Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Γαλάτεια Καζαντζάκη: Χαμένη ευκαιρία


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑFREE photo hosting by Fih.gr

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, το γένος
Αλεξίου, γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1886. Παντρεύτηκε με το
συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη το 1911 κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1926 χώρισε
με τον Ν. Καζαντζάκη και το 1933 παντρεύτηκε με τον ποιητή και κριτικό Μάρκο
Αυγέρη. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη έγινε γνωστή στα ελληνικά γράμματα με τή
δημοσίευση του πρώτου της μυθιστορήματος, «Ρίντι Πα­λιάτσο», υπό μορφήν
ημερολογίου, στο περιοδικό Νουμάς το 1910. Ακολούθησαν οι τόμοι: «Εγώ όλοι
Εσείς», 1911, «Φωτεινή τ’ Ανεγνώστη», νουβέλλες, 1913, «Άρρωστη Πο­λιτεία»,
μυθιστόρημα, 1916, «11 π.μ.—1 μ.μ.», διηγήματα, 1930, «Γυναίκες», επιστολές,
1931, «Άντρες», επιστολές, 1933, «Κρίσιμες Στιγμές», διηγήματα, 1953,
«Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι», μυθιστόρημα, 1957, «Βίλλα Βικτώρια», νουβέλλα,
1959, «Ο κόσμος που πεθαίνει κι ο κόσμος που έρχεται», διηγήματα, 1963.
Παράλληλα ή Γαλάτεια Καζαντζάκη ασχο­λήθηκε με το θέατρο. Το 1925 ανεβάστηκε
από το «Θέατρο Τέχνης» το τρίπραχτο έργο της «Πληγωμένα Πουλιά». Το 1931 από
τη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το τρίπραχτο: «Ενώ το πλοίο ταξιδεύει». Το 1959
κυκλοφόρησε  ο τόμος: «Αυλαία», όπου περιέχονται εννέα τρίπραχτα δράματα και
οκτώ μονόπραχτα. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη έχει βραβευθεί για τη συγγραφή
αναγνωστικών βιβλίων για όλες τις τάξεις του Δημοτικού. Έχει γράψει παιδικά
βιβλία, διηγήματα, ποιήματα, και έχει μεταφράσει έμμετρα τον Προμηθέα Δεσμώτη
του Αισχύλου. Στην περίοδο πού μεσολάβησε μεταξύ του πρώτου και δεύτερου
παγκοσμίου πολέμου ήταν αρχισυντάκτρια του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι» και τα
τελευταία χρόνια της ζωης της Γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Πέθανε στις 17.11.1962 στην Αθήνα.

Γαλάτεια Καζαντζάκη



Όταν αποφάσισα να πάω τη μητέρα μας στον φημισμένο γιατρό, τα οικονομικά μας βρίσκουνταν σαν πάντα σε κακά χάλια. Για να πληρώσω το εκατοστάρικο της βίζιτας και το αμάξι που θα μας πήγαινε, αναγκά­στηκα να πουλήσω έξι ασημένια κουταλάκια. Ό,τι έμενε από κείνα που είχαμε άλλοτε. Ο μισθός που έπαιρνα μόλις μας έφτανε να πληρώνομε το νοίκι από τις δυο κάμαρες που κρατούσαμε και να τρώμε.

Κι όμως όλα θα ’ταν καλά, αν δεν αρρώ­σταινε η μητέρα μου μ’ αυτή την κακή αρρώστια της ραχοκοκαλιάς. Ήταν καιρό άρρωστη. Αδυνάτιζε, είχε πόνους στη ράχη, δεν είχε όρεξη. Στις αρχές ερχόταν ένας γείτονας γιατρός. Αυτός είπε πως ήταν η ραχοκοκαλιά της. Μας διόρισε γιατρικά. Μας είπε πως η αρρώστια ήταν σοβαρή βέβαια, αλλά ότι μπορούσε και να γιατρευτεί. Ότι θέλει δίαιτα, ανάπαψη, να και μη στενοχωριέται. Τα συνηθισμένα. Επειδή όμως ο καιρός περνούσε και η μητέρα μου όλο στο χειρότερο πήγαινε, είπα να την πάω σ’ ένα από τους μεγάλους γιατρούς που έχομε. Μια μέρα πήρα ένα αμάξι, την έβαλα μέσα και σύραμε στο γιατρό.

Περίεργο τι, σκέτα που διγούμαι τη ζωή μας. Σαν να ’ναι τα πράματα έτσι καλά όπως τα λέω.

Π.χ. πως η μητέρα μου έζησε στα νιάτα της αρχοντικά, πως γνώρισε κι αυτή πλούσια ωραία ζωή της ξεγνοιασιάς.

Δε λέω τα χρόνια της δυστυχίας ένα προς ένα. Κι είναι πολλά. Δε λέω το σιγανό ανεπαίσθητο κατρακύλισμα, κείνο το ακατάπαυτο κουτσούρεμα από τις καθημερινές, ανάγκες ακόμα και τις πιο τιποτένιες κι απαραίτητες, όσο να φτάσομε στις δυο καμαρούλες τις στενόχωρες που καθόμαστε. Εγώ όμως, ίσως γιατί ήμουν μικρή, ίσως γιατί μόλις κατάλαβα τον εαυτό μου βρήκα αυτή την κατάσταση, δε νοιαζόμουν και πολύ. Πάω μάλιστα να πιστέψω πως έτσι είναι φυσικό να το παθαίνει κανείς. Σιγά σιγά πέφτομε, πέφτομε, όσο που βρισκόμαστε στο κατακάθι, και ζούμε πλέον εκεί σαν το ψάρι στο νερό. Πρώτα πρώτα χρειάστηκε να με τραβήξει από το σκολειό που μ’ είχαν κλείσει να σπουδάξω. Έπειτα χρειάστηκε να φύγομε από το σπίτι που καθόμαστε. Χρειάστηκε να πουλήσομε ό,τι είχαμε. Χρειάστηκε να βγάλομε την κοπέλα που μας υπηρετούσε, στο τέλος χρειάστηκε να ψουνίζομε από τον μπακάλη βερεσέ, και το χειρότερο να μην μπορού­με να τα πληρώνουμε κι αυτός να μη θέλει να μας δίνει. Το καλό είναι, που, μαζί με τον ξεπεσμό μας τον οικονομικό, η μητέρα μου ξέπεφτε και σαν άνθρωπος. Ω κανείς βέβαια δε θα μπορούσε να πιστέψει πως η γυναίκα αυτή η αχτένιστη, με τις λεκιασμένες φούστες και τις τρύπιες κάλτσες που τσακωνόταν με τις συγκάτοικες, κι έβριζε το παιδί του σπιτονοικοκύρη σαν ερχόταν για το νοίκι, ήταν μια φορά κυρά κι αρχόντισσα.

Όταν αρχινούσε ο καυγάς, οι γυναίκες που λάβαιναν μέρος, μας έλεγαν γύφτισσες, πως βρομίσαμε το σπίτι, και πως από τότε που ήρθαμε εμείς κατάντησε σκουπιδαριό. Η μητέρα μου, τις έβριζε εις απάντηση, βρόμες, παλιογυναίκες και τις φοβέριζε να πάει στην αστυνομία.

— Να σας δείξω εγώ ποια είμαι!

— Ποια είσαι φαίνεται απ’ τα κρεβατοστρώσια, που τα βγάνεις κιόλας να τα δει ο ήλιος τρομάρα σου! Δες, δες βρομισιά και χάλι! Ζέχνει ο αντρές με δάφτα!

Σ’ αυτό είχαν δίκιο. Όλα μας τ’ ασπρόρουχα ήταν παλιωμένα και λιγοστά. Τα σεντόνια μας κάναμε δυο μήνες να τ’ αλλάξομε. Το πάτωμά μας επειδή δεν το ντύναμε, γύρω γύρω ήταν λερό. Μα πάρα πολύ λερό. Τι φριχτή αλήθεια η απλυσιά. Χωρίς άλλο δεν υπάρχει μεγαλύτερη αθλιότητα, απ’ την αθλιότητα του βρόμικου κρεβατιού.

Πήγαμε στο μεγάλο γιατρό.

Απόξω απ’ την κάμαρα που δεχόταν περίμενε πλήθος. Περιμέναμε κι εμείς… Τόσο που όταν πια ήρθεν η σειρά μας σκοτείνιαζε. Όταν μας έμπασαν στο γιατρό, τα ηλεκτρικά όλα άναβαν κι εκείνος καθόταν στο γραφείο του κι έγραφε. Πλησιάσαμε. Σήκωσε τα μάτια του, μας είδε, μάλλον με είδε, χαιρέτησε με το κεφάλι και είπε δείχνοντας δυο καρέκλες εκεί κοντά:

— Παρακαλώ.

Έπειτα με κοίταξε ξανά, σήκωσε με νευρικότητα τον δεξιό ώμο, και μου ’πε με οικείο καλό τρόπο:

— Λοιπόν;

Ήταν αδύνατος, ξουρισμένος και είχε το παρουσιαστικό και το φέρσιμο από κύριο… Ναι ορισμένως ο γιατρός αυτός ήταν αυτό που λέμε Κύριος.

Σηκώθηκα κι άρχισα να λέω για την αρρώστια της μητέρας μου. Όταν τέλειωσα και η μητέρα μου είπε κι εκείνη.

— Μάλιστα γιατρέ μου, όπως σας τα είπε η κόρη μου. Ο γιατρός σηκώθηκε να την εξετάσει, πήρεν ένα εργαλείο από το τραπέζι του και πλησίασε τη μητέρα μου.

— Περάστε, ξαπλωθείτε… Δεσποσύνη βοηθήστε τη μητέρα σας να ξεντυθεί.

— Αχ, γιατρέ μου, να με κάνετε καλά… άλλο καλό δε θέλω… όλα τα φορέματα να τα βγάλω, γιατρέ μου… στάσου, Τζούλια… μπορεί να μη χρειάζεται… όχι από κει παιδάκι μου… δεν ξεκουμπώνει από κει. Ε, τι λέτε, γιατρέ μου; Θα γίνω καλά;

Φλυαρούσε η μητέρα μου όση ώρα τη ξέντυνα.

— Πώς, πώς, θα γίνετε καλά – έλεγεν εκείνος μ’ αλλού το νου, σουλατσάροντας. Φορούσε γκέτες, μαλακό κολάρο κι ήταν κομψότατος. Ήταν αλήθεια σπάνια η κορμοστασιά του. Και τι ωραία που του έστεκε το νευρικό τικ του ώμου. Μάλιστα θαρρώ πως αυτό ήταν που του έδιδε τον αέρα του Κυρίου που είχε. Τώρα σκυμμένος πάνω στην άρρωστη την εξέταζε. Πόσο προσεχτικά την εξέταζε! της κολλούσε το αυτί του στη ράχη της, στο στήθος της και δοκίμαζε τα νεύρα της χτυπώντας τα γόνατά της. Τέλος είπε:

— Ναι, βέβαια, πάσχει η σπονδυλική στήλη. Έγραψε μια συνταγή μας την έδωσε και είπε:

— Να επανέλθετε έπειτα από οχτώ μέρες.

Μετά οχτώ μέρες πήγαμε.

Την ξέτασε ξανά και μας λέει.

— Έχει απόλυτη ανάγκη να μπει στο νοσοκομείο. Η θεραπεία που χρειάζεται ν’ ακολουθήσει δε γίνεται στο σπίτι. Απογοήτεψη. Είχαμε εμείς τα μέσα για τέτοιες δουλειές;

Την επαύριο πήγα μόνη μου και τον βρήκα.

— Γιατρέ, αυτό που είπατε δε γίνεται. Απαιτούνται έξοδα και εμείς δεν έχομε. Δεν έχομε τίποτα. Κάντε ό,τι σας είναι δυνατόν για να γιατρεύεται στο σπίτι. Του ’πα με λίγα λόγια την κατάστασή μας.

Μ’ άκουσε προσεκτικά και αφού συλλογίστηκε κάμποσο μου λέει.

— Ακούστε, δεσποινίς… ναι καταλαβαίνω. Υπάρχει όμως κάποιος τρόπος. Να τη βάλομε δωρεάν. Αναλαβαίνω εγώ. Θα μπει στο νοσοκομείο που διευθύνω. Μη νοιάζεστε διόλου. Θα φροντίσω, και όταν θα είναι έτοιμη η κλίνη θα σας ειδοποιήσω. Θα την τοποθετήσομε στη δευτέρα θέση. Στο δωμάτιο που θα μένει θα ’ναι μόνο ένας άρρωστος. Θα δείτε θα ’ναι ωραία. Μη στενοχωριέστε. Μονάχα πού να σας ειδοποιήσω;

Του είπα τον αριθμό του τηλεφώνου του γραφείου που εργάζομαι.

Μου φάνηκε πως μου χάρισε τον κόσμο.

Με πήραν τα κλάματα. Έσκυψα να του φιλήσω το χέρι.

— Όχι δα, τι είναι αυτά… μου είπε γελώντας και καθώς ήμουν σκυμμένη μου σήκωσε το πρόσωπο πιάνοντας το σαγόνι μου. Γιατί κλαίτε; Μην κλαίτε.

Σπόγγισα τα μάτια μου. Ήμουν όμως τόσο συγκινημένη που χωρίς να θέλω μ’ έπνιγαν λυγμοί.

— Νεύρα… και γέλασε ξανά. Έπειτα σοβαρά.

— Ελάτε ησυχάσετε. Έτσι μπράβο… για να δω τα μάτια σας… ου πώς κοκκίνισαν.

— Λοιπόν, πού να σας ειδοποιήσω;

Του ξαναείπα τον αριθμό του τηλεφώνου του γραφείου που εργάζομαι, και άπλωσα το χέρι μου στο πόμολο της πόρτας. Το χέρι του βρέθηκε πάνω στο δικό μου, ένα δυνατό σφίξιμο μ’ έκαμε σχεδόν να πονέσω και το πόμολο το στρίψαμε μαζί.

— Έτσι σύμφωνοι. Θα σας τηλεφωνήσω.

Ναι. Κι έφυγα.

Τι εντύπωση μου ’καμε το κίνημά του;

Καμιά. Εμείς οι γυναίκες που εργαζόμαστε στα γραφεία είμαστε συνηθισμένες στα τέτοια. Δε μας κάνουν πια ούτε κρύο ούτε ζέστη. Είναι τόσο συνηθισμένες αυτές οι σκηνές και επαναλαβαίνουνται τόσο συχνά. Εγώ, π.χ. δεν ενοχλούμαι διόλου από τις αντρίκιες μικροεπιθέσεις. Κείνα τα: Πώς με νομίζετε κύριε; ή δεν είμαι από τα κορίτσια που ξέρετε, κ.τ.λ. τα σιχαίνομαι σαν τις αμαρτίες μου.

Άσ’ τους, κι ας λένε. Κάποτε θα βαρεθούν.

Βαριούνται μάλιστα τόσο εύκολα μόλις βρουν αδιαφορία…

Την άλλη μέρα, ντριν, ντριν, ντριν το τηλέφωνο. Με καλούσε στις δυόμιση.

Πριν ν’ αρχίσουν οι επισκέψεις. Πήγα. Μια καμαριέρα με μαύρα και άσπρο λινό σκουφάκι μου άνοιξε.

Ο κύριος καθηγητής δέχεται στις τρεις.

— Με περιμένει.

Μπήκα στο γραφείο.

— Λοιπόν, αύριο να πάει η μητέρα σας στο νοσοκομείο. Θα στείλω εγώ το αμάξι να την πάρει. Μου είπε μόλις μ’ αντίκρισε.

— Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Με κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι, σήκωσε νευρικά τον ώμο του.

— Να πηγαίνω, είπα εγώ, και κινήθηκα προς την πόρτα. Μ’ αυτό θέλησα να του δείξω πως το χθεσινό του φέρσιμο το είχα λησμονήσει, κι ότι δεν το είχα προσέξει καθόλου.

— Σταθείτε, γιατί βιάζεστε;

Στάθηκα και είπα απλά.

— Δε βιάζομαι.

Σηκώθηκε. Εγώ στεκόμουν. Ήξερα πια τι έμελε να συμβεί. Δεν ήξερα μόνο ως πού θα έφθανε. Γύρω μας ήταν μια ησυχία απόλυτη. Τίποτα δεν ακουόταν. Μονάχα μια μύγα που είχαν κλείσει μέσα, βούιζε κοντά στο παράθυρο. Δεν ήμουν διόλου αγαναχτισμένη. Ούτε ευχαριστημένη βέβαια. Δεν ήμουν τίποτα. Άλλωστε ήταν φυσικό. Ποιο λόγο είχε να βρεθεί τόσο πρόθυμος ν’ αναλάβει να νοσηλευτεί η μητέρα μου δωρεάν στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της Αθήνας. Τα κάνουν αυτά έτσι απλώς και ως έτυχε; Μονάχα που δεν ξέρω γιατί δε μου φαινόταν πια Κύριος. Η έκφραση της φυσιογνωμίας του είχε γίνει τραχιά και συνάμα ερωτική, και το νευρικό σύσυμα του ώμου του, του έδινε τώρα ένα ύφος κουτσαβάκικο… Ήρθε κοντά μου. Μου πήρε το χέρι και με ρώτησε:

— Είστε ευχαριστημένη λοιπόν που έτσι ωραία ωραία τέλειωσε η υπόθεσή σου;

— Πολύ.

— Και θα μου κάμεις και μένα μια μικρή καλοσύνη. Μιλούσε σιγά και ταραγμένος.

— Ό,τι θέλετε. Και τον κοίταξα. Όχι δεν είχα σκοπό να κάμω ό,τι ήθελε, αλλά το είπα για να δω πώς θα φερνόταν.

Μ’ αγκάλιασε και με φίλησε στο στόμα. Εγώ δεν έκαμα κανένα κίνημα. Στεκόμουν σαν ξύλινη. Ό,τι να ’κανα θα φανέρωνε την αηδία που μου προξενούσε και δε σύμφερνε. Ευτυχώς σταμάτησε ως εκεί…

— Χαίρετε, του είπα.

— Θυμώσατε;

— Όχι, καθόλου.

— Μπορώ να σας δώσω αυτά τα άνθη;

Και άπλωσε να πάρει κάτι άσπρα ρόδα που βρισκόταν σ’ ένα βάζο…

Γέλασα με επιδειχτική ειρωνεία.

— Λουλούδια; Τι να τα κάμω. Εγώ τώρα πάω στη δουλειά μου. Ευχαριστώ πολύ. Κι έφυγα.

… … … … … … … … … … … …

Η μητέρα μου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Όπου βρήκε μοναδική περιποίηση. Οι νοσοκόμες, οι γιατροί, ποιος να την πρωτοπεριποιηθεί. Η κακομοίρα είχε ξαναγεννηθεί. Εγώ είχα άδεια να πηγαίνω όποια ώρα ήθελα.

Κάθε πρωί όμως, ντριν, ντριν, ντριν το τηλέφωνο. Όλο κάτι είχε να μου πει. Πρόφαση για να με κρατά κάμποση ώρα. Ευτυχώς δεν προχωρούσε σε σημείο που να μου είναι αδύνατο να εξακολουθώ να πηγαίνω στο κάλεσμά του. Τόσο που παραξενεύομουν. Γιατί επιτέλους τι λόγο είχαν αυτές οι ρομαντικές κουβεντούλες και τα αισθηματικά φιλιά στα μάτια μου, στο στόμα μου, στα μαλλιά μου, στα χέρια μου…

Αυτό θα επαναλήφθηκε τέσσερες πέντε μέρες στη σειρά.

Φαίνεται όμως ότι οι επισκέψεις μου στην ακατάλληλη αυτή ώρα είχαν αρχίσει να κάνουν εντύπωση. Ύποπτη εντύπωση. Η καμαριέρα που μ’ άνοιγε με στραβοκοίταζε, και μια μέρα άκουσα φωνές. Κατιτί σαν: Τι κατάσταση είναι αυτή… παλιοκόριτσα… ορισμένες ώρες… Κατάλαβα πως ήταν για μένα. Ένιωσα μια απερίγραπτη δυσφορία. Σιχάθηκα τόσο που μου ’ρθε να μπω να τον βρίσω αυτόν τον άνθρωπο…

Δεν ξέρω αν κι εκείνος είχεν ακούσει τις φωνές. Αλλά δε φαινόταν. Καθόταν σαν πάντα στο γραφείο του και διάβαζε. Ούτε χαιρέτησα. Στάθηκα, και αμέσως είπα με θυμό που μόλις συγκρατούσα.

— Σας παρακαλώ, μη μου τηλεφωνείτε να ’ρχομαι. Με φέρνετε σε δύσκολη θέση. Να, τώρα δα κάποια κυρία απάνω, η γυναίκα σας χωρίς άλλο, φώναζε. Αυτό δεν είναι σωστό. Σας παρακαλώ να μη μου τηλεφωνήσετε πια. Έρχομαι γιατί είμαι υποχρεωμένη σε σας, αλλά δε μ’ ευχαριστεί που το κάνω…

Σηκώθηκε σαν πάντα και με πλησίασε. Μου ’πιασε το χέρι, το φίλησε και είπε σιγά:

— Και πώς να γίνει. Πρέπει να σε βλέπω. Δε μίλησα.

— Έρχεσαι να βγαίνουμε με το αυτοκίνητο, δεν είν’ έτσι. Να σε περιμένω κάπου… Δεν ξέρω γιατί η πρόταση να πηγαίνουμε με αυτοκίνητο μ’ άρεσε. Τουλάχιστο εκεί δε θα ’νιωθα αυτό το δυσάρεστο αίσθημα του εξευτελισμού που είχα πηγαίνοντας χωρίς να θέλω σπίτι του. Είπα:

— Ναι, καλύτερα έτσι.

Την πρώτη φορά πήγαμε στο Τατόι. Ήταν ωραία. Μ’ άρεσε τρομερά. Σ’ όλο το δρόμο μου κρατούσε το χέρι μου ή με φιλούσε ελαφρά στο μάγουλο, καθώς ήμουν στραμμένη κι έβλεπα την εξοχή. Α, όσο για ξύλινη, ξακολουθούσα να ’μαι. Ούτε μπορούσε να φανταστεί πώς θα γινόταν διαφορετικά. Α, όταν η φαντασία δε λαβαίνει μέρος στη ζωή…

Τέλος, μια από τις πολλές μου λέει:

— Ελάτε στην γκαρσονιέρα μου… Πάμε τώρα;

Τα ’χασα. Όχι δα, ως εκεί δε μ’ άρεσε να φτάσω. Μου ήταν αδύνατο. Επειδή όμως η μητέρα μου νοσηλευόταν περίφημα και όλο καλυτέρευε, δεν μπορούσα να του αρνηθώ, έτσι ωμά και τελειωτικά όπως θα ’πρεπε. Του είπα:

— Στην γκαρσονιέρα σας; Να πάρομε τι;

— Να καθίσομε. Πάμε!

— Όχι, καλύτερα αφήστε. Πάμε άλλη φορά.

— Πότε; αύριο;

— Όχι αύριο…

— Καλά, μεθαύριο τότε. Θα σας περιμένω εδώ. Αλλά να το ξέρετε… θα πάμε στο σπιτάκι μου, εκεί στην Κηφισιά… θα δεις… θα ’ναι ωραία… Ναι;

— Ναι… κι έφυγα βιαστική.

Εννοείται δεν πήγα. Και την άλλη μέρα όταν μου τηλεφώνησε, είπα να του πουν ότι δεν πήγα στο γραφείο. Την τρίτη μέρα ακριβώς με ειδοποιούσαν από το νοσοκομείο να πάω να πάρω τη μητέρα μου, εκτός αν μπορούσα να πληρώνω. Την πήρα…

Από τότε έχουν περάσει τρία χρόνια. Τώρα είναι κατάκοιτη. Στο μεταξύ απόχτησα φίλο. Κάποιον που γνώρισα στον κινηματογράφο. Τον αγάπησα και του παραδόθηκα ψυχή και σώμα. Έτσι διαμιάς. Με το πρώτο… Δε βαριέσαι, δεν ήταν τίποτα… ένας κοινότατος τύπος. Τώρα, έπειτα από τόσον καιρό, ούτε μ’ αγαπά ούτε τον αγαπώ. Συναντιόμαστε έτσι από συνήθεια. Είναι δημόσιος υπάλληλος. Όταν τον γνώρισα ήταν γραμματέας, τώρα γίνηκε τμηματάρχης. Αυτό τον απομάκρυνεν ολότελα. Ανήκει πια σ’ άλλη κοινωνική θέση. Βλέπει κυρίες του καλού κόσμου. Τον καλούνε στα τσάγια. Μια από τις κυρίες που πηγαίνει σπίτι τού κάνει προξενιό να παντρευτεί μια κοπέλα με μεγάλη προίκα.

Εγώ, εργάζομαι στο ίδιο γραφείο με το ίδιο μηνιάτικο. Ίσια ίσια το νοίκι και ας πούμε το φαγητό. Η μητέρα μου έχει γίνει σα φάντασμα. Τα μαλλιά της άσπρισαν και πετιούνται αχτένιστα γύρω από το κεφάλι της. Γκρινιάζει, βογκά, και με βρίζει ακατάπαυτα. Δεν καταλαβαίνω γιατί ξακολουθεί να ζει. Όχι πως θέλω να πεθάνει. Αλλά έτσι λέω. Μ’ άλλα λόγια βρισκόμαστε στα ίδια χάλια και χειρότερα. Πολλές φορές κάθομαι και συλλογιούμαι:

— Τι κουταμάρα τότες να μην πάω στην γκαρσονιέρα του γιατρού. Θα ’χεν ίσως γιατρευτεί η μητέρα μου.


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πρωτοπόροι» το 1930.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου