρα του να ’ναι μόνος και να ’ναι λεύτερος. Εκείνο το πάθος του να καταπιάνεται μ’ όσα δεν έφτανε. Έκλαψε πολύ που της τον θύμιζα. Σταμάτησε κάποτε, σήκωσε τα μάτια της:

- Και τον ζόριζες όμως, μωρέ Δημήτρη, είπε χωρίς κακία. Πολύ τον ζόριζες με τον τρόπο σου.

- Και τον εαυτό μου τον ζόριζα. Και μπορεί να τον ζορίζω και τώρα. Τι άλλο μπορούμε τάχα να κάνουμε;

Δε φάνηκε να πολυκατάλαβε τι της έλεγα – ή δεν το πρόσεξε.

- Μπορούσε ωστόσο να σε προδώσει – το ξέρεις; Θυμάσαι που δ’ έδιωξα; Δεν το κάναμε.

- Το ξέραμε, της είπα. Και τι θα κέρδιζε;

- Και δε μου λες εσύ – τι κερδίσατε εσείς; Ορίστε, σας πελεκήσαν, σας ρήμαξαν – τη ρήμαξες κι εσύ τη ζωή σου. Σαχλαμάρες όλα. Όλα σαχλαμάρες, Δημήτρη – και βάλθηκε πάλι να κλαίει. Μια δυο φορές έσφιξε τις μικρές της γροθιές και τις χτύπησε στο τραπέζι, μ’ ένα πείσμα παιδιάτικο ολότελα. Σχεδόν αξιαγάπητο, έτσι όπως έκλαιγε – κι όχι μονάχα για τον Ανέστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου