Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΗΣ


Ο ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΗΣFREE photo hosting by Fih.gr

Κώστας Παρορίτης
(1878-1931). Ο Κώστας Παρορίτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Λεωνίδα Σουρέα)
γεννήθηκε στο Παρόρι ή Παρόρειο του νομού Λακωνίας, έξω από τη Σπάρτη.
Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή
του εργάστηκε ως ελληνοδιδάσκαλος, αρχικά στη Σπάρτη και από το 1907 ως το
1916 περίπου στο Σχολαρχείο της Ύδρας. Κατά την περίοδο της παραμονής του στην
Ύδρα έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του γλωσσικού του
προσανατολισμού υπέρ του δημοτικισμού του Ψυχάρη και στη στροφή του προς το
σοσιαλισμό, που αποκρυσταλλώθηκε μέσω της αλληλογραφίας του με τον Κωνσταντίνο
Χατζόπουλο την ίδια περίοδο. Από την Ύδρα πραγματοποίησε και την πρώτη του
επίσημη εμφάνιση (είχαν προηγηθεί δημοσιεύματά του στην εφημερίδα Σπάρτη και
το Σπαρτιατικόν Ημερολόγιον του Μ.Ι.Θεοδωρόπουλου το 1903) στη λογοτεχνία με
την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Οι νεκροί της ζωής, η ιδεολογική στράτευση
της οποίας οδήγησε στην παύση του για ένα μήνα από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο
το 1908. Διηγήματα και άρθρα δημοσίευσε κυρίως στο Νουμά, αλλά και σε έντυπα
όπως το Εθνικόν Ημερολόγιον του Σκόκου, οι Νέοι Βωμοί, η Μούσα, ο Πυρσός, το
Μικρασιατικό Ημερολόγιο, τα Γράμματα Αλεξανδρείας και αργότερα (μετά το 1920)
στις εφημερίδες Ελεύθερος Λόγος, Δημοκρατία, Ελεύθερος Λόγος και Ριζοσπάστης,
ενώ υπήρξε επίσης μέλος της Καλλιτεχνικής Συντροφιάς του καφενείου Μαύρος
Γάτος και της Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ένωσης (ήδη από το 1909). Με
αφετηρία το χώρο του ηθογραφικού διηγήματος και το ρομαντισμό του Wolfgang
Goethe, ο Κώστας Παρορίτης οδηγήθηκε στη συνέχεια στη μυθιστορηματική
απεικόνιση της ζωής των εσωτερικών μεταναστών και των περιθωριακών τύπων της
Αθήνας, με επιρροές από τη γαλλική και ρωσική λογοτεχνική παραγωγή του
σοσιαλιστικού ρεαλισμού και κινούμενος στο πλαίσιο της κοινωνικά στρατευμένης
δημοτικιστικής λογοτεχνίας συγγραφέων όπως ο Δημοσθένης Βουτυράς και ο
Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Διαχωρίστηκε ωστόσο από τους πρώτους έλληνες
σοσιαλιστές συγγραφείς (Χατζόπουλο, Ταγκόπουλο κ.α.), καθώς παρέκκλινε από τη
θεωρία του νατουραλισμού για τον κυρίαρχο ρόλο του περιβάλλοντος στην
ανθρώπινη μοίρα και υποστήριξε τον οραματισμό μιας νέας κοινωνικής
πραγματικότητας με απαραίτητη προϋπόθεση τη δραστηριοποίηση των εργατικών και
γενικότερα των λαϊκών στρωμάτων. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα
Παρορίτη βλ. Άγρας Τέλλος, «Παρορίτης Κώστας», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια
19. Αθήνα, Πυρσός, 1932, Γιαλουράκης Μανώλης, «Παρορίτης Κώστας», Μεγάλη
Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Ζήρας
Αλεξ., «Παρορίτης Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική
Αθηνών, 1988 και Ζήρας Αλέξης, «Κώστας Παρορίτης», Η παλαιότερη πεζογραφία
μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ι΄ (1900-1914),
σ.366-391. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ



Φύσηξε μεσα στις παγωμένες χούφτες τη ζεστή ανάσα του για να τις ζεστάνει, χτύπησε χάμω στο σάπιο πάτωμα δυνατά τα πόδια του, ζύγωσε στην τζαμένια πόρτα και κοίταξε έξω. Έρημος ο δρόμος, ο αγέρας που σφύριζε, είχε σαρώσει κάθε κίνηση. Στο αντικρινό αυλακάκι, το νερό είχε σταματήσει τώρα μία επιφάνεια σαν από ραγισμένα χοντρά τζάμια. Ένα σκυλί πέρασε τρέχοντας, με τ΄ αυτιά κατεβασμένα, και με την ουρά χωμένη στα σκέλια του σαν ζεματισμένο. Ξαναχτύπησε χάμω τα πόδια του. Η μύτη του ακουμπούσε πάνω στο κρύο τζάμι που ήτανε θολό από τις ανάσες. Σκούπισε λιγάκι με τα δάχτυλά του την άχνα για να βλέπει καλύτερα όξω.

Ο αμαξάς που στάθμευε απόξω με το μόνιππό του, ζύγωσε το γέρικο άλογο που έτρεμε σύγκορμο, του τοποθέτησε καλύτερα τη μάλλινη κουβέρτα που είχε απλωμένη στην πλάτη του, του χάιδεψε λίγο τη μούρη του, σαν να του ’λεγε «κουράγιο, κι εγώ κρυώνω, δεν κάναμε κανένα αγώι σήμερα μ΄ αυτόν τον καιρό» ενώ εκείνο σα να ’θελε να δείξει την ευγνωμοσύνη του, χλιμίντρησε σιγαλά, ανοίγοντας τις μασέλες του για ν΄ αφήσει να φανούνε δυο σειρές κίτρινα γέρικα δόντια.

Ο νέος που κοίταζε όξω, σήκωσε τώρα τα μάτια του στον ουρανό. Πω πώ. Τι ουρανός είναι αυτός. Τι σύννεφα. Τι παράξενα χρώματα, Και τι ποικιλία χρωματισμοί από το βαθύ μαύρο ως το μουντό.

Ένας ουρανός που σου κάθεται στο στήθος, που σου γιομίζει την ψυχή μελαγχολία που σε κάνει όλα να τα βλέπεις μαύρα, που σου φέρνει στο μυαλό τις πιο απαισιόδοξες σκέψεις. Τραβήχτηκε από το τζάμι.

– Τι πλήξη.

Ζύγωσε στο τραπέζι που καθότανε η παρέα του. Ήτανε όλοι νέοι: Ο ένας διάβαζε εφημερίδα, φαινότανε βυθισμένος στο διάβασμα. Άξαφνα πέταξε πάνω στο τραπέζι την εφημερίδα λίγο ακόμα και θα την κουρέλιαζε από το θυμό του.

– Τι ηλίθιο, τι ηλίθιο φώναξε.

– Ποιο;

– Το άρθρο του για τους σοσιαλιστές.

– Δεν το ξέρεις; Όσο πιο ηλίθιο τόσο πιο πολύ αρέσει σ΄ αυτούς που τονέ διαβάζουνε.

– Σ΄ αυτούς που τον πληρώνουνε δε λες καλύτερα;

– Λες να πληρώνεται;

– Ου! Θέλει και ρώτημα; Θαρρείς πως τα πιστεύει αυτά που γράφει; Μα δε φταίει, έτσι τονέ βάζουνε να γράφει, την πέννα του την έχει βγάλει στο σφυρί. Μία, δύο, άλλος… έχει άλλον, έχει άλλον; Έχει κανέναν άλλον; Λοιπόν όποιος βάλει τα περισσότερα του κατακυρώθηκε η πέννα.

– Και ο κοσμάκης που τονέ ρουφάει κάθε πρωί που να ’ξερε τι κουμάσι κρύβεται πίσω από τ΄ άρθρα του.

Ο άλλος έφερε το χοντρό φλιτζάνι στα χείλια του.

– Να σου πω. Καλά να τα πάθουνε. Ας ξυπνήσουνε για να μην τους κοροϊδεύουνε.

Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά φασκομηλιά, φχαριστημένος σαν να ανακάλυψε καμιά μεγάλη αλήθεια με αυτό που είπε.

Άρχισε να βραδιάζει. Σε κάποια παράθυρα προβάλανε τα πρώτα φώτα.

Αυτή την ώρα ο δρόμος προβάλει πιο μελαγχολικός. Μερικοί εργατικοί φορτωμένοι τα εργαλεία τους, γυρίζανε στα σπίτια τους. Αν βρούνε λίγο ζεστό φαΐ τίποτες χόρτα ή καμιά φασουλάδα πάει καλά, αλλιώς η γυναίκα τους ξέρει τι γκρίνια την περιμένει· όλα του φταίνε, θα δείρει το παιδί του κι αυτήν θα την περάσει γενεές δεκατέσσερες.

Ο καφετζής περίμενε ν΄ απλωθεί καλά το σκοτάδι για ν΄ αποφασίσει ν΄ ανάψει το φως.

– Δεν μπορώ να διαβάσω, είπε ο ένας που κρατούσε στα χέρια του τον πρώτο τόμο της Γραμματολογίας του Μιστριώτη.

Αυτός ήτανε ένας φοιτητής της φιλολογίας που είχε τον πρώτο χρόνο στο Πανεπιστήμιο· τονέ λέγανε Γιάννη και ήτανε από κάποιο χωριό της Μακεδονίας.

– Κυρ Πέτρο, δεν ανάβεις κανένα φως; Ο καφετζής κάτι μουρμούρισε. Σε λίγο έγινε φως. Ο θεός να το κάνει φως.

– Ηλεχτρικό είναι αυτό ή λυχνάρι;

– Το λυχνάρι φέγγει καλύτερα. Ο Γιάννης πήρε πάλι το βιβλίο στα χέρια και κόλλησε το μούτρο του στην ανοιχτή σελίδα. Βιαζότανε να τελειώσει κείνο το κεφάλαιο που μιλούσε για τα ομηρικά ποιήματα.

Ο αμαξάς ανέβηκε επί τέλους στο μόνιππο, έριξε για τελευταία φορά μια ματιά γύρω του μπας και ιδεί να ’ρχεται κανένα αγώι και τράβηξε τα γκέμια του αλόγου,

– Γκίνια σήμερα, ψιθύρισε. Το άλογο που είχε χαμηλωμένο το κεφάλι του σαν να ήτανε βυθισμένο σε βαθιές σκέψεις, τινάχτηκε απότομα σαν δυσαρεστημένο γιατί του χαλάσανε τη σειρά των λογισμών του. Τι να συλλογιζότανε τάχατε; Πως μπορούσε να κοιμηθεί και νηστικό.

Οι στάλες της βροχής χτυπούσανε αργά, ρυθμικά τα θολά τζάμια. Σιγά-σιγά, γινόντανε πιο γλήγορες και σκεπάσανε όλα τα τζάμια. Τώρα ακουγότανε το νερό να χτυπά στις πλάκες του πεζοδρομίου κι απάνω στους τσίγκους των μαγαζιών. Στο αυλάκι του πεζοδρομίου σχηματίστηκε τώρα το πρώτο ποταμάκι που κατέβαζε όλες τις βρώμες του δρόμου.

Το καφενεδάκι γιόμισε ανθρώπους που τρέχανε να προφυλαχτούνε. Πιασμένα όλα τα τραπεζάκια κι΄ ανοίγοντας φέγγανε τα νυσταγμένα γλομπάκια που κάνανε τα μούτρα τους να φαίνονται άρρωστα.

– Ακόμα θα στέκεσαι στο παράθυρο; φωνάζει ο Γιάννης σηκώνοντας τα μάτια του από το βιβλίο.

Κείνος δεν εννοούσε να ξεκολλήσει τη μούρη του από τα τζάμια. Το νερό που κατέβαινε τώρα ορμητικό στα αυλάκια του πεζοδρομίου τους απορροφούσε όλη την προσοχή στο ένα θέαμα πολύ περίεργο και διασκεδαστικό.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας νέος. Τράβηξε ίσια στο βάθος του μαγαζιού σα να ήξερε καλά τα κατατόπια λες και είτανε κανένας παλιός γνώριμος. Φορούσε παλτό με σηκωμένο γιακά.

Ζύγωσε στην παρέα, απίθωσε στο τραπέζι την ρεμπούπλικά του που έσταζε και κάθισε κι αυτός στον καναπέ κοντά στους άλλους. Το ύφος του είτανε βαρύ το πρόσωπό του σκοτεινό.

– Βροχή, του είπε ο Θέμος.

– Τηνέ βλέπω, δεν είμαι στραβός.

Είχε ένα ύφος ξινό και σα να βιαζότανε να μπει αμέσως στο θέμα.

– Τα μάθατε;

– Τι να μάθουμε.

– Το νέο νομοσχέδιο.

– Δηλαδή!

– Πρέπει ν΄ αλλάξουμε επάγγελμα.

– Δεν σε καταλαβαίνω, Περικλή.

Έναν καφέ κυρ Πέτρο, φώναξε ο Περικλής τρίβοντας τα χέρια του.

– Λοιπόν;

– Να ο υπουργός της παιδείας αποφάσισε να χτυπήσει την αγραμματοσύνη σε βάρος μας.

– Και τι του φταίμε εμείς;

– Φαίνεται πως του φταίμε. Θα υποβάλει νομοσχέδιο για υποχρεωτικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο.

– Αυτό δε μας ενδιαφέρει εμάς.

– Αυτό όχι, μα κάτι άλλο… Αυξάνει τα τέλη…

Ο Γιάννης πέταξε χάμω το Μιστριώτη.

– Μίλα καλά, είπε ανήσυχος.

– Αυτό που σας λέω.

Η βροχή έπαψε τώρα πια την παράξενη πένθιμη μελωδία πάνω στα τζάμια που τάδερνε αλύπητα.

Ένα αυτοκίνητο πέρασε βιαστικό κι η λάμψη που χύνανε δύο μεγάλα φανάρια του φώτισαν για μια στιγμή το θολό νερό που κυλούσε στο δρόμο με βουητό.

– Εγώ διάβασα αποψινές εφημερίδες, δεν γράφουνε τίποτα, είπε ο Θέμος.

– Θα γράψουνε αύριο. Το ’μαθα στο γραφείο. Απόψε υποβάλλεται το νομοσχέδιο.

Γίνεται σιωπή.

– Καλύτερα, τι χρειάζονται τόσοι επιστήμονες; είπε ένας από το διπλανό τραπέζι, μπαίνοντας απροσκάλεστος στη συζήτηση.

Ο Περικλής γύρισε τον κοίταξε και δεν του είπε λέξη.

– Τι χρειάζονται τα πολλά γράμματα για να γίνουνται άθεοι; Στον καιρό το δικό μας δεν ξέραμε να διαβάσουμε κι όμως πιστεύαμε θεό. Τώρα δεν ξέρει το σκυλί τον αφέντη.

Ήτανε ένας γεροντάκος με ψαρά γενάκια και μικρά ματάκια που περίμενε ευκαιρία να χωθεί κι αυτός στη συζήτηση. Μα και πάλι δεν τους έδωσε καμία απόκριση.

– Και πόσο λένε να τ΄ αυξήσουνε ρώτησε ο Θέμος.

– Αυτό είναι το φοβερότερο. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το τριπλάσιο.

– Α!, έκανε ο Θέμος. Και πρόστεσε.

– Δηλαδή το πανεπιστήμιο μένει πια μόνο για τους πλούσιους. Εμείς οι φτωχοί ήρθε ο καιρός να του δίνουμε.

– Δουλειά, δουλειά παιδί μου. Η δουλειά είναι πλούτος. Τι τα θέλεις τα ψωροδιπλώματα; Αυτά δεν δίνουνε ψωμί, είπε πάλι ο γέρος ευχαριστημένος γιατί έβλεπε να θριαμβεύουν οι ιδέες του.

– Μωρέ μπάρμπα, έτσι να ιδείς καλή ψυχή, δε μας αφήνεις κι εσύ στη στεναχώρια μας, γύρισε και του είπε απότομα ο Περικλής.

– Καλά, βρε παιδιά, δεν ξαναμιλάω μα να ξέρετε έτσι είναι όπως το λέω εγώ.

Μια δυνατή βροχή έκανε τα τζάμια της πόρτας να τρίξουνε και μια λάμψη σαν αστραπή φώτισε για μια στιγμή το δρόμο. Όξω ακουγότανε η βουή του νερού που κατέβαινε από το δρόμο με ορμή, σα να βούιζε η μηχανή καμιάς φάμπρικας μακριά.

Μερικοί που δε βρήκανε καρέκλα να καθήσουνε, στεκότανε όρθιοι πίσω από την είσοδο και βλέπανε το νερό που είχε καβαλήσει τώρα το πεζοδρόμιο. Μέσα στο μαγαζί με τα τσιμπλιασμένα γλομπάκια, άλλοι σκυμμένοι στις βραδινές εφημερίδες διαβάζανε τις φριχτές λεπτομέρειες για το έγκλημα που ανακαλύφτηκε χτες, άλλοι παρακολουθούσανε τη συναυλία της βροχής με τις βροντές άλλοι χαζεύανε δίχως τίποτα να συλλογιούνται, κι οι πιο πολλοί ήτανε βυθισμένοι στο τάβλι. Τακ, τακ, τακ, ... Ένας κρότος ξερός μονότονος, ξενευριστικός που παρακολουθούσε κάθε πέταγμα των ζαριώνε μέσα στο τάβλι…

Κείνοι συζητούσανε. Η ανησυχία είτανε ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Δεν ήτανε και μικρό πράμα, να τριπλασιαστούνε τα τέλη, σήμαινε να διακόψουνε στη μέση τις σπουδές τους, κι από επιστήμονες που λογαριάζανε, να καταντήσουνε τεχνίτες, γιατί τέτοια μεγάλα βάρη κανενός οι ώμοι δεν ήτανε ικανοί να τα βαστάξουνε.

Ένας άνθρωπος σηκώθηκε αργά από τον καναπέ που καθότανε και στάθηκε όρθιος. Θα είτανε εξηντάρης, Άψηλός, μ΄ ένα μακρύ τριμμένο παλτό που του ’φτανε ως τα νύχια, με μια μεγάλη φαράκλα κι ένα πρόσωπο μακρουλό, με κάτι μάγουλα πλαδαρά, σα γλυμένα και κόκκινα.

Πάνω στο τραπεζάκι είχε απλωμένα κάτι δεμένα χοντρά βιβλία, ποιος ξέρει τι βιβλία να ήτανε. Ανακάτεψε κάμποσο τα βιβλία, διάλεξε ένα, το πήρε, γύρισε κάμποσα φύλλα και στάθηκε σε μια σελίδα. Έπειτα γύρισε τα μάτια του στα διάφορα τραπεζάκια και είπε.

– Απόψε κύριοι, θα ερμηνεύσωμεν Πίνδαρον!

Μιλούσε φυσικά, αβίαστα, δίχως καμιά ταραχή σα να βρισκότανε όχι σε καφενέ μα σε καμιά σάλα σχολειού. Μερικοί από κάποια τραπεζάκια σηκώσανε τα κεφάλια τους και τον κοιτάξανε αδιάφορα. Σε κανένανε δεν έκανε εντύπωση ή απροσδόκητη αυτή διδασκαλία σα να είτανε συνηθισμένοι στο θέαμα.

– Ο Δάσκαλος, είπε ο Περικλής.

– Λοιπόν, κύριοι, ας αναγνώσωμεν κατά πρώτον το κείμενον· θα σας το αναγνώσω εννοείται, όπως συνήθως, κατά την ερασμιακήν προφοράν.

Άρχισε να διαβάζει με μεγάλη φωνή. Κάποιος ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

– Μωρέ, Κινέζικα είναι αυτά; Ο Δάσκαλος ξακολουθούσε ατάραχα το διάβασμα δίχως κανείς να προσέχει στα λόγια του και δίχως να διακόψει κανείς το παιγνίδι του ή το διάβασμα της εφημερίδας του.

– Και να συλλογιέται κανείς πως όλα αυτά τα σοφίζεται αυτός ο ρεκλαμαδόρος, μουρμούρισε ο Περικλής.

– Λες για τον υπουργό μας;

– Για ποιόν άλλονε. Για να γράψουνε οι εφημερίδες. Πεθαίνει για ρεκλάμα. Να τον πούνε αναμορφωτή της παιδείας κι ας πάρει τον κόσμο στο λαιμό του.

– Τι έχει να χάσει ελόγου του; Αυτός καλά έχει και τρώει και πίνει.

– Και συντηρεί και ερωμένες. Δεν είδες τι του ’γραψε προχτές το Νέον Πνεύμα.

Αν του βαστάει ας τον καταγγείλει! Ο Περικλής είχε βυθιστεί σε σκέψη.

– Δε βγαίνει τίποτις από αυτά. Ας κάνει ό,τι θέλει. Ας έχει και δυο και εικοσιδυό ερωμένες. Μονάχα να μη ζητάει να κάνει το μεταρρυθμιστή στη ράχη μας.

Ο Δάσκαλος χτύπησε τη γροθιά του δυνατά πάνω στο μάρμαρο.

– Αυτή είναι η αληθής ερμηνεία του χωρίου. Ο Ερουερδήν σφάλλεται δεινώς.

– Ποιος είναι αυτός δάσκαλε, ακούστηκε μια φωνή από ένα τραπέζι.

– Οφείλετε να τον γνωρίζετε, απάντησε κείνος με τόνο αυστηρό και αξιωματικό.

– Προχωρούμεν εις την ερμηνείαν της ωδής.

Κανείς δεν πρόσεχε στα λόγια του. Μόνο το γκαρσόνι με μια λιγδιασμένη πετσέτα στην αμασκάλη, είχε ζυγώσει και τον παρατηρούσε στα μάτια με περιέργεια.

– Μωρέ να μη βαριέται αυτός ο άνθρωπος, μουρμούρισε αποφθεγματικά καθώς έκανε ν΄ απομακρυνθεί ύστερα από πολλήν ώρα. Η συζήτηση στην παρέα είχε ανάψει.

– Μα τη μπορούμε να κάνουμε εμείς; Πως μπορούμε να αντιδράσουμε άμα το αποφάσισε η Κυβέρνηση;

– Αυτό θα το ιδούμε, είπε ο Περικλής. Είμαστε άντρες. Δεν θ΄ αφήσουμε αυτό το… να μας…

– Έχεις τίποτε στο νου σου;

– Δεν ξέρω. Θα ιδούμε.

Έπειτα έβγαλε το ρολόι του και κοίταξε.

– Ώρα να πηγαίνω. Αύριο έχουμε εξασέλιδο και θάναι βουνό ύλη.

Σηκώθηκε. Ζύγωσε στο τζάμι και κοίταξε όξω. Η βροχή είχε σταματήσει μα το νερό κυλούσε με ορμή στ΄ αυλάκια των πεζοδρομίων.

Έχωσε βαθειά τη ρεμπούπλικα στο κεφάλι, σήκωσε το γιακά του παλτού γύρω στο λαιμό του και τράβηξε κατά την πόρτα. Ό,τι είχε τελειώσει κι ο Δάσκαλος το μάθημά του και μάζεψε τα βιβλία του.

– Αύριον θα ερμηνεύσωμεν την επόμενη ωδήν, φώναξε.

*

* *

Ο αγέρας που λυσσομανούσε όλη τη νύχτα, έκανε το θάμα του, τον ξερίζωσε τον ξύλινο στύλο, με το μικρό ηλεχτρικό γλομπάκι που καμωνότανε πως φώτιζε το δρόμο. Δηλαδή δεν τον έριξε, μα τον ξεθεμέλιωσε, Τώρα ο στύλος στέκεται γερμένος, με τη ρίζα του μισοχωμένη στο χώμα του λάκκου, και είναι τα σύρματα του ηλεχτρικού που είναι δεμένα απάνω του, που τον κρατούν έτσι σ΄ αυτή την παράξενη στάση.

Αν κοπούνε τα σύρματα θα σωριαστεί χάμω φαρδύς πλατύς. Και ο αγέρας ξακολουθεί να φυσάει τρελά.

Καθώς βλέπω από το παράθυρό μου το στύλο μισογερμένο να σαλεύει εδώ κ΄ εκεί, θαρρώ πως βλέπω το πτώμα κανενός ανθρώπου που τον κρεμάσανε και τον αφήσανε εκεί κρεμασμένο για κοροϊδία.

Οι τυπογραφοι που είχανε πάει να φάνε, δεν είχανε ακόμα ξαναρχίσει δουλειά. Η μεγάλη σάλα της στοιχειοθεσίας με τα κιβώτια που είχανε τα στοιχεία στη σειρά, είτανε έρημη, και βυθισμένη σ΄ ένα μισόφωτο.

Μόνο στο βάθος έλαμπε ένα γλομπάκι φωτίζοντας έναν άνθρωπο που είτανε σκυμμένος πάνω σ΄ ένα τραπεζάκι.

Ήτανε ο Περικλής. Μπροστά του απλωνόντανε κάτι στενόμακρες τυπωμένες σελίδες. Τα δοκίμια. Είχε νευριάσει. Τα μάτια του είχανε κουραστεί σ΄ αυτή την ξενευριστική δουλειά. Γράμματα ήτανε αυτά ή τζίφρες και γρίφοι. Και τι ανοησίες, Θε μου. Να διορθώνεις ανοησίες και να ξέρεις πως αυτές οι ανοησίες και με τη βοήθεια τη δική σου, θα δημοσιευθούνε, θα κυκλοφορήσουνε, κι ο κόσμος με την τυφλή εμπιστοσύνη που νοιώθει σε κάθε τυπωμένο χαρτί, θα τις διαβάσει θα τις καταπιεί. Μωρέ τροφή για το λαό! Πνευματική τροφή μια φορά! Και ύστερα σου λένε ο τύπος μορφώνει! Πφ! Ας μορφώσει πρώτα το εαυτό του κι αν του περσέψει, ας δώσει και σ΄ άλλους. Ο καλύτερος τρόπος να μορφώσουνε οι εφημερίδες το λαό ένας είναι. Να πάψουνε να βγαίνουνε! Έχουνε το κουράγιο να κάνουνε αυτή τη θυσία για το λαό; Αμ δε...

Καθώς τραβούσε αδιάκοπα γραμμές στο περιθώριο, ο νους του έκανε αυτές τις σκέψεις. Ποτέ του δεν μπόρεσε να νοιώσει μερικά πράματα. Ο τύπος λέει είναι ο άμβωνας! Ποιος άμβωνας μωρέ. Επιχείρηση εμπορική δε λες, να είσαι μέσα; Έμπορος είναι και ο δημοσιογράφος σαν κάθε άλλον, κι ο σκοπός του δεν μπορεί να ’ναι άλλος κανείς, παρά πώς να ξεπουλήσει, πώς να τραβήξει πελατεία. Πώς; Με κάθε τρόπο. Καλό και κακό. Πως διάλο βρίσκουνται ακόμα άνθρωποι που δεν μπορέσανε να νοιώσουνε αυτή τη στοιχειωδέστατη αλήθεια.

Οι τυπογράφοι είχανε ξαναπιάσει δουλειά. Τα ηλεχτρικά γλομπάκια χύνανε ένα αποτυφλωτικό άσπρο γαλαχτώδικο φως πάνω στα ψηλά κιβώτια με τα μαύρα στοιχεία, που μοιάζανε σα μαύρα σκουλήκια που βγαίνανε από τις τρύπες τους. Τόσο φως από πάνω να φωτίζει τόσο σκοτάδι από κάτω. Και καθώς το συλλογιότανε κείνη την ώρα σκυμμένος απάνω στο τραπεζάκι του, του φαινότανε πως κάθε στοιχείο ήτανε κι από ένα βόλι θανατερό που έμελλε να μπηχτεί στη σάρκα του λαού. Τόσα εκατομμύρια στοιχεία, τόσα εκατομμύρια βόλια.

Αν αυτά τα μαύρα στοιχεία νοιώθανε τον προορισμό τους, τη δύναμη που κρύβουνε, το κακό που κάνουνε, τι μεγάλοι ευεργέτες του λαού θα μπορούσανε να αναδειχτούνε αν πέφτανε σε τίμια χέρια.

Η πόρτα άνοιξε και κάποιος ζυγώνει τον αρχιεργάτη και του λέει.

– Να κρατήστε μια στήλη για τις δηλώσεις του υπουργού.

Ο Μεταρρυθμιστής είναι στις δόξες του απόψε. Από το βήμα της Βουλής, που το ’χε καβαλικέψει απόψε σαν καλός καβαλάρης, ευαγγελίζεται στο Πανελλήνιο τα νέα κατορθώματά του. Τίποτα δεν θ΄ αφήσει αμεταρρύθμιστο. Απόψε είναι η σειρά της Παιδείας. Ο Μεταρρυθμιστής έπιασε από τα κέρατα τον ταύρο της αγραμματοσύνης και πάλεψε μαζί του. Στα τελευταία τούμπηξε το στιλέτο στην κοιλιά και τον ξάπλωσε χάμω νεκρό. Μπράβο λοιπόν του Μεταρρυθμιστή. Από δω και πίσω, δεν θα υπάρχουνε πια αγράμματοι στην Ελλάδα. Ο τόπος θα γιομίσει από σοφούς που θα παίζουνε τ΄ αρχαία συγγράμματα στα πέντε τους δάχτυλα. Ο Θουκυδίδης, ο Πίνδαρος θα καταντήσουνε ανάγνωσμα στα πολύ μικρά παιδάκια. Μεταρρύθμιση πέρα για πέρα. Μεταρρύθμιση και σήμερα και αύριο και στους αιώνες των αιώνων, μεταρρύθμιση σε όλα, μεταρρύθμιση και στη μεταρρύθμιση ακόμα την ίδια, Κελάιδησε απόψε απάνω στο βήμα η γαλιάντρα μας.

Άρχισε να διαβάζει.

Τι μελοδραματικό ύφος! Τι σαπουνόφουσκες! Τι τρακατρούκες! Μα ζουμί τίποτα, νόημα γιόκ, ουσία μηδέν. Μεγάλα λόγια, με πανηγυρικό τόνο, για να κάνει εντύπωση στους ανίδεους. Βάλτα κάτω αυτά τα λόγια, ανάλυσέ τα ένα προς ένα, κοίταξε πώς συνδέεται η μια πρόταση με την άλλη και θα ιδείς η κακομοίρα η λογική να τρώει γροθιές αλύπητες. Ορίστε αυτή εδώ η περίοδος, δε λέει τίποτα, Μα, ας είναι καλά η καθαρεύουσα που τα σκεπάζει όλα αυτά και σου χαρίζει ασυδοσία.

Βζ… ακούστηκε όξω ο αγέρας να σφυρίζει· ύστερα από το νερό, αγέρας. Χαρά σε κείνους που δεν έχουν απόψε τρύπα να τρυπώσουνε. Μα ποιος τους είπε να βιαστούνε να ’ρθουνε στον κόσμο. Ας περιμένανε λίγο όσο να χτιστεί το καινούριο άσυλο που θα τους συμμαζέψει από το δρόμο. Τότε πια όξω φτώχεια και βάλε να πιούμε. Από την ξεχειλισμένη λεκάνη του αντικρυνού ουρητήριου που ήτανε γεμάτη χαρτιά και μπαμπάκια τρέχανε κάτι υγρά κίτρινα που αφήνανε μια βαριά μυρουδιά.

Πφ, έκανε, μα έπειτα συλλογίστηκε πως η μυρουδιά του ήτανε πολύ γνώριμη, γιατί ήτανε τώρα ένας χρόνος που τηνέ ρουφούσε κάθε βράδυ αυτή τη μυρουδιά γιατί το ανοιχτό ουρητήριο του δήμου με τη σπασμένη λεκάνη ήτανε τοποθετημένο αντίκρυ στο τυπογραφείο για τις ανάγκες των τυπογράφων, που εργαζόντανε στα τυπογραφεία και των άλλων λογής ανθρώπων του τύπου που διανυχτερεύανε σ΄ εκείνο το βρώμικο στενοσόκακο.

Βζ, έκανε πάλι ο αγέρας κι έσπρωξε τις πόρτες λες κ΄ ήθελε να τις εκβιάσει που του μπαίνανε εμπόδιο στο φρενιασμένο δρόμο του και δεν τον αφήνανε λεύτερο να μπει μέσα να τα κάνει όλα θάλασσα.

Άξαφνα έσκασε στα γέλια. Κάτι γέλια δυνατά, νευρικά, ακράτητα. Ο αρχιεργάτης γύρισε και τον κοίταξε περίεργα.

– Τι έπαθε απόψε ο διορθωτής μας;

– Έξοχα! Έξοχα! Καλύτερη τιμωρία δεν ήθελε, έλεγε ο Περικλής.

– Ε τι τρέχει; Δε μας λες κι εμάς να γελάσουμε; του φώναζε ένας εργάτης από μακριά.

Μα αμέσως συλλογίστηκε πως δε σύφερνε να ειπεί λέξη.

– Τίποτα, κάτι δικό μου, ολότελα δικό μου.

Έσκυψε πάλι απάνω στις στενόμακρες λουρίδες που μυρίζανε ακόμα μελάνι, έτσι νωπές όπως ήτανε.

– Ονομαστική απόλυτη μια φορά! Βαρβάτη και με ουρά. Κι όχι μια. Δυο κιόλας. Ορίστε, Ποιος; Ο κύριος Μεταρρυθμιστής.

Αυτός ντε που θα χτυπήσει την αγραμματοσύνη. Ποια αγραμματοσύνη; Των αλλονών η τη δική του;

Απόψε είχε γίνει κακός. Ένα χρόνο που έσκυβε απάνω σ΄ αυτό το τραπεζάκι είδε να περάσουνε μπρος από τα μάτια του σολοικισμοί και βαρβαρισμοί στρατός ατέλειωτος. Μα τους λυπότανε. Τον κακομοίρη ας μη γελοιοποιηθεί. Κι έπιανε τη πέννα και τα διόρθωνε. Μα απόψε όχι, αυτό δε θα γίνει. Ο Μεταρρυθμιστής πρέπει να φανεί ποιος είναι στ΄ αληθινά. Για κάθε άλλονε ναι, για το μεταρρυθμιστή όχι. Για να μάθει πως όποιος θέλει να είναι σκληρός στους άλλους πρέπει πρώτα να γίνει σκληρός στον εαυτό του. Να χτυπηθεί η αγραμματοσύνη ναι. Λοιπόν κάτω πρώτα ο αγράμματος υπουργός. Ο αγράμματος δεν μπορεί να χτυπήσει την αγραμματοσύνη γιατί είναι κομμάτι από την ίδια του σάρκα και θα είτανε το ίδιο σα να ζητούσε να φάει τις ίδιες του τις σάρκες.

Έτσι πέρασε η πέννα του πάνω από τους δυο σολοικισμούς χωρίς να τους αγγίξει. Κανείς δεν μπορούσε να του πει τίποτα. Ήτανε ναι, διορθωτής, μα όχι να διορθώνει και τους σολοικισμούς – και τι σολοικισμούς – και μάλιστα του υπουργού της παιδείας, αυτός ένας απλός φοιτητάκος.

Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νοιώσει τόσο βαθειά ικανοποίηση. Από τη μεγάλη φχαρίστησή του ξεχνούσε και το τρομερό ζήτημα που τονέ βασάνιζε, το ζήτημα του Πανεπιστημίου. Τριπλασιασμός των τελών θα πει εγκατάλειψη σπουδών, ν΄ αλλάξει δηλαδή επάγγελμα. Και τι χαρά που θα δοκίμαζε κι ο πατέρας στην επαρχία. Θα ήτανε ένας θρίαμβος γι΄ αυτόν και για τις ιδέες του. Δε σου το ’λεγα εγώ; Αυτά κάνει το στραβό σου το κεφάλι. Κι ας μην έφταιγε στην περίπτωση αυτή τίποτα το δυστυχισμένο το κεφάλι του.

Σαν τέλειωσε τη δουλειά του, ήτανε περασμένες δυο ώρες ύστερα από τα μεσάνυχτα.

Σηκώθηκε να φύγει. Το κεφάλι του είτανε καζάνι, η μέση του τού πονούσε από το σκύψιμο και τα μάτια του, τονέ τσούζανε. Οι πιο πολλοί εργάτες είχανε σχολάσει και τα κιβώτια στέκανε άδεια ενώ από πάνω ξακολουθούσανε τα γλομπάκια να χύνουνε το γαλαχτωδικό φως τους στα μαύρα στοιχεία, που αφού βοσκήσανε τόσες ώρες ξαναγυρίσανε πάλι στις φωλιές τους να ησυχάσουνε.

Σαν άνοιξε την πόρτα ένας κρύος αγέρας τονέ χτύπησε στο πρόσωπο. άνοιξε το στόμα του να ρουφήξει αυτή την παγωνιά για να καθαρίσει τα πλεμόνια του που είτανε φαρμακωμένα από τη μυρουδιά της μελάνης.

Όξω βασίλευε σιγαλιά. Ο αγέρας είχε λουφάξει μα το νυχτερινό κρύο τρυπούσε. Στη γωνιά δίπλα στο ουρητήριο είδε αναμμένη μια μεγάλη φωτιά από κάτι σαπιόξυλα και χοντρόχαρτα, που τηνέ τροφοδοτούσανε αδιάκοπα, ενώ εκείνη ανάδινε μια λαμπρή κόκκινη φλόγα.

Ζύγωσε. Ήτανε κάτι αλάνια που προσπαθούσανε, στριμωγμένα στον τοίχο, να ζεσταθούνε. Τα περσότερα ήτανε ξυπόλυτα. Σφίγγανε πάνω στο κορμί τους τα κουρέλια τους μα το κρύο περνούσε κι έφτανε στο κρέας τους που ’νοιωθε αδιάκοπες ανατριχίλες. Ένας γέρος με άσπρα μαλλιά που ’χε χωθεί κι αυτός στη συντροφιά τους, είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο κάποιου αλανιού και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Ο γέρος είχε αποκοιμηθεί του καλού καιρού σα να μην ένοιωθε διόλου το κρύο που περνούσε λεύτερα από το ξεσκισμένο πουκάμισό του. Για μια στιγμή το αλάνι που του χρησίμευε για μαξιλάρι, έκανε να κουνηθεί κι ο γέρος έχασε την ισορροπία του κι άρχισε να βγάζει κάτι άναρθρες κραυγές κωμικές. Το αλάνι τον λυπήθηκε:

– Έλα, παππού, πάψε πάψε, είπε και τοποθετήθηκε δίπλα του σε θέση κατάλληλη για ν΄ ακουμπάει το άσπρο κεφάλι του.

Η φωτιά κόντευε να σβήσει ενώ το κρύο, όσο προχωρούσε η νύχτα, όλο και γινότανε πιο κρουστό.

– Δεν πας ρε να γλύψεις κάναν τοίχο; είπε ένας.

Ο άλλος σηκώθηκε αμίλητος. Σε λίγο ξαναγύρισε σέρνοντας από πίσω του κάτι περίεργο. Ήτανε ένα στρώμα προγράμματα των θεάτρων, κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο έτσι που σχηματίζουνε ένα χοντρό πάπλωμα. Το είχε ξεκολλήσει από τον τοίχο του υπουργείου όπου κολλούσανε όλα τα προγράμματα.

Η φωτιά τροφοδοτήθηκε πάλι και λαμπάδιασε χαρούμενη, σκορπίζοντας μιαν αφάνταστη ευτυχία στα παγωμένα πρόσωπα που την κοιτάγανε λαίμαργα σα να θέλανε να την καταπιούνε για να ζεστάνουνε τα σωθικά τους. Το αίμα, πιο ζεστό απ΄ το αχτιδοβόλημα της φωτιάς, λες και έτρεξε γληγορότερα μέσα στις φλέβες τους.

Ο γέρος ήτανε βυθισμένος σ΄ έναν ύπνο μακάριο, Σε λίγο ακούγεται κιόλας να ρουχαλίζει ακουμπισμένος πάντα στο ανθρώπινο μαξιλάρι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου