Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Θέμος Κορνάρος: Παραστρατημένος πολεμιστής


ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ





FREE photo hosting by Fih.gr
Θέμος Κορνάρος (1906-1970).
Ο Θέμος Κορνάρος γεννήθηκε στη Σίββα της Μεσσαράς στην Κρήτη. Λόγω της
φτώχειας της οικογένειάς του μπήκε από μικρός στη βιοπάλη και ταξίδεψε ανά την
Ελλάδα ασκώντας διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα. Όταν έφτασε στην πρωτεύουσα
προσπάθησε να παρακολουθήσει μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, δεν τα κατάφερε όμως
γιατί παράλληλα δούλευε εργάτης στο χτίσιμο του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί
γνωρίστηκε με τον Κωστή Μπαστιά και μέσω αυτού με τον Φώτο Πολίτη, που δέχτηκε
με ενθουσιώδεις κριτικές τα πεζογραφήματά του Το Άγιον Όρος και Σπιναλόγκα
(1933). Συνέχισε να δουλεύει ως εργάτης ως το 1944, οπότε συνελήφθη από τα S.S.
και κλείστηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου ως την Απελευθέρωση. Οι κακουχίες του
είχαν και συνέχεια: καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο χρόνων με αφορμή το κείμενό
του Αγύρτες και κλέφτες στην εξουσία (στραμμένο εναντίον αρχιεπισκόπου),
συνελήφθη το 1947 και εξορίστηκε ως το 1952. Την εκδοτική του δραστηριότητα
ξανάρχισε μετά το 1955 και ως το 1960 κυκλοφόρησε τέσσερα πεζογραφήματα και
δύο τόμους ταξιδιωτικών εντυπώσεων και επιμελήθηκε δυο ανθολογιών
αντιστασιακής λογοτεχνίας με τίτλους Θυσίες και δάφνες του ελληνικού λαού και
Αρματωμένη Ελλάδα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέοι Πρωτοπόροι, Ελεύθερα
Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης και την εφημερίδα Η Αυγή. Ταξίδεψε στην Ιταλία,
την Ελβετία, τη Σοβιετική Ένωση και σε χώρες των βαλκανίων. Πέθανε στην Αθήνα
κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου.

ΘΕΜΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ


Στέκετ’ ακουμπισμένος στον τοίχο του Σταθμού και συλλογίζεται. Συλλογίζεται είν’ ένας λόγος. Γιατί η συλλογή χρειάζεται συγκέντρωση, συσπείρωση, ένταση κάθε δύναμης του ανθρώπου απάνω σ’ ένα ορισμένο πρόβλημα.

Αυτός, δεν είναι αυτός. Είναι το κομμάτιασμα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Τα μαλλιά του γυαλίζουνε από απλυσιά και κρέμουνται από δω κι από κει σαν ξεχασμένα κουρέλια μπουγάδας απλωμένης σ’ ένα ρυπαρό τσοπανοχώρι.

Κάτω απ’ αυτά τα πυκνά, βρόμικα μαλλιά, δυο μάτια πλανιούνται αλήτικα και πνίγονται ανάμεσα στις μικρούλες λεπτομέρειες που ’χει η κίνηση ενός σιδηροδρομικού σταθμού.

Πρόσωπο μακρουλό, με κατακίτρινη προβιά που μάχεται να εμποδίσει τα κόκαλα να τιναχτούνε όξω.

Τα γόνατά του ξεπροβαίνουνε σα λασπωμένα, από ένα τσουβάλι, που με κάποια προσπάθεια κωμική θελήσανε να το μεταποιήσουνε σε παντελόνι.

Δεν τρέμει απ’ το κρύο, κι ας είναι Γενάρης. Ζεστουλά είν’ εδώ. Πεινά. Γι’ αυτό γύρω του κινιούνται σα σβούρες, βουΐζουνε σα μελισσολόι, καμιά πενηνταριά συντρόφοι του, πιο μικροί και πιο μεγάλοι.

Μόλις φτάσει ο Ηλεχτρικός και πάψει τ’ αγκομαχητό της μηχανής, αρχίζει το βουητό της αλητείας.

Έν’ άναρθρο βούισμα, που δεν έχει καμιά σχέση με τα γνωστά παρακάλια, τα συχώρια και τις ευκές της ζητιανιάς.

Μεταξύ τους, συνεννοούνται με συνθήματα καινούργια κι άναρθρα. Σαν έξαλλα ρίχνουνται, αυτά τα παιδιά, εκεί που φαίνεται κάποιο πακέτο, ένας μπόγος, ένα δίχτυ.

Ξεσκίζουνε ό,τι κι αν είναι, άλλος με τα δάχτυλα, άλλος με ξυραφάκι, άλλος με τα δόντια, κι η μάχη αρχίζει μεταξύ των ανθρώπων σκληρή, ανελέητη, απάνθρωπη, για δύο σταφίδες, μια λαχανίδα, ένα ρεβίθι. Ακούς, σ’ αυτή τη μικρή στιγμή, ν’ ανακατεύονται φοβέρες, χαστούκια, φωνές αστυνομικών και γουργουρίσματα ανθρώπων που κάτι καταφέρανε να καταπιούνε.

Καθένας πολεμά για τον εαυτό του. Καιρός δεν υπάρχει να βοηθήσεις το γέρο ή τον ανάπηρο. Ο εαυτός σου κινδυνεύει!

Μια γριούλα παραπάτησε κι έπεσε. Από τα χέρια της ξέφυγε μια σακούλα με μαύρη σταφίδα. Ο κόσμος βρίσκει ευκαιρία να κερδίσει λίγα βήματα. Τα παιδιά της αλητείας ξαπλώνουνται, σπρώχνουνται, χουφτώνουνε, μπουκώνουνται. Κι ας περνά από πάνω τους ο κόσμος.

Η γριά ζητά βοήθεια, ξαπλωμένη χάμω. Έν’ άπλυτο μπουκωμένο μουτράκι πλάι της, δε δίνει σημασία, γιατί βιάζεται να καταπιεί ακόμα λίγη λάσπη, με δυο τρεις σταφίδες.

Κι ο κόσμος, περνά από πάνω, τσαλαπατά κορμιά, σταφίδες, κεφάλια, γριές που ζητούνε βοήθεια, και σφίγγει κάποιο μπόγο στα χέρια του και γλυκοπιπιλίζει κάποιες βρισιές, για το συνωστισμό και την αταξία του καιρού μας…

Έτσι χυμά ο Θάνατος, κάποιες στιγμές, ανάμεσα στη ζωή, δυνατός, ανεμπόδιστος, όταν οι άνθρωποι χάσουνε τη γλώσσα της συνεννόησης και κυβερνιούνται μόνο από το φόβο και τον πανικό.

Ένας μεσόκοπος άνθρωπος προσπαθεί να φωνάξει κάτι για τάξη και αξιοπρέπεια! Η φωνή του πνίγεται μέσα στη βουή της ανθρώπινης ζούγκλας. Υπάλληλος θα ’ναι, γιατί τα μάγουλά του βρίσκουνται μαγκανισμένα στα δόντια ανάμεσα και τα μάτια του κολυμπούνε – ανίκανα να θυμώσουνε – σε δυο νερουλούς μελανούς κύκλους.

Ποιος να προσέξει, μέσα σ’ αυτό το χαλασμό, πως ο αλήτης, π’ ακουμπά στον τοίχο και κοιτάζει καλοκάγαθα το θάνατο να τονε γλύφει, εκινήθηκε.

Ναι, μια στιγμή μαζεύτηκε από τους κόσμους που τον σφεντονούσε η φαντασία κι είδε τον κόσμο που πολεμά για τη Ζωή. Κι απόρησε. Γιατί τάχα πολεμούνε με τέτοια λύσσα οι άνθρωποι, να κερδίσουνε μια ζωή, που ο σκύλος και το κουνούπι τη ζούνε καλύτερα;

Έκανε να μετακινηθεί, για να μην τον ενοχλούνε οι άνθρωποι με τα ουρλιαχτά τους. Και κείνη τη στιγμή είδε τη γριά ξαπλωμένη, παρατημένη και τον κόσμο να περνά και να βρίζει για το συνωστισμό και την αταξία. Μόνο για να δικαιολογήσει ο καθένας, που κι αυτός ήτανε αναγκασμένος να πατήσει στο κορμί της ανήμπορης γριάς για να περάσει.

Το τσουβάλι που ’κρυβε τη γύμνια του, έφυγε, μπερδεύτηκε στα πόδια του και στο τέλος κάποιος μικρός το πήρε κι έφυγε.

Κι ορίστε τον ολόγδυμνο, να σπρώχνει το πανικόβλητο πλήθος με μανία, να χαστουκίζει δεξά ζερβά μ’ οργή κι αγανάχτηση θεού, να δίνει τις ύστερες δυνάμεις του στον αγώνα για να γλιτώσει από τα νύχια τ’ ανθρώπου μιαν αδύναμη γριά.

Το κίτρινο πρόσωπό του πετάει τώρα φωτιές και τα κρεμασμένα θλιβερά μαλλιά του ανεμίζουνε σα χαίτη μαχόμενου λιονταριού.

Πολεμά γιατί θύμωσε. Να, ένας άνθρωπος που πολεμά με θυμό, την ώρα του μεγάλου πολέμου που αλληλοσφάζονται οι άνθρωποι, χωρίς να θυμώνουνε! Μόνο γιατί τους είπανε να πάνε να σφάξουνε και να σφαχτούνε!

Σακούλες πέσανε τη στιγμήν αυτή, δέματα πεταχτήκανε, πατάτες, κουκιά, λάχανα, σταφίδες, ψωμιά ανακατεύουνται χάμω στα πλακάκια, μπερδεύουνται με τα ηλεχτρισμένα πόδια του κόσμου, με τα γουρλωμένα μάτια των αλητόπαιδων που σέρνουνται και βόσκουνε την αναπάντεχη τούτη βοσκή.

Όλος ο κόσμος τούτος πολεμά, δέρνει και δέρνεται, χωρίς να ξέρει για ποιο λόγο.

Μα για τον παράξενον αλήτη ο πόλεμος τέλειωσε, όταν εσήκωσε τη γριά γυναίκα και την τράβηξε παράμερα, για να μην τη σκοτώσει το μαινόμενο πλήθος. Το πλήθος ενός φρενοκομείου, που άνοιξε τυχαία, λες, και ξεχύθηκαν όξω μανιασμένοι οι άρρωστοι, χωρίς λόγο, χωρίς σκοπό, μόνο για να βγούνε όξω να ουρλιάζουνε…

Η γριούλα τον ευχαριστά, τονε χαϊδεύει, κλαίει, γιατί το πρόσωπό του της θύμισε ένα παιδί, που το κατάπιε ο πόλεμος.

Σκέφτεται να του δώσει τα ρούχα του γιου της, να κρύψει τη γδύμια του. Μα έπειτα συλλογίζεται πως πρέπει να τα ’χει, να… θυμάται το σκοτωμένο.

Για λογαριασμό του θέλει να τονε θυμάται, για καλό του φυλάει θυμητάρι τα ρούχα του ή γιατί αρπάζεται απ’ αυτά σε ώρα κινδύνου κι έχει την αίσθηση πως δεν είναι μόνη ή πως κάποτε δεν ήταν μόνη στη ζωή;

Ο θεός να δώσει περισσότερη ανθρωπιά στα πλάσματά του. Γιατί η γριούλα βιάζεται να χαϊδέψει τον προστάτη της, ακόμη μια φορά, μηχανικά, από καθήκον και να φύγει…

Αυτός, μήδε κατάλαβε πολλά πολλά από τα χάδια κι από τις ευχαριστίες της. Σα να έκοψε ξαφνικά τα σκοινιά που τον ένωναν με την όχθη των ζωντανών κι απόμεινε ολομόναχος να θεάται και να ζει τον παράξενο βίο του.

Το ’ξερε πως θάνατος είναι που τονε γαργαλά και τονε καλοπιάνει. Κάποιος καθρέφτης του ’πε πως δεν έχει πια και πολλή σχέση με το κόκκινο αίμα και τη ζωντανή επιδερμίδα.

Τα γόνατά του ξεκλειδώνανε, κάθε που τα χτυπούσε με το δάχτυλό του ο τρομερός γιατρός του ανθρώπινου πόνου.

Όμως στέκεται εκεί στον τοίχο, κολλητός, με σταυρό τα πόδια, αδέσποτα, κρεμάμενα χέρια, γδυμνός απ’ τη μέση και κάτω και με γυρισμένα μάτια προς τα μέσα, ξαναδρασκελίζει άλλη μια φορά τη ζωή που πέρασε, τη ζωή που γεύτηκε. Προσπαθεί να κάνει ενωτικό γεφύρι ανάμεσα σ’ αυτήν και στην άλλη π’ ονειρεύτηκε.

Η αιώνια ιστορία του ζωντανού ανθρώπου, που ξετυλίγεται ακόμη μια φορά, την ύστατη στιγμή μιας Ζωής που σβήνει.

Λάθη, αυτοκριτικές, λαχτάρες, επαναλήψεις, χυμούνε, μπερδεύονται και κουδουνίζουνε όλα μαζί του κιντύνου του στερνού την καμπάνα…

Ξεκίνησε κι αυτός από κάποιαν ασήμαντη γωνιά, για να γίνει ο πρώτος σε μια φανταχτερή πολιτεία, που ήθελε να ’ναι πατρίδα του.

Έκανε λάθος στο δρόμο και ξέπεσε ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν τον βλέπουνε πως στέκεται γδυμνός σ’ ένα πολυσύχναστο κέντρο. Γιατί φοβούνται, βιάζουνται, πνίγουνται στις έγνοιες χωρίς λόγο, χωρίς τρόπο, χωρίς ανθρωπιά.

Όμως, να τον που χαμογελά, κι ας έχασε το δρόμο, κι ας τον έχει αγκαλιάσει ο θάνατος.

Τούτη τη στιγμή λυτρώνεται από του αποτυχεμένου το μαράζι. Νιώθει πως καλά πορεύτηκε, λάθος δεν έκαμε στο δρόμο, μια και δεν έμοιασε τους ανθρώπους τούτους, που ζούνε βρίζοντας τη ζωή και πεθαίνουνε μοιρολογώντας σα σκυλάκια, για να τους λυπηθεί ο Θάνατος!...

Έζησε πολεμιστής. Και πεθαίνει χαμογελώντας, γιατί ενίκησε.

Έζησε και πεθαίνει ελεύτερος. Είκοσι δυο χρονών ήτανε στις 20 του Γενάρη του 1942.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου