Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΡΜΕΝΙΑ



ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΡΜΕΝΙΑ

Τα δόντια της όρασης θρυμματίζονται

Αβυσσαλέο και ξεγυμνωτικά φυσικό, το «Ταξίδι στην Αρμενία» του Όσιπ Μάντελσταμ προσφέρει στον αναγνώστη μια πρωτόγνωρη συνάντηση της ποίησης με την αρχιτεκτονική, τη βιολογία, την επαναστατική συνείδηση και τη γεωγραφία, πάνω στον τρυφερό αλλά και επονείδιστο χάρτη της Αρμενίας.

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

-Eσύ σε ποιον χρόνο θέλεις να ζήσεις;

- Θέλω να ζήσω στην προστακτική μετοχή του μέλλοντος, στην παθητική φωνή - στο «θα έπρεπε να είναι». Έτσι αναπνέω. Έτσι μου αρέσει. Υπάρχει εκεί μια ιππευτική, μια έφιππη ληστρική υπόληψη. Να γιατί μου αρέσει το περίφημο λατινικό «γερουνδιακό», αυτό το έφιππο ρήμα.

Το Ταξίδι στην Αρμενία του Όσιπ Εμίλιεβιτς Μάντελσταμ, του σπουδαίου και τυραννισμένου Ρώσου ποιητή με το άδοξο τέλος και τη βραδυφλεγή αλλά θορυβώδη αναγνώριση από τη Δυτική διανόηση, αποτελεί ένα ακόμη από τα συγκλονιστικά ανένταχτα μα και ολικά βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ταξιδιωτικό, ποιητικό, λογοτεχνικό, αυτοβιογραφικό, πολιτικά στοχαστικό, το ολιγοσέλιδο αποτέλεσμα της περιήγησης του Μάντλεσταμ στην Αρμενία αρπάζει απρόσμενα τον αναγνώστη. Διαβάζοντας τη μετάφραση του Γιώργου Χαβουτζά, που νυχοπατώντας μετέγραψε στα ελληνικά το κείμενο του σπουδαίου Ρώσου χωρίς να ρίξει κάτω ούτε ένα κόκκο σκόνης από τις λέξεις, όχι μόνο δεν χάνεις τίποτα από το κουκούτσι του κειμένου αλλά ανακαλύπτεις πίσω από τα τοπία της Αρμενίας την ιδεολογική και συναισθηματική τοπογραφία του Μάντελσταμ. Το Ταξίδι στην Αρμενία, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος, πλαισιώνει ιδανικά το ολιγοσέλιδο αφήγημα με επιστολές, εκτενή πρόλογο του μεταφραστή και αναλυτικές ερμηνευτικές σημειώσεις.

Πέρα από τη σημαντική λογοτεχνική του αξία, το Ταξίδι στην Αρμενία είναι ξεχωριστό γιατί έστρεψε ξανά τον Μάντελσταμ στην ποίηση, μετά από μια παρατεταμένη σιγή πέντε ετών, αν και όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1933 στο περιοδικό «Ζβεζντά» χαρακτηρίστηκε «πεζογράφημα ενός λακέ». Ταξιδεύοντας στην Αρμενία στο πλαίσιο μιας «κομαντιρόφκα», δηλαδή μιας οργανωμένης περιήγησης εργασίας που πραγματοποιούσαν εκείνη την εποχή Ρώσοι συγγραφείς με την εντολή να γράψουν εγκωμιαστικά σχόλια για την πρόοδο της τεχνολογίας, ένιωσε πάλι τη λυτρωτική ενόχληση του ποιητικού αιτήματος. Αντιστεκόμενος στη γελοιότητα της εντεταλμένης γραφής περί τεχνολογίας, ο Μάντελσταμ παγίωσε την κυριαρχία της αρχιτεκτονικής στον τρόπο σκέψης και γραφής του: «Χάιδευα τα κουκουνάρια. Αυτά ανατρίχιαζαν. Με έπειθαν. Στην κελυφώδη τους τρυφερότητα, στη γεωμετρική τους αφηρημάδα και ανεμελιά, αισθανόμουν τις αρχές της αρχιτεκτονικής, τον δαίμονα που με ακολουθούσε όλη μου τη ζωή».

Προσεγγίζοντας το βιβλίο, ακολουθεί κανείς πιστά τις οδηγίες του Μπρους Τσάτγουιν (ο οποίος ταξιδεύοντας στην Παταγονία είχε στην τσάντα του το Ταξίδι στην Αρμενία και το Στον καιρό μας του Χέμινγουεϊ): «Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου είναι αυτοεπεξηγηματικό. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να παρακαλέσει τον αναγνώστη να προσέξει κάθε γραμμή». Στις σημειώσεις του, ο ίδιος ο Μάντελσταμ σημείωνε ότι «η πεζογραφική αφήγηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα διακεκομμένο σημάδι του συνεχούς. Η αδιάλειπτη περιγραφή είναι αδύνατον να επιτευχθεί. Αυτό που έχει σημασία για την πρόζα είναι το περιεχόμενο και ο τόπος, και όχι το περιεχόμενο-μορφή». Όπου ο τόπος, είναι μια έννοια πέρα από τη γεωγραφία και αφορά πρωτίστως τη γλώσσα και τη βιολογία. Γράφει ο Μάντλεσταμ στην επιστολή του προς τη Μαριέτα Σεργκέγιεβνα Σαχινιάν: «Αντιμετέθεσα τη σκακιέρα από το λογοτεχνικό πεδίο στο βιολογικό, ώστε το παιχνίδι να γίνει εντιμότερο». Στο ταξίδι του στην Αρμενία ο Μάντελσταμ γνώρισε τον βιολόγο νεολαμαρκιστή Μπ. Σ. Κούζιν, ο οποίος διεύρυνε και επικύρωσε το ενδιαφέρον του Ρώσου ποιητή για τη βιολογία και τις επιστήμες της φύσης - αυτό το πλατύ ξέφωτο στη ζωή του που τον έκανε να υιοθετήσει το πρόσταγμα «εμπρός! Αux Ames! Aς ξεπλυθούμε από την ατίμωση της εξέλιξης».

Η Αρμενία ήταν ένα λογοτεχνικό άλλοθι για να κοινωνήσει ο Μάντελσταμ την αλήθεια του, γράφει ο Γιώργος Χαβουτζάς. Και όμως, αυτή η πυκνή συνάντηση βιολογίας, φιλοσοφίας, ιστορίας, ζωγραφικής, ποίησης, ορυκτολογίας, γεωγραφίας, δεν στερείται ούτε ένα κόμμα ποιητικής άρθρωσης. Ο Μάντελσταμ μοιάζει να κάνει ασκήσεις ποίησης πάνω στο νόμο της διατήρησης της ύλης, όπως σημείωνε η Ιωάννα Σαββίδου. «Ποιος Μπαχ και ποιος Μότσαρτ συνθέτει παραλλαγές στο θέμα του φύλλου του νεροκάρδαμου; Στο τέλος έλαμψε η φράση: "H συμπαντική ταχύτητα του νεροκάρδαμου που εκρήγνυται"» γράφει ο Όσιπ Μάντελσταμ στην ενότητα Μόσχα, ένα κεφάλαιο-παρένθεση, που κατά τον Τσάτγουιν επέτρεψε στον ποιητή να συγκρίνει την καρπουζένια κενότητα της Ρωσίας με την πληρότητα της ζωής των Αρμενίων, την τραχιά τους τρυφερότητα και την εξαιρετική οικειότητα με τον κόσμο των πραγμάτων.

Η πληρότητα αυτή δεν έχει σχέση μόνο με την αρχιτεκτονική «πρώτη σύγκρουση της αισθητικής μορφής με την ύλη της αρχαιοαρμενικής αρχιτεκτονικής... Τα δόντια της όρασης θρυμματίζονται και σπάζουν όταν κοιτάζεις για πρώτη φορά τις αρμένικες εκκλησίες». Ο Μάντελσταμ γεύεται δανεικά την πληρότητα και στην ίδια τη γλώσσα. «Ένιωσα χαρά προφέροντας ήχους απαγορευμένους για τα ρωσικά χείλη, ήχους μυστικούς, κολασμένους και ίσως ακόμα σ' ένα πιο βαθύ επίπεδο επονείδιστους. Ήταν ένα ανούσιο βραστό νερό σ' ένα τενεκεδένιο τσαγιερό και ξαφνικά έριξαν μέσα του μια πρέζα υπέροχου μαύρου τσαγιού. Έτσι αισθάνθηκα με την αρμένικη γλώσσα». Αλλά και «οι άνθρωποι αυτοί κουδουνίζουν τα κλειδιά της γλώσσας ακόμα και στην περίπτωση που δεν ξεκλειδώνουν κανέναν θησαυρό».

Ο Όσιπ Μάντελσταμ μεταδίδει την έλξη του βλέμματός του προς το τοπίο της Αρμενίας και ταυτόχρονα διατυπώνει ξεκάθαρα σε αυτό το ολιγοσέλιδο αφήγημα τις δυνάμεις που τον έχουν καταλάβει, κάνοντας μέθεξη την ανάγνωση του βιβλίου από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή του, κρατώ μια αποστροφή από την επιστολή του στη Σαχινιάν: «Ποιος είμαι εγώ; Ένας φανταστικός εχθρός της πραγματικότητας, ένας φανταστικός εχθρός της πραγματικότητας, ένας φανταστικός εξωμότης. Μπορώ να φυσήξω στο γάλα, αλλά να φυσήξω στην ίδια την ύπαρξη είναι κάπως γελοίο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου