Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΑΒΒΑΕΙΟΝ ΤΩΝ ΑΣΕΒΩΝ


ΤΟ ΑΒΒΑΕΙΟΝ ΤΩΝ ΑΣΕΒΩΝ





FREE photo hosting by Fih.gr
O Γιάννης Bατζιάς,
γεννήθηκε στο Mεταξοχώρι, Aγιάς Λαρίσης. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην
Πάντειο - τώρα Πάντειο Πανεπιστήμιο - και μεταπτυχιακά Δημόσια Διοίκηση στο
International Institute of Social Studies της Xάγης. Eργάστηκε επί 13 χρόνια
στην Eθνική Tράπεζα της Eλλάδος. Aπό το 1968 ζει μέρος του χρόνου στην Eλλάδα
και ένα μέρος στη B. Eυρώπη, με βάση την Oλλανδία. Tαξίδεψε στη Mέση Aνατολή,
Bόρεια και Aνατολική Aφρική, Eυρώπη Δυτική και Aνατολική και εξακολουθεί να
ταξιδεύει. Kείμενα και διηγήματα του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες,
περιοδικά και ανθολογίες διηγημάτων. Γιάννης Βατζιάς, «Το Αββαείον των
ασεβών» (Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος Β΄, Μάκης Πανώριος 1993, Αθήνα,
εκδόσεις «ΑΙΟΛΟΣ», σσ.29-34). Το διήγημα αρχικά είχε δημοσιευτεί στο βιβλίο
«Φανταστικά διηγήματα», 1990.

Γιάννης Βατζιάς


Λόφοι γύρω από το σπίτι. Πέτρες και βράχοι. Μια-δυο φραγκοσυκιές και λίγα σκοίνα. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα. Πεύκα εδώ κι εκεί – ανάμεσα στα ξανθά στάχυα και τις γκρίζες πέτρες που δυναστεύουν το τοπίο. Το ένα σε απόσταση από το άλλο. Σαν ερημίτες σε απομονωμένες σκήτες και σπηλιές. Μοιραίοι εραστές που βλέπουν το είδωλό τους από απόσταση. Κάτι σπουργίτια στέκονται για να ξεκουραστούν στα κάγκελα του εξώστη · απ’ όπου βλέπεις να σε προσκαλεί, προκλητικά σαν τις ομηρικές σειρήνες, η γαλάζια θάλασσα. Κοιτάζουν γύρω, έξω και μέσα από ένα γυάλινο περίφραγμα · στο μεγάλο δωμάτιο με τη βιβλιοθήκη και την τηλεόραση, όπου ρεμβάζει όταν της μένει καιρός η Νένη, συντροφευμένη από σκέψεις και οράματα. Κάτω ο κόλπος-στολίδι των ακτών της Αττικής, ένας λαιμός σαν γέφυρα και μια πευκόφυτη χερσόνησος μ’ ένα μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα, μετά το πέλαγος. Πλοία το διασχίζουν αδιάκοπα. Με την ομίχλη δείχνουν σαν γεννήματα της φαντασίας, σαν σκιές…

Όταν τα βλέπω, αναστατώνομαι. Ξυπνούν τη νοσταλγία των μεγάλων ταξιδιών· αυτών που φεύγεις, όχι για να φύγεις αλλά για να ξαναρθείς. Ω!...Χθες μόλις έφυγε για το ανεπίστρεπτο, το τελευταίο ταξίδι της, μια αγαπητή εξαδέλφη μου. Χλωμό το πρόσωπο, φαιό, τα χείλη σφραγισμένα επίμονα, σαν διαμαρτυρία για τον πρόωρο χαμό. Ματα μαλλιά της ήταν ζωντανά, έτσι που τα ‘βλεπα από πίσω καθώς ήταν ξαπλωμένη στο νεκρικό κρεβάτι της, δείχναν νεανικά!

Μετά τον αποχαιρετισμό στο κοιμητήριο συνάντησα τη Νένη ·και πήγαμε με το μικρό της μαύρο αυτκίνητο να δούμε τα φαντάσματα, όπως πιστεύουν οι περίοικοι, ή ένα φυσικό φαινόμενο, όπως πρεσβεύουν οι πραγματιστές, που εμφανίζονται στο αρχαίο μεταλλείο του Λαυρίου κατά το ηλιοβασίλεμα….

Ήταν πολύ όμορφη κείνη τη μέρα η διαδρομή, με κατεύθυνση το Σούνιο, από τον παραλιακό δρόμο. Δεξιά η θάλασσα. Στο βάθος η σκιά ενός νησιού, που πάνω του ισορροπούσαν άσπρα σύννεφα. Φτάσαμε στην Ανάβυσσο, στα Λεγραινά και στην Καμάριζα. Κάπου μια πινακίδα έδειχνε την κατεύθυνση που θα ‘πρεπε να πάρουμε για να πάμε στα κατάλοιπα των μεταλλείων – στέρνες, πηγάδια, θεμέλια κτισμάτων, κανάλια για μεταφορά νερού, στοές. Φτάσαμε στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Εκεί σταθήκαμε · γιατί ένας γνωστός μας γιατρός, που έχει εξοχικό σπίτι στην περιοχή, μας είπε πως βγαίνουνε καπνοί από αρχαία πηγάδια κι επειδή παίρνουν περίεργα σχήματα – σαν πνεύματα που δραπετεύουν από μπουκάλια όπου τα ‘χανε φυλακισμένα – οι χωρικοί πιστεύουν πως είναι φαντάσματα. Κι ήταν σωστό. Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο είδαμε τους αλλόκοτους καπνούς που μάκραιναν και κόνταιναν και φάρδαιναν, παίρνοντας συνήθως ανθρώπινες μορφές. Και τότε μου ‘ρθες στο μυαλό ο Lange Waper, το φάντασμα της Αμβέρσας, που κόνταινε και φάρδαινε και μάκραινε κι έπαιρνε επικριτικές μορφές για να τρομάξεις κείνους συνεργάζονταν με Ισπανούς κατακτητές.

Κοιτούσαμε με δέος και θαυμασμό τα σχήματα που παίρναν οι καπνοί. Η Ν. σφίχτηκε πάνω μου κι έμεινε έτσι για αρκετό διάστημα, ενώ ο ήλιος κατέβαινε ωχρός προς τον ορίζοντα, όπου τα σύννεφα παίρνανε σχήμα άμαξας που σέρνουν πέντε άλογα. «Το άρμα του Φαέθωνα» είπα μέσα μου. Διέκοψα όμως να οραματίζομαι, να βυθίζομαι μέσα στο πούσι της μυθολογίας. Κάποιος μας μίλησε:

- Θαυμάζετε υποθέτω το φαινόμενο, Monsieur-Dame, είπε.

- Καλά το υποθέσατε, γύρισα και τον κοίταξα· ήταν ένας αξιοπρεπής όπως έδειχνε κύριος ντυμένος με ρούχα μια άλλης εποχής. Μα πέστε μου, τι εξήγηση δίνετε σ’ αυτά τα σχήματα που παίρνουν οι καπνοί που μοιάζουν έτσι…

- Με φαντάσματα, συμπλήρωσε η Ν. Οι χωρικοί πιστεύουν πως είναι φαντάσματα!

Ο άγνωστος γέλασε. Κι ύστερα, σοβαρεύοντας, απάντησε:

- Το άκουσα κι εγώ. Αυτή είναι η επικρατούσα άποψη, με την οποία όμως δεν συμφωνούν όλοι. Οι αμφιβάλλοντες το θεωρούν φυσικό φαινόμενο, εξατμίσεις που βγαίνουν από αρχαίο πηγάδι εκεί κάτω…

Έδειξε με το χέρι του το μέρος που βρίσκεται το πηγάδι και συνέχισε:

- «Πρέπει να ξέρετε – και θα ξέρετε ασφαλώς- πως όσους αμφιβάλλουν, εμάς που δεν δεχτήκαμε αβίαστα το γενικά αποδεκτό, στη μία ή την άλλη εποχή, δόγμα – για το ηλιοκεντρικό ή γεωκεντρικό σύστημα, τη μοναρχία με την ευλογία του Θεού, το σοσιαλιστικό ρεαλισμό και άλλα – μας θεωρούν αιρετικούς, αμφισβητίες, ασεβείς (την τρίτη λέξη την τόνισε πιο πολύ). Η Ιερά Εξέταση καταδίκασε πολλούς που είχαν πιο προχωρημένες σκέψεις στον δια πυράς θάνατο · και σε γλωσσοκοπία αρκετούς…»

Σύντομη παύση με αυτοσυγκέντρωση, ενώ εμείς τον κοιτούσαμε παραξενεμένοι. Συνέχισε:

«Μερικά από τα θύματα της δογματικής θηριωδίας μπήκανε ήδη μέσα στο ναό και περιμένουμε κι άλλους. Από καιρό ιδρύθηκε μια μυστική κοινότητα καταραμένων και κατατρεγμένων μοναχών – Το Αββαείον των Ασεβών. Έχω την ευχαρίστηση να σας το εμπιστευθώ γιατί κρίνω – και η διαίσθησή μου δεν με απατά – πως είστε άτομα που μελετούν και σκέπτονται. Ασεβείς στην περίπτωσή μας είναι αυτοί που αμφιβάλλουν για πτυχές της ιδεολογίας, της θρησκευτικής διδασκαλίας, όχι όμως για τις βασικές αρχές. Τον τίτλο ασεβείς μας τον χαρίσανε οι δογματικοί αρχιερείς, με την έννοια πως είμαστε ανατροπείς, επαναστάτες που ήταν βέβαια μερικοί – ο Θωμάς Μύντσερ και λοιποί – όχι όμως οι πιο πολλοί…Αυτοί που βρίσκονται μέσα κι όσοι θα ‘ρθουν είναι σκιές, φαντάσματα και αναμνήσεις από άλλες εποχές. Θα υπάρχουν και σύγχρονοι. Πιστεύω ότι θα ‘ρθουν στην ώρα τους. Μετά από το ηλιοβασίλεμα…»

Το ηλιοβασίλεμα ήταν υπέροχο. Τα σύννεφα στον ορίζοντα και τα νερά πήραν χρώματα ζωντανά, εκεί που ήταν προηγούμενα ωχρά. Βάψαν τα πρόσωπα καλά – όπως το κάνει η φίλη μου η Ν. και οι ηθοποιοί στο θέατρο και στα πηγάδια των μεταλλείων οι ατμοί. Και γίναν έτσι τα παιχνιδιάρικα τα σύννεφα και τα νερά παίζοντας το ερωτικό παιχνίδι με το άπειρο. Γίνανε τόσο γοητευτικά…

Όταν βυθίστηκε ο ήλιος μέσα στη θάλασσα, μείναμε για λίγο ακόμα αγκαλιασμένοι στο λοφίσκο απ’ όπου τον αποχαιρετήσαμε. Μπροστά η Κέα – η Τζιά. Μεσολαβεί η Μακρόνησος· όπου πιο πρόσφατοι ιεροεξεταστές βοηθούσαν τους παρασυρμένους ν’ ανανήψουν, να βγάλουν από τη σκέψη τους τα επικίνδυνα μιάσματα, με κατηχήσεις και λοιπές μεθόδους που λίγο διαφέρανε από τις μεσαιωνικές.

Σκοτείνιασε όταν κατεβήκαμε πάλι στην Αγία Τριάδα, όπου ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητο. Στον ουρανό βγήκαν τα άστρα · και το φεγγάρι, που ήτανε κείνη τη βραδιά μισό και φωτεινό και καθαρό. Όσο πλησιάζαμε προς το ναό βλέπαμε να πληθαίνουν τα φαντάσματα του μεγάλου πηγαδιού των μεταλλείων. Μερικά βγήκαν κι από τις σήραγγες των αργυρωρυχείων. Κι όλα μαζί συγκεντρώνονταν σ’ ένα σημείο που δεν απείχε και πολύ από την εκκλησία.

- Το βλέπεις; ρώτησε η Ν.

- Το βλέπω, απάντησα.

- Δεν είναι παράξενο;

- Είναι!

- Απ’ ό,τι έχω διαβάσει, τα φαντάσματα αποφεύγουνε τις εκκλησίες, δεν συμφωνείς;

- Συμφωνώ. Έτσι το έλεγε και η γιαγιά όπως θυμάμαι – τότε που ήμουνα μικρό παιδί.

- Γιατί το κάνουν;

- Μήπως γιατί, όπως μας είπε αυτός ο παράξενος τύπος προηγούμενα, μέσα στην εκκλησία γίνεται σύναξη των ασεβών;

- Αυτό θα είναι. Πάμε να δούμε, είπε η Ν. που έδειχνε να ‘χει μεγάλη περιέργεια…

Μέσα από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας ακούγονταν ψαλμοί. Όταν φτάσαμε στον περίβολο, ο τύπος που μας ενημέρωσε για το τι γίνεται στα μεταλλεία πριν δύσει ο ήλιος ήρθε και, πιάνοντάς μας από το χέρι, μας οδήγησε μέσα στην εκκλησία. Στον περίβολο κάθονταν γάτες και σκύλοι αδέσποτοι.

Μπήκαμε.

- Καθίστε όπου βρείτε, είπε ο ξεναγός, και βγήκε πάλι έξω.

Τα στασίδια ήταν πιασμένα από φαντάσματα που είχαν πάει έγκαιρα κι από ιδιοκτήτες μεταλλείων – Γάλλους και Έλληνες. Άλλοι – φαντάσματα, ξένοι, επισκέπτες, περίοικοι που έχουν εξοχικά σπίτια και χωρικοί – καθόντουσαν σε πάγκους. Γυναίκες βοσκών και καλλιεργητών αμπέλου για το κρασί ρετσίνα ήταν συγκεντρωμένες στο γυναικωνίτη. Μόνο αυτές. Γιατί οι άλλες των περιοίκων και των διανοουμένων κάθονταν πλάι πλάι με τους άντρες τους. Μόνο οι μάγισσες που είχαν καεί στη φωτιά της Ιεράς Εξέτασης προτίμησαν να μείνουν στο νάρθηκα, όπου ήταν ζωγραφισμένα στον τοίχο τα μαρτύρια της Κόλασης. Τα πιο επίλεκτα μέλη της λέσχης των μαρτυρησάντων, από αυτούς που είχαν μαρτυρήσει προηγούμενα από τους ειδωλολάτρες, στέκονταν σε παράταξη κατά μήκος του τέμπλου, που ήτανε ξυλόγλυπτο και με παλιές εικόνες, όπως το απαιτούν οι δογματικές παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Η εκκλησία ήταν καινούργια μάλλον, μερικούς αιώνες μόνο, μα μέρη της ήταν πιο παλιά – πριν από την πτώση της Πόλης.

Όλο το εκκλησίασμα φορούσε επίσημα ενδύματα, της εποχής που έζησε και ευημέρησε ο καθένας. Μόνο οι καταραμένοι οι «ασεβείς» ήταν ντυμένοι με σκισμένα, ματωμένα και καψαλισμένα ράσα ή μακριές ρόμπες – μ’ αυτά που ήταν σκεπασμένοι όταν τους καίγανε. Εγώ κι η Ν. φορούσαμε φαρδύ παντελόνι και σακάκι – με πέτα αστροναυτικά η φίλη μου – ανοιχτού χρώματος. Μοντέρνα ενδύματα. Της τελευταίας υψηλής ραπτικής. Πολλοί – φαντάσματα, περίοικοι και χωρικοί – γύρισαν να μας δουν ενώ μπαίναμε στο ναό για να σταθούμε όρθιοι ακουμπισμένοι σ’ ένα στύλο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που γύρισαν να μας δουν ήτανε και το φάντασμα της Μονεμβασίας, ο ιππότης της Ορθής Δόξας, το παιδικό όνειρο της Ν. Μας κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας, όπως πρόσεξα, αλλά δεν ήρθε κοντά μας, έκανε με το χέρι του μια κίνηση χαιρετισμού, κι ύστερα στράφηκε και κοιτούσε προς το τέμπλο. Έξω από το ναό τα φαντάσματα του πηγαδιού χορεύανε διαβολικά, διονυσιακά, σατιρικά. Θα πρέπει να ‘πιανε πολύ κρασί. · από αυτό που φέρανε με καρά οι αμπελουργοί, που είχαν έρθει από το Λιόπεσι, την Κερατέα, τον Μαρκόπουλο, τον Κουβαρά, το Κορωπί. Τα βλέπαμε όλα αυτά όσο η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μετά, όταν συγκεντρωθήκαν όλοι όσοι θα μπαίνανε στην εκκλησία, την κλείσανε. Κι έμεινε για αρκετό διάστημα κλειστή. Τη διάλεξη θα την έκανε ο Τζιορντάνο, όταν θα διακόπτονταν η ανάγνωση των ιερών βιβλίων κι οι ψαλμοί από χορωδία φαντασμάτων και το εκκλησίασμα. Υπήρχαν διαφορετικές εκδοχές για το ποιος ήτανε ο Τζιορντάνο. Κατά την επικρατέστερη ο Bruno, ο Δομινικανός καλόγηρος, που επειδή έκλινε φιλοσοφικά προς τον πλατωνισμό, τις θεωρίες των επικούρειων και των στωικών, αντί για τις επικρατούσες των αριστοτελικών και των σχολαστικών και επειδή ασπάστηκε τις θεωρίες του Κοπέρνικου για το ηλιοκεντρικό σύστημα αρνούμενος το γεωκεντρικό, τον καταδίκασε η Ιερά Εξέταση, και πέθανε το 1600 πάνω σε φωτιά. Το ότι δεν τον αναγνώριζαν, ακόμα και οι συνομήλικοί του, οφείλεται στις τρομερές αλλοιώσεις που είχε υποστεί το πρόσωπο από την πυρά. Στο σώμα δεν διακρίνονταν τα τραύματα. Τα σκέπαζε το σκισμένο ράσο του.

Ο Τζιορντάνο στάθηκε πίσω από ένα αναλόγιο στο κέντρο του τέμπλου και έβαλε πάνω τα χειρόγραφα. Δεξιά καθόταν ο Λουκίλιος Βανίνι, συγγραφέας του φιλοσοφικού έργου Περί των θαυμάσιων μυστηρίων της φύσεως, το οποίο κρίθηκε ως αιρετικό από τους ιεροδικαστές και κάηκε στην εξιλαστήρια πυρά, αφού κόψανε πρώτα τη γλώσσα του Βανίνι (1616 μ.Χ.). Αριστερά καθόταν ο Μπουχάριν…Από δω κι από κει της κεντρικής πύλης του τέμπλου στέκονταν όρθια εννιά φαντάσματα κι ένας περίοικος με σάρκα και οστά – η εκλεγμένη συνοδός του αββαείου.

Άρχισε, αφού ήπιε λίγο νερό από μια κούπα που είχε βάλει στο αναλόγιο η καντηλανάφτισσα: «Όταν λοιπόν μας βάλανε πάνω στην πυρά, μετά από τα τρομερά βασανιστήρια και τη γλωσσοκοπία που προηγήθηκε του εξαιρετικού διανοητή πατρός Βανίνι, νιώσαμε κι εγώ κι εκείνος κάτι αφάνταστο: τη φωτιά να μας ανακουφίζει, να θεραπεύει τους τρομερούς πόνους και τις θλίψεις, να θεραπεύει ακόμα και τα λάθη μας. Θα το ξέρετε βέβαια, θα το διαβάσατε εσείς που ζείτε τώρα ή θα το ακούσατε, πόσο οδυνηρά ήταν τα βασανιστήρια από τις μηχανές των ιεροδικείων στον Μεσαίωνα και πόσο φοβερό ήταν να σου αφαιρούν τη γλώσσα – για να μη μιλάς για τα θαυμάσια μυστήρια της φύσης και να μη δέχεσαι σαν αληθινές τις επιστημονικές ανακαλύψεις του Κοπέρνικου. Τη γλωσσοκοπία την αποθανάτισε σ’ έναν μικρό πίνακα ο ζωγράφος Ρούμπενς, με το μαρτύριο του Αγίου Λιβίνου. Οι βασανιστές, αφού του ξεριζώσανε τη γλώσσα με τανάλια, την πέταξαν στα σκυλιά · ενώ ο μάρτυρας καταματωμένος ικέτευε για τη σωτηρία της ψυχής του με χέρια υψωμένα προς τον ουρανό. Απαίσια πράξη των ειδωλολατρών. Παρ’ όλα αυτά ο πόνος του χριστιανού είναι οδυνηρότερος, όταν τον τυραννούν ομόθρησκοι με πλαστές κατηγορίες – η πιο συνηθισμένη τότε ήταν του αιρετικού…Και νιώσαμε λοιπόν μεγάλη ανακούφιση, όταν μετά από τα τρομερά μαρτύρια μας βάλανε να καούμε στη φωτιά. Την θέλαμε την απολυτρωτική πυρά που θα ‘βαζε ένα τέλος στους πόνους και τις απογοητεύσεις μας. θέλαμε να την χαϊδέψουμε με τα δεμένα σε πασσάλους χέρια μας, να την φιλήσουμε σαν να ‘τανε αγαπημένο πρόσωπο. Η κατάσταση αυτή της καταδίκης των πιστών από πιστούς στην ίδια θρησκεία, στο ίδιο δόγμα, στην ίδια ιδεολογία, δεν σταμάτησε στον αιώνα που εμείς θυσιαστήκαμε στο όνομα της επιστημονικής, της δημιουργικής εξέλιξης. Εξακολούθησαν και εξακολουθούν. Μάρτυρας είναι ο Μπουχάριν · και οι καταραμένοι του Μακαρθισμού και της Περσίας…»

Ακούγαμε με προσοχή και μέσα σε απόλυτη σιγή τα λόγια του Δομινικανού μοναχού, που ήρθε από τη Ρώμη που τον είχαν κάψει για να δώσει τη διάλεξη, προσκαλεσμένος από την ιερά σύνοδο των φαντασμάτων του αββαείου των μεταλλείων του Λαυρίου. Ο Τζιορντάνο διέκοψε για να πιει νερό. Και συνέχισε : «Κι όμως εμείς επιβιώσαμε το πνεύμα · ενώ οι θύτες καταποντιστήκανε στα Τάρταρα, όπου εξαφανίζεσαι εντελώς, πιο πολύ κι απ’ ότι στη Δαντική Κόλαση. Το έργο μας δεν χάθηκε. Κι έτσι αθάνατοι σαν πνεύματα συγκεντρωθήκαμε εδώ, στη Santa Trinita των μεταλλείων της αρχαίας Αττικής, για να ‘μαστε μαζί, όλοι εμείς που διασταυρώνουμε κι ερευνούμε πριν πειστούμε, χωρίς αυτό να πάει να πει πως διαμφισβητούμε τις βασικές αρχές της ιδεολογίας ή του δόγματος που υπηρετούμε. Η έρευνα, η άρνηση και η παραδοχή, η αμφισβήτηση και η αμφιβολία έχουν να κάνουν με αυθαίρετες ερμηνείες, αντιεπιστημονικές, αρνητικά δογματικές, που εξυπηρετούν προσωρινά συμφέροντα και τίποτα περισσότερο· έχουν να κάνουν με αρχές και πρακτικές εφαρμογές. Κι έτσι συγκεντρωθήκαμε εδώ, στο εξωκκλήσι της Αγίας Τριάδας των μεταλλείων και στην πανεύμορφη, σεπτή Αττική, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, για να ‘μαστε μαζί, εμείς που είπαν οι ουτιδανοί πως είμαστε ασεβείς, αιρετικοί, για να επικοινωνούμε και με τους νεότερους μα και τους πιο παλιούς σοφούς – πλατωνιστές, νεοπλατωνικούς, πατέρες της Εκκλησίας, επικούρειους, στωικούς…»

Μετά το τέλος της διάλεξης κινηθήκαμε προς την πόρτα, για να βγούμε στο προαύλιο και από κει να πάμε προς το αυτοκίνητο. Ο Ιππότης της Ορθοδοξίας, το τόσο αγαπητό μας φάντασμα της Μονεμβασιάς, ήρθε για να μας αποχαιρετίσει. Μας κατευόδωσε χωρίς μιλιά. Μας κοίταξε μόνο, τη Ν. κι εμένα, τρυφερά…Βγήκαμε στον περίβολο της Αγίας Τριάδας. Τι ομορφιά. Τι μαγική ατμόσφαιρα. Το φεγγάρι και τ’ άστρα φωτίζανε το μεταλλείο. Πάνω από το πηγάδι τα ιερόσυλα φαντάσματα, που τα πιστεύανε οι χωρικοί και οι περίοικοι, χορεύαν και γελούσανε – σαρδώνια, βουερά. Μεταμορφώνονταν. Παίρνανε μορφές ερωτικές, σατιρικές, διαβολικές. Χορεύαν τα φαντάσματα του πηγαδιού, χορεύανε υπέροχα, παραπλανητικά – σαν τα τραγούδια των σειρήνων – ιδιαιτέρως αισθησιακά. Ήταν πρωτομηνιά. Οι χωρικές καίγαν σκουπίδια στο άγαλμα της Εκάτης. Οι χωρικοί των Μεσογείων κι οι άρχοντες των μεταλλείων της φέρνανε ψάρια, όσπρια, κρασί – που τα ‘τρωγαν μετά και τα ‘πιναν οι δούλοι που δουλεύανε στα ορυχεία, οι φτωχοί των τριόδων κι οι σκύλοι που ακολουθούσαν τη θεά. Αλλά μ’ αυτές τις σκέψεις, τις αναδρομές, τα όνειρα και τη μαγεία του σεληνιακού φωτός, που το ‘στελνε απλόχερα κείνο το βράδυ η σεληνιακή θεά στο ορυχείο, ο χρόνος κυλούσε, προχωρούσε, δεν θα αργούσε να ‘ρθει το πρωί…

Τότε ξημέρωνε. Το φως της μέρας έπαιρνε τη θέση του στα μεταλλεία. Τ’ άστρα και η σελήνη κρυφτήκαν · και τα φαντάσματα του πηγαδιού. Το εξωκκλήσι έμεινε άδειο, έρημο. Μπήκαμε στο μικρό μαύρο αυτοκίνητο · κι αφήνοντας το αρχαίο μεταλλείο πήγαμε να πούμε μια καλημέρα στο Αιγαίο πάνω από το ναό του Ποσειδώνα, στο ακραίο Σούνιο. Πλοία. Περνούσαν, κατευθυνόμενα προς τα νησιά. Κυκλάδες. Κρήτη. Δωδεκάνησα. Κι άλλα πανέμορφα νησιά. Πρώτη του μήνα. Νοικοκυρές καίγανε τα σκουπίδια. Τη μέρα αυτή η τρίμορφη θεά της νύχτας τα ‘θελε να’ ναι όλα καθαρά. Με το ξημέρωμα γυναίκες πήγαν ν’ ανάψουν τα καντήλια και να σκουπίσουνε τη Santa Trinita. Το βράδυ οι «ασεβείς» και τα φαντάσματα του πηγαδιού θα τα ‘βρισκαν επίσης όλα καθαρά. Κι από το δείπνο της Εκάτης κάτι θα έμενε και για τ’ αδέσποτα σκυλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου