Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Το Μανιτού


Το Μανιτού

Graham Masterton
The Manitou (1975 )
Μετάφραση : Πόπη Κοντού

Το Μανιτού – που δημοσιεύει ολόκληρο το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ - είναι ένα από τα κλασικά μυθιστορήματα τρόμου της δεκαετίας του '70. Είναι το ντεμπούτο του Graham Masterton και είναι μια ιστορία εκδίκησης ενός νεκρού Ινδιάνου γιατρού που εμφανίζεται στη σύγχρονη Νέα Υόρκη, ο οποίος θέλει να τιμωρήσει τους λευκούς για τη κλοπή της γης των Ινδιάνων.

Το βιβλίο το διάβασα το 1980, όταν κυκλοφόρησε η ελληνική έκδοση (Βιβλιοθήκη του Τρόμου - Εκδόσεις Σίμωσι). Ήταν ίσως το πρώτο βιβλίο τρόμου που διάβασα και ακόμα θυμάμαι το φόβο που ένιωθα και το πως απόφευγα να το διαβάσω τη νύχτα. Θυμάμαι τα βράδια που κοιμόμουν με τα φώτα ανοιχτά και τα αυτιά τεντωμένα.

Ήταν ότι πιο τρομαχτικό είχα διαβάσει, και παρ' όλα τα ξενύχτια και τους εφιάλτες, μυαλό δεν έβαλα και άρχισα να διαβάζω οτιδήποτε κυκλοφορούσε από τη Βιβλιοθήκη του Τρόμου.
Το βιβλίο κάπου παράπεσε με τα χρόνια, και όταν το ανακάλυψα ξανά σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στα τέλη της δεκαετίας του '90, το αγόρασα. Το διάβασα ξανά και αυτή τη φορά δεν τρόμαξα καθόλου.

Μετά από όλα αυτά τα αναγνώσματα βιβλίων τρόμου, μετά από όλες αυτές τις ταινίες - τρόμου και splatter - το Μανιτού δεν είχε τη δύναμη πλέον να με τρομάξει.
Τελικά ο τρόμος της δεκαετίας του '70 φαντάζει τόσο αθώος στα μάτια μας σήμερα.

Παρ' όλα αυτά, το Μανιτού είναι πλέον ένα κλασικό έργο. Και πολλοί ζήτησαν να τους στείλω φωτοτυπία του βιβλίου, πιστεύω όμως ότι είναι καλύτερα να παρουσιαστεί από το Altfactor.

Venix.

Μέρος 1ο

Πρελούδιο
Το φωτάκι του τηλεφώνου αναβόσβησε. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια του ο Δόκτωρ Χιουζ, δίπλωσε το χέρι του πάνω από ένα σωρό χαρτιά ψάχνοντας για το ακουστικό. Το χέρι του ψα­χούλευε διάφορα πράγματα, μπουκάλια με μελάνι, παλιές εφημε­ρίδες και τσαλακωμένα πακέτα από σάντουιτς. Βρήκε τέλος το τηλέφωνο και το σήκωσε.

Ο Δρ. Χιούζ το έβαλε στο αυτί του. Φαινότανε ανήσυχος και τα μάτια του πηγαινοερχόντουσαν γρήγορα, σαν το σκίουρο που προσπαθεί να φυλάξει όσο πιο πολλά καρύδια μπορεί.

- Εσύ είσαι Χιούζ; Εδώ Μακ Εβόυ.

- Α! Συγγνώμη Δρ. Μακ Εβόυ, είμαι πολύ απασχολημένος.

- Δεν ήθελα να σε διακόψω από τη δουλειά σου Δρ. Χιούζ, αλλά έχω μια άρρωστη εδώ κάτω που η περίπτωση της θα σ' ενδιέφερε.

Ο Δρ. Χιούζ πήρε βαθιά ανάσα και έβγαλε τα γυαλιά του.

- Τι είδους περίπτωση; ρώτησε. Ακουσε Δρ. Μακ Εβόυ, εί­ναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου που σκέφτηκες να μου τηλεφωνήσεις αλλά έχω τόση γραφική δουλειά να τελειώσω, που πραγματικά δεν μπορώ...

Ο ΜακΕβόυ δεν το 'βαλε κάτω. Όχι, ειλικρινά, πιστεύω πως θα σ' ενδιέφερε πολύ Δρ. Χιούζ. Σ' ενδιαφέρουν οι όγκοι δεν είναι έτσι; Ε, λοιπόν έχουμε έναν όγκο εδώ που τύφλα να 'χουν όλοι οι όγκοι μαζί.

- Τι το τόσο τρομερό έχει αυτός ο όγκος;

- Έχει βγει στο πίσω μέρος του λαιμού. Η ασθενής είναι Καυκάσια, είκοσι τριών χρόνων. Δεν έχει ποτέ ξαναβγάλει όγκο κακοήθη ή καλοήθη.

- Και;

- Αυτός ο όγκος κινείται, είπε ο Δρ. Μακ Εβόυ. Ο όγκος κινείται πραγματικά σαν να υπάρχει κάτι κάτω από το δέρμα, που είναι ζωντανό.

Ο Δρ. Χιούζ ζωγράφιζε λουλούδια με το στυλό του. Σούφρωσε τα φρύδια του για ένα λεπτό και μετά είπε:

- Βγάλατε ακτινογραφίες;

- Θα έχουμε τ' αποτελέσματα σε είκοσι λεπτά.

- Τον ψηλαφίσατε;

- Είναι όπως κάθε άλλος όγκος. Μόνο που αυτός στρίβει, κουνιέται.

- Προσπαθήσατε να το ανοίξετε; Μπορεί να είναι μια φλεγ­μονή.

- Θα περιμένω πρώτα να δω τις ακτινογραφίες.

Ο Δρ. Χιούζ πιπίλισε σκεπτικά την άκρη του στύλου του. Το μυαλό του ξεφύλλιζε όλες τις σελίδες από όλα τα ιατρικά βιβλία που είχε ρουφήξει ως τότε, ψάχνοντας να βρει μια παρόμοια πε­ρίπτωση ή κάποιο προηγούμενο ή έστω κάτι που αμυδρά να συνδέεται με την ιδέα ενός κινούμενου όγκου. Ίσως να ή­ταν κουρασμένος, αλλά κατά κανένα τρόπο δεν μπορούσε να οδηγηθεί κάπου από αυτή την ιδέα.

- Δρ. Χιούζ;

- Ναι, εδώ είμαι ακόμα. Ακουστέ, τι ώρα έχετε;

- Τρεις και δέκα.

- Εντάξει, Δρ. Μάκ Εβόυ. Έρχομαι κάτω.

Έβαλε στη θέση του το τηλέφωνο και ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του, τρίβοντας τα μάτια. Ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Έξω στους δρόμους της Νέας Υόρκης η θερμοκρασία είχε πέσει στους δεκατέσσερις βαθμούς κάτω από το μηδέν και υπήρχαν έξι ίντσες χιόνι στο έδαφος. Ο ουρανός ήταν συννε­φιασμένος και η κυκλοφορία γινόταν με αλυσίδες στους τρο­χούς. Από το όγδοο πάτωμα του Νοσοκομείου «Οι Αδελφές της Ιερουσαλήμ» η πόλη είχε μαγευτική θέα, ολοφώτιστη, έτσι που ποτέ του δεν την είχε ξαναδεί. Είναι σαν να βρίσκεσαι στη Σελήνη, σκέφτηκε ο Δρ. Χιούζ. Ή στο τέλος του κόσμου. Ή στον αιώνα των Παγετώνων.

Υπήρχε πρόβλημα με την κεντρική θέρμανση και γι' αυτό φορούσε το παλτό του μέσα στο γραφείο. Κάθισε εκεί κάτω από το μαλακό φως της λάμπας του γραφείου του, εξουθενωμένος, με μια σουβλερή μύτη σαν σκαρπέλο, τριάντα τριών χρόνων, με σκούρα καστανά μαλλιά που κατέβαιναν στο σβέρκο. Έμοιαζε περισσότερο μ' αυτούς τους νεαρούς με τα μηχανάκια παρά σαν ειδικός στους κακοήθεις όγκους.

Η πόρτα του γραφείου άνοιξε διάπλατα και μια παχουλή με

άσπρα μαλλιά κυρία, με σηκωμένα στο κεφάλι τα κόκκινα γυαλιά της μπήκε μέσα κρατώντας ένα δέμα χαρτιά και ένα φλυντζάνι καφέ.

- Λίγη ακόμα γραφική εργασία Δρ. Χιούζ. Σκέφτηκα επίσης πως ίσως να θέλατε κάτι να σας ζεστάνει.

- Σ' ευχαριστώ Μαίρη.

Ανοιξε τον καινούργιο φάκελο, που του έφερε και πήρε μιαπιο βαθιά αναπνοή.

- Χριστέ μου, τα είδες όλα τούτα; Εγώ υποτίθεται πως είμαι γιατρός και όχι υπάλληλος αρχείου. Ακουσε, πάρ' το αυτό πίσω και δος το στον Δρ. Ριτζγουαίη. Αυτουνού του αρέσουν τα χαρ­τιά. Του αρέσουν πιο πολύ από τις σάρκες και το αίμα.

Η Μαίρη σήκωσε τους ώμους.

- Ο Δρ. Ριτζγουαίη τα έστειλε σε σας.

Ο Δρ. Χιούζ σηκώθηκε. Με το παλτό του έμοιαζε σαν τον Τσάρλυ Τσάπλιν στο έργο «Ο Χρυσοθήρας». Κούνησε το φάκε­λο με τα χαρτιά με μια έκφραση απελπισίας και τα χτύπησε πά­νω στη μοναδική κάρτα που του είχαν στείλει για την ήμερα της Αγίου Βαλεντίνου και που ήξερε πως του την είχε στείλει η μητέρα του.

- Καλά άφησε τα, θα τα κοιτάξω αργότερα. Πάω κάτω να δω το Δρ. Μάκ Εβόυ. Έχει μια άρρωστη που θέλει να της ρίξω μιαματιά.

- Θ' αργήσετε Δρ. Χιούζ; ρώτησε η Μαίρη. Έχετε ένα συμβούλιο στις τέσσερις και μισή.

Ο Δρ. Χιούζ την κοίταξε αφηρημένα σα να μην τη γνώριζε.

- Ν' αργήσω; Όχι. Δεν πιστεύω. Δε θα μου πάρει πολύ.

Βγήκε από το γραφείο του στο διάδρομο, που ήταν φωτισμένος με νέον. «Οι Αδελφές της Ιερουσαλήμ» ήταν ένα ακριβό ιδιωτικό νοσοκομείο και ποτέ δεν μύριζε, όπως συνήθως όλα τα άλλα, χλωροφόρμιο ή ανθρακικό οξύ. Ο διάδρομος ήταν όλος στρωμένος μ' ένα παχύ κόκκινο χαλί και σε κάθε γωνιά υπήρχαν φρεσκοκομμένα λουλούδια. Ήταν σαν ξενοδοχείο από εκείνα που οι μεσόκοποι προϊστάμενοι παίρνουν τις γραμματείς τους για ένα Σαββατοκύριακο αμαρτωλής δραστηριότητας.

Ο Δρ. Χιούζ κάλεσε το ασανσέρ και χτύπησε το δέκατο πέμ­πτο πάτωμα. Κοιτάχτηκε μέσα στον καθρέφτη του ασανσέρ και διαπίστωσε ότι φαινόταν πολύ πιο άρρωστος από μερικούς από τους ασθενείς του. Ίσως θα έπρεπε να πάρει λίγες μέρες άδεια. Η μητέρα του πάντα αγαπούσε τη Φλώριδα ή ίσως να πήγαιναν να δούνε την αδελφή του στο Σαν Ντιέγο.

Πέρασε μέσα από δυο κουνιστές πόρτες και έφτασε στο γρα­φείο του Δρ. Μακ Εβόυ, που ήταν ένας κοντόχοντρος άντρας. Οι άσπρες μπλούζες του ήταν πάντοτε πάρα πολύ στενές στις μασχάλες του. Έμοιαζε με χειρουργημένο λουκάνικο. Το πρό­σωπο του ήταν μεγάλο και στρογγυλό σαν φεγγάρι με λεκέδες και μια μικρή, κολοβή, ιρλανδέζικη μύτη. Κάποτε έπαιζε ποδό­σφαιρο με την ομάδα του νοσοκομείου, μέχρι που έπαθε κάταγ­μα στο γόνατο του σε μια απότομη κλωτσιά. Τώρα περπατάει και κουτσαίνει ελαφρά.

- Χαίρομαι που ήρθατε κάτω, είπε χαμογελώντας. Πράγματι αυτό είναι κάτι πολύ περίεργο και ξέρω πως είσαστε ο μεγαλύτε­ρος ειδικός του κόσμου.

- Όχι και ο μεγαλύτερος! είπε ο Δρ. Χιούζ. Ωστόσο σας ευ­χαριστώ για τη φιλοφρόνηση.

Ο Δρ. Μακ Εβόυ έχωσε το δάχτυλο του μέσα στο αυτί του στριφογυρίζοντας το με πολύ μεγάλη σκέψη και προσοχή.

- Οι ακτινογραφίες θα είναι εδώ σε δέκα λεπτά. Εν τω μεταξύ δεν μπορώ να σκεφτώ τι άλλο θα μπορούσα να κάνω.

- Μπορείτε να μου δείξετε την ασθενή; ρώτησε ο Δρ. Χιούζ.

- Βεβαίως. Είναι στη δική μου αίθουσα αναμονής. Αν ήμου­να στη θέση σας θα έβγαζα το παλτό μου. Μπορεί να νομίσει πως σας έφερα από έξω.

Ο Δρ. Χιούζ κρέμασε το τσαλακωμένο μαύρο παλτό του και ακολούθησε τον Δρ. Μακ Εβόυ μέσα στην κατάφωτη αίθουσα αναμονής. Υπήρχαν πολυθρόνες, περιοδικά, λουλούδια και ένα ενυδρείο γεμάτο με τροπικά ψάρια που έλαμπαν. Μέσα από τις γρίλιες ο Δρ. Χιούζ διέκρινε την παράξενη μεταλλική ακτινοβολία του απογευματινού χιονιού.

Σε μια γωνιά του δωματίου καθότανε ένα λεπτό κορίτσι με μαύρα μαλλιά και διάβαζε το Σάνσετ. Είχε ένα μάλλον τετράγω­νο λεπτό πρόσωπο, λίγο πονηρό, σκέφτηκε ο Δρ. Χιούζ. Φορού­σε ένα απλό καφέ φόρεμα, που έδειχνε τα μαγουλά της πιο βα­θουλωτά. Η μόνη απόδειξη της νευρικότητας της ήταν ένα τα­σάκι γεμάτο αποτσίγαρα και ένα σύννεφο καπνού στον αέρα.

- Δεσποινίς Τάντυ, είπε ο Δρ. Μακ Εβόυ, να σας συστήσω τον Δρ. Χιούζ. Ο Δρ. Χιούζ είναι ειδικός σε περιπτώσεις σαν τη δική σας και θα ήθελε να σας ρίξει μια ματιά και να σας κάνει με­ρικές ερωτήσεις.

Η δις Τάντυ άφησε στην άκρη το περιοδικό και χαμογέλασε.

- Βεβαίως, είπε με μια ξεκάθαρη προφορά από το Νιου Ίνγκλαντ.

Από καλή οικογένεια σκέφτηκε ο Δρ. Χιούζ. Δεν χρειαζότανε να το μαντέψει αν ήταν πλούσια ή όχι. Δεν καταφεύγεις για θεραπεία στο νοσοκομείο των Αδελφών της Ιερουσαλήμ αν δεν σου περισσεύουν αρκετά μετρητά.

- Σκύψτε προς τα εμπρός, είπε ο Δρ. Χιούζ.

Η δεσποινίς Τάντυ έσκυψε και ο Δρ. Χιούζ σήκωσε τα μαλ­λιά της στο πίσω μέρος του λαιμού της. Ακριβώς στο κοίλωμα του λαιμού ήταν ίνα μαλακό στρογγυλό εξόγκωμα, όσο είναι το μέγεθος ενός βάρους που βάζουν πάνω στα χαρτιά. Ο Δρ. Χιούζ το ψαχούλεψε με τα δάχτυλα του και του φάνηκε πώς είχε την κανονική υφή ενός καλοήθους ινώδους εξογκώματος.

- Πόσον καιρό το έχετε αυτό; ρώτησε ο Δρ. Χιούζ.

- Δύο ή τρεις μέρες, είπε η δις Τάντυ. Ήρθα για εξετάσεις, μόλις άρχισε να μεγαλώνει. Φοβήθηκα μήπως είναι καρκίνος ή κάτι τέτοιο!

Ο Δρ. Χιούζ κοίταξε απέναντι του τον Δρ. Εβόυ και ζάρωσε τα φρύδια του.

- Δυο ή τρεις μέρες; Είσαστε σίγουρη;

- Ακριβώς, είπε η δις Τάντυ. Σήμερα είναι Παρασκευή, δεν είναι; Λοιπόν το αισθάνθηκα για πρώτη φορά όταν ξύπνησα την Τρίτη το πρωί.

Ο Δρ. Χιούζ ζούληξε τον όγκο απαλά με το χέρι του. Ήταν σταθερός και σκληρός, αλλά δεν παρατήρησε καμιά κίνηση.

- Σας πονάει; ρώτησε.

- Έχω την αίσθηση πώς με αγκυλώνει. Αλλά αυτό είναι όλο.
Ο Δρ. Μακ Εβόυ είπε:

-Ένιωσε το ίδιο πράγμα όταν το ζούληξα.

Ο Δρ. Χιούζ άφησε τα μαλλιά της δεσποινίδας Τάντυ να πέ­σουν πάλι και της είπε πως μπορεί να καθίσει κανονικά. Τράβη­ξε μια πολυθρόνα, βρήκε στην τσέπη του ένα τσαλακωμένο κομ­μάτι χαρτί και άρχισε να σημειώνει ορισμένα πράγματα καθώς της μιλούσε.

- Πόσο μεγάλος ήταν ο όγκος όταν τον προσέξατε για πρώτη φορά;

- Πολύ μικρός. Όσο ένα φασόλι, πιστεύω.

- Μεγαλώνει συνεχώς ή μόνο ειδικές ώρες;

- Φαίνεται πως μεγαλώνει μόνο τη νύχτα. Θέλω να πω πως κάθε πρωί πού ξυπνάω είναι πιο μεγάλο.

Ο Δρ. Χιούζ έκανε ένα λεπτομερές γραμμωτό σχέδιο πάνω στο χαρτί του.

- Το αισθάνεστε κανονικά; Θέλω να πω το αισθάνεστε τώρα;

- Δεν μοιάζει να είναι τίποτα χειρότερο από οποιοδήποτε άλ­λο πρήξιμο. Αλλά καμιά φορά μου δίνει την αίσθηση ότι μετα­κινείται.

Τα μάτια του κοριτσιού ήταν μαύρα και πολύ πιο φοβισμένα από ότι άφηνε να φαίνεται στη φωνή της.

- Συνέχισε την περιγραφή. Είναι σχεδόν όπως όταν κάποιος προσπαθεί να βολευτεί στο κρεβάτι του. Ξέρετε γυρίζει τριγύρω και μετά μένει ακίνητο.

- Συμβαίνει συχνά αυτό;

Είχε αρχίσει να ανησυχεί. Αισθανόταν τις υπεκφυγές του Δρ. Χιούζ και άρχισε να στενοχωριέται.

- Δεν ξέρω. Ίσως τέσσερις με πέντε φορές την ήμερα.

Ο Δρ. Χιούζ σημείωσε μερικά πράγματα ακόμα και δάγκωσε τα χείλη του.

- Δις Τάντυ, έχετε παρατηρήσει τίποτε αλλαγές στην κατά­σταση της υγείας σας τις τελευταίες μέρες, από τότε δηλαδή που παρουσιάστηκε αυτός ο όγκος;

- Μόνο λίγη κούραση. Είναι ίσως που δεν κοιμάμαι τόσο κα­λά τη νύχτα. Αλλά δεν έχω χάσει βάρος ή κάτι τέτοιο.

- Μμμ! Ο Δρ. Χιούζ έγραψε κάτι ακόμα για λίγο και μετά κοίταξε αυτά που είχε γράψει. Καπνίζετε πολύ;

- Συνήθως μόνο μισό πακέτο την ήμερα. Δεν είμαι μεγάλη καπνίστρια. Τώρα συμβαίνει να είμαι νευρική γι' αυτό...

Ο Δρ. Μακ Εβόυ είπε:

- Δις Τάντυ ζείτε μόνη σας; Που μένετε;

- Μένω με τη θεία μου στην 82η οδό. Δουλεύω για μια εται­ρία δίσκων. Βοηθός προσωπικού. Ήθελα να βρω ένα διαμέρισμα να μένω μόνη, αλλά οι γονείς μου σκέφτηκαν πως θα ήταν καλύ­τερα αν εμένα με τη θεία μου για ένα διάστημα. Είναι εξήντα δύο χρόνων. Είναι μια θαυμάσια γυναίκα. Τα πάμε φίνα μαζί.

Ο Δρ. Χιούζ κατέβασε το κεφάλι.

- Μη με παρεξηγήσετε που θα σας κάνω αυτή την ερώτηση δις Τάντυ, αλλά νομίζω πως θα καταλάβετε γιατί πρέπει να την κάνω. Ή κατάσταση της θείας σας είναι καλή και το διαμέρισμα είναι καθαρό; Μήπως υπάρχει κίνδυνος για την υγεία σας εκεί, δηλαδή κατσαρίδες, βουλωμένα λούκια ή βρώμικα φαγητά;

Η δις Τάντυ χαμογέλασε με ένα μορφασμό για πρώτη φορά από την ώρα που την είδε ο Δρ. Χιούζ.

- Η θεία μου είναι μια γυναίκα γεμάτη υγεία Δρ. Χιούζ. Έχει γυναίκα κάθε μέρα που της καθαρίζει και μια κοπέλα που μαγει­ρεύει και της κρατάει συντροφιά.

Ο Δρ. Χιούζ κούνησε το κεφάλι του.

- Ωραία, θα το αφήσουμε έτσι όπως είναι προς το παρόν.
Ελάτε, πάμε πάνω να δούμε αυτές τις ακτινογραφίες, Δρ. Μακ Εβόυ.

Πήγαν πίσω στο γραφείο του Δρ. Μακ Εβόυ και κάθισαν. Ο Δρ. Μακ Εβόυ πήρε ένα κομμάτι τσίχλα και άρχισε να το μα­σάει.

- Τι βγάζετε από αυτό που είδατε Δρ. Χιούζ;

Ο Δρ. Χιούζ αναστέναξε.

- Για την ώρα δεν βγάζω τίποτα απολύτως. Αυτό το εξόγκω­μα μεγάλωσε έτσι σε δυο τρεις μέρες και μέχρι σήμερα ποτέ δεν έχω δει έναν όγκο να μεγαλώνει έτσι. Ύστερα υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι κινείται. Εσείς τοαισθανθήκατε να κινείται;

- Μα βέβαια είπε ο Δρ. Μακ Εβόυ. Έτσι ελαφρά σαν να αλ­λάζει θέση, σαν να υπάρχει κάτι, κάτω από κει.

- Ίσως αυτό να το προξενεί η κίνηση του λαιμού. Αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα αν δεν δούμε τις ακτινογραφίες.

Κατόπιν στάθηκαν σιωπηλοί για λίγα λεπτά ενώ οι διάφοροι θόρυβοι του νοσοκομείου έφταναν αμυδρά μέχρις εκεί. Ο Δρ. Χιούζ αισθανότανε αποκαμωμένος, κρύωνε και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι του. Ήταν στο πόδι από τις δύο το πρωί της προηγούμενης μέρας πνιγμένος μέσα στα χαρτιά και τις στα­τιστικές και από ότι έδειχναν τα πράγματα θα έμενε και απόψε πολύ αργά. Ανάπνευσε βαθιά και κοίταξε τα γδαρμένα καφέ πα­πούτσια του πάνω στο χαλί.

Μετά από πέντε ή έξι λεπτά, η πόρτα του γραφείου άνοιξε και η ακτινολόγος μπήκε μέσα με έναν μεγάλο καφέ φάκελο. Ήταν νέγρα, ψηλή, με κοντά μαλλιά και χωρίς καθόλου χιούμορ.

- Τι έβγαλες από αυτά Σελένα; ρώτησε Δρ. Μακ Εβόυ, κα­θώς έπαιρνε το φάκελο για να τον πάει στο κουτί με το φως.

- Δεν είμαι καθόλου βέβαιη, Δρ. Μακ Εβόυ. Είναι αρκετά καθαρό, αλλά δεν μπορώ να δώσω καμιά εξήγηση.

Ο Δρ. Μακ Εβόυ έβγαλε τις μαύρες ακτινογραφίες και τις στερέωσε πάνω στο κουτί με το φως. Έσβησαν όλα τα φώτα και είχαν μπροστά τους την πλάκα με το πίσω μέρος του κρανίου της δεσποινίδας Τάντυ, παρμένο από το πλάι. Φαινότανε καθαρά ο όγκος - ένα μεγάλο σκοτεινό σημάδι. Αλλά μέσα σ' αυτό, αν­τί για το συνηθισμένο ινώδες εξόγκωμα, φαινότανε πως υπήρχε ένας μικρός μπερδεμένος κόμπος από μεμβράνη και οστά.

- Κοίταξε εδώ, είπε ο Δρ. Μακ Εβόυ, δείχνοντας με το στυ­λό του. Εδώ είναι σαν να υπάρχουν ρίζες από κόκαλο που κρα­τάνε το εσωτερικό του όγκου πλάι στο λαιμό. Τώρα τι διάβολο
νομίζεις πως είναι αυτές;

- Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, είπε ο Δρ. Χιούζ. Μέχρι σή­μερα δεν έχω δει τίποτα που να μοιάζει μ' αυτό. Αυτό δεν μοιά­ζει καθόλου με όγκο.

Ο Δρ. Μακ Εβόυ σήκωσε τους ώμους του.

- Σύμφωνοι, ας πούμε ότι δεν είναι όγκος. Τότε τι είναι;

Ο Δρ. Χιούζ περιεργάστηκε από κοντά την ακτινογραφία. Ο μικρός κόμπος από μεμβράνες και οστά ήταν τόσο άμορφος και μπερδεμένος, που δεν μπορούσε κανείς να δώσει μιαν εξήγηση. Μόνο ένα πράγμα έμενε να γίνει να εγχειριστεί. Να το κάψουνε και να το εξετάσουνε ανοίγοντας το. Με το ρυθμό που μεγάλωνε καλύτερα θα ήτανε η εγχείρηση να γινότανε το γρηγορότερο.

Ο Δρ. Χιούζ σήκωσε το τηλέφωνο που ήταν πάνω στο γρα­φείο του Δρ. Μακ Εβόυ.

- Μαίρη, άκουσε, είμαι ακόμα κάτω εδώ με τον Δρ. Μακ Εβόυ. Θα μπορούσες να δεις πότε ο Δρ. Σνάιθ έχει διαθέσιμο χώρο στο χειρουργείο; Έχω κάτι εδώ που χρειάζεται άμεση ε­πέμβαση. Ακριβώς. Ναι, όγκος. Αλλά είναι κακοήθης και ίσως υπάρξει πρόβλημα αν δεν εγχειριστεί αμέσως. Ακριβώς. Ευχα­ριστώ.

- Κακοήθης; είπε ο Δρ. Μακ Εβόυ. Πως το ξέρουμε πως εί­ναι κακοήθης;

Ο Δρ. Χιούζ κούνησε το κεφάλι του.

- Δεν το ξέρουμε, αλλά μέχρι ν' ανακαλύψουμε αν είναι επι­κίνδυνος ή ακίνδυνος θα το χειριστώ σαν να είναι επικίνδυνος.

- Μακάρι να ήξερα τι στο διάβολο είναι, είπε άκεφα ο Δρ. Μακ Εβόυ. Έψαξα το ιατρικό λεξικό, αλλά δεν υπάρχει τίποτα σαν κι αυτό.

Ο Δρ. Χιούζ χαμογέλασε κουρασμένα μ' ένα μορφασμό.

- Ίσωςείναι καμιά καινούργια αρρώστια. Μπορεί να της δώ­σουν τ' όνομά σου. Η ασθένεια του Μακ Εβόυ! Να επιτέλους δόξα. Πάντα θα ήθελες να γίνεις διάσημος, δεν είναι έτσι;

- Αυτή τη στιγμή θα ήθελα ένα φλιτζάνι καφέ και ένα ζεστό σάντουιτς με μοσχάρι. Το βραβείο Νόμπελ ας το αφήσουμε για αργότερα.

Το φωτάκι του τηλεφώνου αναβόσβησε. Ο Δρ. Χιουζ έπιασε το ακουστικό. «Μαίρη; Εντάξει. Σύμφωνοι, πολύ ωραία. Ναι, Έτσι, πολύ καλά, θαύμα. Πες στον Δρ. Σνάιθ πως τον ευχαριστώ πολύ».

- Είναι ελεύθερος; ρώτησε ο Δρ. Μακ Εβόυ.

- Αύριο το πρωί στις δέκα. Ας πάω καλύτερα να το πω στη δεσποινίδα Τάντυ.

Ο Δρ. Χιούζ έσπρωξε τις διπλές πόρτες και μπήκε στην αί­θουσα αναμονής. Η δις Τάντυ καθόταν ακόμα εκεί με ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο και κοιτούσε, χωρίς να βλέπει, το ανοιχτό περιοδικό που ήταν πάνω στα πόδια της.

- Δεσποινίς Τάντυ!

Κοίταξε προς τα πάνω γρήγορα. «Ορίστε» είπε.

Ο Δρ. Χιούζ τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του. Προσπαθούσε να φαίνεται σοβαρός, σταθερός και αξιόπιστος για να καθησυχάσει τον ολο­φάνερο τρόμο της, αλλά ήταν τόσο κουρασμένος που δεν κατά­φερε να φανεί τίποτα από όλα αυτά, παρά μόνον κακομοίρης.

- Ακουστέ δεσποινίς Τάντυ. Νομίζω πως πρέπει να το εγχει­ρίσουμε. Αυτό το πρήξιμο δεν φαίνεται να είναι κάτι που να μας ανησυχεί, εκτός βέβαια από την ταχύτητα πού μεγαλώνει. Θα ή­θελα να βγει το γρηγορότερο δυνατό και μαντεύω πως και σεις το ίδιο θα θέλατε.

Σήκωσε το χέρι της και το έβαλε πίσω στο λαιμό της, μετά το άφησε να πέσει και κούνησε το κεφάλι της.

- Καταλαβαίνω. Βεβαίως.

- Αν μπορείτε, να είσαστε εδώ αύριο το πρωί στις οκτώ. Ο Δρ. Σνάιθ θα σας εγχειρίσει γύρω στις δέκα. Ο Δρ. Σνάιθ είναι ένας πολύ καλός χειρουργός και έχει πολύ μεγάλη πείρα σε όγκους σαν τον δικό σας.

Η δις Τάντυ προσπάθησε να χαμογελάσει.

- Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, γιατρέ, σας ευχαριστώ.
Ο Δρ. Χιούζ σήκωσε τους ώμους.

- Μη μ' ευχαριστείτε. Τη δουλειά μου κάνω μόνο. Αλλά α­κούστε, δεν νομίζω πως πρέπει να στενοχωριέστε για τίποτα. Δεν ισχυρίζομαι πως η περίπτωσή σας είναι συνηθισμένη, γιατί δεν είναι. Αλλά ένα μεγάλο μέρος του επαγγέλματος μας έχει να κάνει με περιπτώσεις που δεν είναι συνηθισμένες. Πάντως ήρθα­τε στο σωστό μέρος.

Η δις Τάντυ έσβησε το τσιγάρο της και μάζεψε τα πράγματα της.

- Θα χρειαστεί τίποτα το ιδιαίτερο; ρώτησε. Ένα - δυο νυχτι­κά, υποθέτω, και μια ρόμπα.

Ο Δρ. Χιούζ κούνησε το κεφάλι του.

- Φέρτε και ένα ζευγάρι παντόφλες επίσης. Δεν θα είσαστε κλινήρης.

- Εντάξει, είπε και ο Δρ. Χιούζ τη συνόδευσε στην έξοδο.

Την παρατηρούσε να φεύγει περπατώντας γρήγορα στο διά­δρομο για το ασανσέρ και σκεφτότανε πόσο λεπτή και νέα ήτανε και πόσο πονηρούλα φαινότανε. Δεν ήτανε από τους ειδικευμένους γιατρούς, που βλέπανε τους αρρώστους τους μόνο κάτω α­πό τις συνθήκες της παθολογικής τους κατάστασης και τίποτα άλλο. Δεν ήταν σαν τον Δρ. Πόουσον, τον πνευμονολόγο, που μπορούσε να θυμάται αδιαθεσίες ατόμων πολύ καιρό μετά, αφού είχε τελείως ξεχάσει τα πρόσωπα που υπέφεραν από αυτές. Η ζωή είναι κάτι περισσότερο από μια ατέλειωτη παρέλαση από όγκους και πρηξίματα, σκέφτηκε ο Δρ. Χιούζ. Τουλάχιστον το ελπίζω.

Στεκότανε ακόμα στο διάδρομο, όταν ο Δρ. Μακ Εβόυ έχωσε το σαν φεγγάρι πρόσωπο του στο άνοιγμα της πόρτας.

- Δόκτωρ Χιούζ;

- Ναι;

- Ελάτε μέσα ένα λεπτό, να ρίξετε μια ματιά σ' αυτό.
Ακολούθησε κουρασμένα τον Δρ. Μακ Εβόυ στο γραφείοτου. Την ώρα που μιλούσε στη δεσποινίδα Τάντυ, ο Δρ. Μακ Εβόυ ξεφύλλιζε τα ιατρικά του βιβλία που ανέφεραν περιστατι­κά και πάνω στο γραφείο του είχε απλώσει ένα σωρό ακτινογρα­φίες.

- Βρήκατε τίποτα; ρώτησε ο Δρ. Χιούζ.

- Δεν ξέρω. Φαίνεται τόσο γελοίο, όσο καμιά άλλη παρόμοια περίπτωση.

Ο Δρ. Μακ Εβόυ του έδωσε ένα χοντρό βιβλίο, ανοιγμένο σε μια σελίδα, που ήταν σκεπασμένη από διαγράμματα και πίνα­κες. Ο Δρ. Χιούζ σούφρωσε τα φρύδια του και τα εξέτασε προ­σεκτικά και μετά πήγε στο κουτί με το φως και περιεργάστηκε ξανά τις πλάκες του κρανίου της δεσποινίδας Τάντυ.

- Αυτό είναι τρέλα, είπε.

- Ο Δρ. Μακ Εβόυ στεκόταν εκεί με τα χέρια του στους γο­φούς και κουνούσε το κεφάλι του.

- Έχετε απόλυτο δίκιο. Είναι τρέλα. Αλλά πρέπει να το πα­ραδεχτείτε, μοιάζει πολύ με ένα τέτοιο πράγμα.

Ο Δρ. Χιούζ έκλεισε το βιβλίο.

- Αλλά έστω και αν έχετε δίκιο - σε δυο μέρες;

- Να σας πω, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, όλα είναι δυνα­τά.

- Αν αυτό είναι δυνατόν τότε οι RedSox θα κερδίσουν την ε­πόμενη φορά.

Οι δυο γιατροί, χλωμοί και χαμένοι, στέκονταν στο γραφείο τους στο δέκατο πέμπτο όροφο του νοσοκομείου και κοιτούσαν τις ακτινογραφίες και δεν ήξεραν τι άλλο να πουν.

- Ίσως είναι απάτη, είπε ο Δρ. Μακ Εβόυ.

Ο Δρ. Χιουζ κούνησε το κεφάλι του.

- Αποκλείεται. Πως είναι δυνατόν; Και για ποιο λόγο;

- Δεν ξέρω. Οι άνθρωποι ονειρεύονται απάτες για διάφορους λόγους.

- Εσείς μπορείτε να βρείτε κάποιο λόγο γι' αυτό;
Ο Δρ. Μακ Εβόυ έκανε έναν μορφασμό.

- Μπορείτε να το πιστέψετε ότι είναι αληθινό;

- Δεν ξέρω απάντησε ο Δρ. Χιούζ. Ίσως είναι. Ίσως είναι η μόνη περίπτωση στο εκατομμύριο, που είναι αληθινή.

Ανοιξαν ξανά το βιβλίο και μελετήσανε τις ακτινογραφίες ξανά και όσο περισσότερο συνέκριναν τα διαγράμματα με τον όγκο της δεσποινίδας Τάντυ, τόσο πιο πολύ ανακάλυπταν ο­μοιότητες.

Σύμφωνα με την ΚΛΙΝΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΑ, ο κόμπος α­πό μεμβράνες και οστά που η δεσποινίς Τάντυ είχε στο πίσω μέ­ρος του λαιμού της, ήταν ένα ανθρώπινο έμβρυο, σε τέτοιο μέγε­θος, που θα μπορούσε να υπολογιστεί πως ήταν περίπου οκτώ ε­βδομάδων.

Κεφάλαιο Ένα
Έξω από τη Νύχτα


Αν νομίζετε πως είναι εύκολη ζωή να είσαι μυστικιστής, τότε προσπαθήστε καθημερινά να λέτε την τύχη σε δεκαπέντε διαφορετικά πρόσωπα για είκοσι πέντε δολάρια τη φορά και μετά ελάτε να μου πείτε αν σας άρεσε αυτή η δουλειά.

Την ίδια στιγμή που η Κάρεν Τάντυ συμβουλευότανε τον Δρ. Χιούζ και τον Δρ. Μακ Εβόυ στο νοσοκομείο των Αδελφών της Ιερουσαλήμ, εγώ έλεγα στην κυρία Γουίνκονις την τύχη της για τα άμεσα σχεδία της με τη βοήθεια της τράπουλας Ταρό.

Καθόμαστε γύρω από το πράσινο τσόχινο τραπέζι στο διαμέρισμα μου, που βρισκότανε στη 10η Λεωφόρο, με τις κουρτίνες τραβηγμένες καλά και τα λιβάνια να καπνίζουν ακατάπαυστα στη γωνία, με την αληθινή απομίμηση αντίκας λάμπα πετρελαίου να χύνει όμορφες σκιές γεμάτες μυστήριο. Η κυρία Γουίνκονις ήταν μια ρυτιδιασμένη γριά και το παλιό από αλεπού παλτό της μύριζε ένα μουχλιασμένο άρωμα. Ερχότανε σε μένα κάθε Παρασκευή βράδυ για μια λεπτομερειακή πληροφοριοδότηση των επτά ήμερων που ήταν μπροστά της.

Καθώς άπλωσα τα χαρτιά σε σχήμα Κελτικού σταυρού αυτή άρχισε να κουνιέται, πήρε μια βαθιά αναπνοή και άρχισε να με περιεργάζεται σα νυφίτσα, που μυρίζεται τη λεία της. Ξέρω πως πεθαίνει από ανυπομονησία να με ρωτήσει τι βλέπω αλλά ποτέ δεν έκανε καμιά νύξη μέχρι που να στρώσω όλη την τράπουλα πάνω στο τραπέζι. Όσο περισσότερο μυστήριο υπήρχε τόσο το καλύτερο. Έπρεπε να δώσω όλη μου την παράσταση, από το σούφρωμα των φρυδιών, τους αναστεναγμούς, το δάγκωμα των χειλιών και να παραστήσω πώς ερχόμουνα σε επαφή με τις δυνάμεις από το υπερπέραν. Αλλωστε για όλα αυτά πλήρωνε τα είκοσι πέντε δολάρια της.

Δεν μπόρεσε όμως ν' αντισταθεί στον πειρασμό. Καθώς το τελευταίο χαρτί έπεσε κάτω, έσκυψε προς τα μπρος και ρώτησε:

- Τι είναι κύριε Έρσκιν; Τι βλέπετε; Είναι τίποτα για τον Πατερούλη;

«Πατερούλης» ήταν το χαϊδευτικό για τον κύριο Γουίνκονις, έναν χοντρό γέρο πεισματάρη, που είχε σούπερ - μάρκετ, που κάπνιζε συνεχώς πούρα και που δεν πίστευε σε τίποτα πιο μυστηριώδες από τους τρεις πρώτους δρομείς του Ακουεντάκτ. Η κυρία Γουίνκονις ποτέ δεν είχε πει τίποτα, αλλά από τον τρόπο που μιλούσε καταλάβαινες, ότι η πιο μεγάλη ελπίδα στη ζωή της ήταν να τα τινάξει ο Πατερούλης και να έρθει όλη η περιουσία των Γουίνκονις στα χέρια της.

Κοίταγα τα χαρτιά με τη συνηθισμένη μου περίτεχνη αυτοσυγκέντρωση. Από την τράπουλα Ταρό ήξερα όσα και οποιοσδήποτε άλλος, που είχε διαβάσει τον οδηγό «Εύκολη Χειρομαντεία με την Ταρό», αλλά ήταν ο τρόπος, το στυλ, που είχε σημασία. Αν θέλεις να κάνεις το μυστικιστή, πράγμα που είναι πολύ πιο εύκολο από το να είσαι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρία ή αρχηγός σε οργανωμένες εκδρομές ή φύλακας σε κάμπινγκ το καλοκαίρι, τότε πρέπει να μοιάζεις σαν μυστικιστής.

Μια λοιπόν και κατάγομαι από το Κλήβελαντ του Οχάιο και είμαι τριάντα δύο χρόνων με μαύρα μάτια και κάτω από το καστανό μου μαλλί, που είναι σα βούρτσα, άρχισε να φαίνεται ένα μονοπατάκι φαλάκρας, με μια όμορφη αλλά τεράστια μύτη στο ωραίο αλλά χλωμό μου πρόσωπο, μπήκα στον κόπο να βάψω τα φρύδια μου σαν σατανικές καμάρες, να φορέσω μια σμαραγδί σατέν ρόμπα με φεγγάρια και άστρα ραμμένα επάνω της και να τοποθετήσω στο κεφάλι μου ένα τριγωνικό πράσινο καπέλο. Το καπέλο αυτό είχε πριν μια κορδέλα διαφημιστική, που την έβγαλα όμως για ευνόητους λόγους.

Αγόρασα λιβάνια, μερικούς δερματόδετους τόμους της Βρετανικής Εγκυκλοπαίδειας, ένα φανταστικό κρανίο από δεύτερο χέρι από ένα μαγαζί στο Βίλλατζ, και μετά έβαλα μια αγγελία στις εφημερίδες που έλεγε:

«Ο Απίθανος Έρσκιν -- Διαβάζει την Τύχη. Προβλέπει το Μέλλον. Αποκαλύπτει τη Μοίρα».

Μέσα σε δύο μήνες είχα τόση πολλή δουλειά, που δεν πρόφταινα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ήμουνα σε θέση ν' αγοράσω μια καινούργια Μέρκουρυ Κούγκαρ και ένα μεγάλο στέρεο, με ακουστικά για τ' αυτιά. Αλλά καθώς σας έλεγα, δεν ήταν εύκολο. Το συνεχές κύμα από μεσόκοπες κυρίες που ερχότανε, με ένα ηλίθιο χαμόγελο στο διαμέρισμα μου, πεθαίνοντας από αγωνία να μάθουν τι θα τους συνέβαινε στις ανιαρές μεσόκοπες ζωές τους, ήταν σχεδόν αρκετό για να με πνίγει στο πηγάδι της ανθρώπινης απελπισίας.

- Λοιπόν; είπε η κυρία Γουίνκονις, πιάνοντας με τα ρυτιδιασμένα της δάχτυλα την ατζέντα της από κροκόδειλο. Λοιπόν; Τι βλέπετε κύριε Έρσκιν;

Κούνησα το κεφάλι μου αργά και με θαυμασμό.

- Τα χαρτιά είναι σήμερα πάρα πολύ επίσημα, με σοβαρά μηνύματα και γεμάτα προειδοποιήσεις. Λένε πως βιάζεστε πολύ, πάρα πολύ για τις μελλοντικές καταστάσεις, για ένα μέλλον γενικά, που όταν έρθει και περάσει ίσως δεν χαρείτε τόσο πολύ όσο το φανταζόσαστε. Βλέπω έναν σωματώδη κύριο με ένα πούρο. Θα πρέπει να είναι ο Πατερούλης. Κάτι λέει και είναι πολύ λυπημένος. Κάτι λέει για χρήματα.

- Τι λέει; Λένε τα χαρτιά τι λέει; ψιθύρισε η κυρία Γουίνκονις.

Κάθε φορά πού μνημόνευα «χρήματα» άρχιζε να κουνιέται και να πηδάει σαν το σάλιο πάνω σε καυτή σόμπα. Έχω δει πολλούς άπληστους στον καιρό μου, αλλά αυτή η απληστία για λεφτά στις ηλικιωμένες αυτές γυναίκες σου φέρνει αναγούλα.

- Λέει πως κάτι είναι πολύ ακριβό, συνέχισα με βαθιά φωνή. Κάτι είναι πολύ ακριβό. Ξέρω τι είναι. Το βλέπω τι είναι. Λέει πως ο σολομός σε κονσέρβα είναι πάρα πολύ ακριβός. Νομίζει, πως ο κόσμος δε θα θελήσει να τον αγοράσει σ' αυτή την τιμή.

- Ω! είπε η κυρία Γουίνκονις ενοχλημένη. Εγώ όμως ήξερα τι έλεγα. Είχα διαβάσει την ανατίμηση των τροφίμων στη στήλη του περιοδικού «Τα Νέα των Σούπερ - Μάρκετ» και ήξερα πως ο σολομός κονσέρβας είχε ανατιμηθεί. Την άλλη βδομάδα, όταν ο Πατερούλης θ' άρχιζε να διαμαρτύρεται γι' αυτό, η κυρία Γουίνκονις θα θυμότανε τα λόγια μου και θα εντυπωσιαζότανε τρομερά με τις απίστευτες προβλέψεις μου και το ταλέντο μου.

- Τι βλέπετε για μένα; ρώτησε η κυρία Γουίνκονις. Τι θα συμβεί σε μένα;

Κοίταζα μελαγχολικά τα χαρτιά.

- Φοβάμαι πως η βδομάδα αυτή δεν φαίνεται πολύ καλή. Καθόλου καλή μάλιστα. Τη Δευτέρα θα έχετε ένα ατύχημα. Όχι βέβαια τίποτα σοβαρό, ίσως κάποιο βαρύ αντικείμενο να πέσει πάνω στο πόδι σας αλλά θα είναι οδυνηρό και δε θα μπορέσετε να κοιμηθείτε τη Δευτέρα το βράδυ. Την Τρίτη θα παίξετε μπριτζ με τους φίλους σας, ως συνήθως. Κάποιος θα σας κλέψει στα χαρτιά, αλλά δεν θα τον ανακαλύψετε. Γι' αυτό να ποντάρετε λίγα και να μην διακινδυνεύετε το χαρτί σας. Την Τετάρτη θα έχετε ένα δυσάρεστο τηλεφώνημα, κάτι τέλος πάντων που θα σας αηδιάσει. Την Πέμπτη θα φάτε κάτι που θα σας πειράξει και θα ευχόσαστε να μην το είχατε φάει.

Η κυρία Γουίνκονις με είχε καρφώσει με τα ηλίθια γκρίζα μάτια της.

- Είναι αλήθεια τόσο άσχημα; ρώτησε.

- Α! Δεν είναι απαραίτητο να συμβούν. Μην ξεχνάτε πως τα χαρτιά προειδοποιούν επίσης όπως και προλέγουν. Αν πάρετε τα μέτρα σας και αποφύγετε αυτές τις κακοτοπιές δεν είναι απαραίτητο η βδομάδα σας να είναι τόσο κακή.

- Α, ωραία. Σ' ευχαριστώ Θεέ μου! είπε. Αξίζει τα χρήματα μόνο και μόνο αφού μπορείς να ξέρεις πως να προφυλαχτείς.

- Τα πνεύματα είναι ευνοϊκά σε σας κυρία Γουίνκονις, είπα βάζοντας την ειδική φωνή μου. Σας συμπαραστέκονται και δεν θέλουν να σας δουν στενοχωρημένη ή να πάθετε κανένα κακό. Αν μεταχειρίζεστε καλά τα πνεύματα, σας μεταχειρίζονται καλά κι αυτά.

Σηκώθηκε.

- Κύριε Ερσκιν, δεν έχω λόγια να σας ευχαριστήσω. Ας φύγω τώρα αλλά θα σας ξαναδώ την ερχόμενη βδομάδα, σύμφωνοι;

Χαμογέλασα μ' εκείνο το κρυφό μου χαμόγελο.

- Βεβαίως, κυρία Γουίνκονις, και μην ξεχνάτε τον ξορκισμό γι' αυτή τη βδομάδα.

- Ω, όχι, βεβαίως όχι. Ποιος είναι ο ξορκισμός γι' αυτή τη βδομάδα, κύριε Ερσκιν;

Ανοιξα ένα κουρελιασμένο παλιό βιβλίο, που το είχα πάνω στο τραπέζι δίπλα μου.

- Το απόκρυφο μοτίβο σας γι' αυτή τη βδομάδα είναι: «Φύλαξε καλά τα κουκούτσια και τα φρούτα, θα μεγαλώσουν χωρίς εμπόδια».

Στάθηκε εκεί για ένα λεπτό, μ' ένα απόκοσμο χαμόγελο στο μαραμένο γέρικο πρόσωπο της.

- Όμορφο που είναι! κύριε Ερσκιν. Θα το επαναλαμβάνω κάθε πρωί μόλις ξυπνάω. Σας ευχαριστώ για την τόσο ωραία, πραγματικά υπέροχη συζήτηση.

- Η ευχαρίστηση είναι όλη δική μου, είπα.

Τη συνόδευσα μέχρι το ασανσέρ, προσέχοντας να μην με δει κανείς από τους γείτονες με τη γελοία πράσινη ρόμπα και το καπέλο, και την αποχαιρέτησα πάλι από μακριά γνέφοντας με τοχέρι.

Μόλις χάθηκε από μπροστά μου, γύρισα πίσω στο διαμέρισμα μου, άναψα το φως, έσβησα τα λιβάνια και έβαλα την τηλεόραση. Αν ήμουνα τυχερός δεν θα είχα χάσει και πολύ από τον Κότζακ.

Τη στιγμή που πήγαινα στο ψυγείο να πάρω μια μπύρα, χτύπησε το τηλέφωνο. Κράτησα το ακουστικό με το σαγόνι μου και μίλησα ανοίγοντας τη μπύρα. Η φωνή από την άλλη άκρη ήταν γένους θηλυκού (βεβαίως) και νευρική (βεβαίως). Μόνο τα νευρικά θηλυκά ζητάνε τις υπηρεσίες ενός ανθρώπου σαν τον Απίθανο Ερσκιν.

- Ο κύριος Ερσκιν;

- Ερσκιν τ' όνομά μου, ωροσκόπος το επάγγελμα μου.

- Κύριε Ερσκιν, θα μπορούσα άραγε να έρθω να σας δω;

- Βεβαίως, βεβαίως. Η αμοιβή μου είναι είκοσι πέντε δολάρια, για μια συνηθισμένη ματιά στο άμεσο μέλλον σας, τριάντα δολάρια για ενός έτους πρόβλεψη και πενήντα δολάρια για μια μυστικιστική μελέτη ολόκληρης της ζωής σας.

- Θέλω μόνο να μάθω τι θα μου συμβεί αύριο.

Η φωνή έμοιαζε νεανική και πάρα πολύ στενοχωρημένη. Είχα την υποψία ότι θα επρόκειτο για μια έγκυο, εγκαταλελειμμένη γραμματέα.

- Πολύ καλά κυρία μου. Σ' αυτό είμαι άφθαστος. Τι ώρα θέλετε να έρθετε;

- Γύρω στις εννιά. Μήπως είναι αργά;

- Στις εννιά θα είμαι δικός σας, όλη η ευχαρίστηση θα είναι δική μου. Μπορώ να έχω το όνομα σας, παρακαλώ;

- Τάντυ. Κάρεν Τάντυ. Σας ευχαριστώ κύριε Έρσκιν. Θα σας δω στις εννιά.

Μπορεί να σας φανεί παράξενο που ένα έξυπνο κορίτσι, σαν την Κάρεν Τάντυ, ζητάει βοήθεια από έναν τρομερό αγύρτη σαν και μένα αλλά μόνον αν έχεις ανακατευτεί με τη μαγεία για ένα διάστημα, μόνον τότε μπορείς να καταλάβεις πως αισθάνονται ορισμένα αδύνατα άτομα, όταν τους τρομάζουν πράγματα που δεν καταλαβαίνουν. Αυτό συμβαίνει κυρίως στην αρρώστια και στο θάνατο. Οι περισσότεροι από τους πελάτες μου όλο και κάτι ρωτάνε γύρω από το τέλος της ζωής τους. Δεν έχει σημασία πόσο πειστικός ή πόσο ικανός είναι ο χειρουργός αφού δεν μπορεί να δώσει στους ανθρώπους κάποια απάντηση για το τι πρόκειται να συμβεί αν ξαφνικά σβήσει η ζωή τους.

Είναι δύσκολο σ' έναν γιατρό να πει: «Λοιπόν ακουστέ εδώ κυρία μου, αν ο εγκέφαλος σας σταματήσει να δίνει οποιαδήποτε κινητήρια μηνύματα, θα πρέπει να θεωρήσουμε, πως είσαστε χαμένη, πως φύγατε για πάντα».

Ο θάνατος φοβίζει πολύ τους ανθρώπους, είναι τελείως ολοκληρωτικός, πάρα πολύ απόκρυφος για κείνους που θέλουν και πιστεύουν ότι δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της ιατρικής και της χειρουργικής. Αυτοί θέλουν να πιστεύουν πώς υπάρχει ζωή μετά το θάνατο ή τουλάχιστον ένας κόσμος πνευμάτων, όπου τα πένθιμα φαντάσματα των προγόνων τους, που έχουν πεθάνει εκατοντάδες χρόνια πριν, περιφέρονται μέσα στο ουράνιο θόλο φορώντας τις μεταξωτές πυτζάμες τους.

Στο πρόσωπο της Κάρεν Τάντυ διάβασα αμέσως τον τρόμο του θανάτου, όταν χτύπησε την πόρτα μου. Πράγματι ήταν τόσο έντονα ζωγραφισμένος, που αισθάνθηκα πολύ άσχημα με την πράσινη ρόμπα μου και το αστείο πράσινο καπελάκι μου. Ήταν πολύ λεπτοκαμωμένη, με μυτερό μουτράκι, ο τύπος του κοριτσιού που πάντα κερδίζει στις κούρσες και στα ματς αθλητισμού στο γυμνάσιο. Μιλούσε με μια σοβαρή ευγένεια, που με έκανε να νιώσω τόσο πολύ απατεώνας όσο ποτέ άλλοτε.

- Είστε ο κύριος Έρσκιν; ρώτησε.

- Ολόκληρος. Διαβάζει την Τύχη. Προλέγει το Μέλλον... Τα υπόλοιπα τα ξέρετε.

Έκανε μερικά αθόρυβα βήματα μέσα στο δωμάτιο μου και κοίταξε τριγύρω, το θυμιατό που έκαιγε το λιβάνι, το κιτρινισμένο κρανίο και τις κατάκλειστες κουρτίνες. Ξαφνικά αισθάνθηκα πως ολόκληρο το σκηνικό ήταν πολύ ψεύτικο και γελοίο, αλλά αυτή δεν έδειξε πως το πρόσεξε. Τράβηξε μια καρέκλα για να καθίσει και της πρόσφερα τσιγάρο. Όταν της το άναβα είδα πώς τα χέρια της έτρεμαν.

- Λοιπόν, δεσποινίς Τάντυ; τη ρώτησα. Ποιο είναι το πρόβλημα σας;

- Δεν ξέρω, αλήθεια, πως να το εξηγήσω. Είχα πάει στο νοσοκομείο και αύριο το πρωί θα με χειρουργήσουν. Αλλά υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που δεν μπόρεσα να τους πω.

Ακούμπησα πίσω στην πολυθρόνα μου και της χαμογέλασα ενθαρρυντικά.

- Γιατί δεν προσπαθείτε να μου τα πείτε εμένα;

- Είναι πολύ δύσκολο, είπε με την απαλή, χαμηλή φωνή της. Διαισθάνομαι πως είναι κάτι πολύ περισσότερο από ότι φαίνεται.

- Ωραία, είπα σταυρώνοντας τα πόδια μου κάτω από την πράσινη ρόμπα μου. Θα θέλατε να μου πείτε γιατί ακριβώς πρόκειται;

Σήκωσε το χέρι της ντροπαλά στο πίσω μέρος του λαιμού της.

- Εδώ και τρεις μέρες, άρχισα να αισθάνομαι έναν ερεθισμό εδώ - νομίζω πως ήταν την Τρίτη το πρωί - να, εδώ στο πίσω μέρος του λαιμού μου. Αρχισε να πρήζεται και επειδή φοβήθηκα μήπως ήταν κάτι σοβαρό πήγα στο νοσοκομείο να του ρίξουν μια ματιά.

- Μάλιστα, καταλαβαίνω, είπα με κατανόηση, που καθώς μαντεύετε, είναι το ενενήντα οκτώ τοις εκατό της επιτυχίας ενός μάντη. Και τι σας είπαν οι γιατροί;

- Είπαν, πως δεν ήταν κάτι που θα έπρεπε να ανησυχώ αλλά συγχρόνως τους έβλεπα πολύ ανήσυχους για να θελήσουν να το βγάλουν.

- Τι θέλετε από μένα στην περίπτωση αυτή; ρώτησα χαμογελώντας.

- Ξέρετε, η θεία μου, η κυρία Κάρμαν, σας έχει επισκεφτεί μια - δυο φορές, είναι αυτή που μένω μαζί της. Δεν ξέρει πως είμαι εδώ αλλά πάντοτε λέει πόσο καλός είσαστε και γι' αυτό σκέφτηκα να έρθω κι εγώ.

Είναι λοιπόν ωραίο να μαθαίνεις, πως οι μαντικές υπηρεσίες σου χαίρουν εκτιμήσεως έξω στον κόσμο. Η κυρία Κάρμαν είναι μια αξιαγάπητη γριούλα πού πιστεύει πως ο πεθαμένος σύζυγος της προσπαθεί πάντα να επικοινωνήσει μαζί της από τον κόσμο των πνευμάτων. Ερχότανε να με δει δυο - τρεις φορές το μήνα, κάθε φορά που ο κύριος Κάρμαν της έστελνε μήνυμα από το υπερπέραν. Μου έλεγε πάντα, πως αυτό συνέβαινε στο όνειρο της. Τον άκουγε να της ψιθυρίζει σε μια παράξενη γλώσσα, μέσα στη νύχτα και αυτό την έκανε να ξεκινήσει για τη 10η Λεωφόρο και να ξοδέψει λίγα δολάρια σε μένα. Ήταν μια πολύ καλή πελάτισσα η κυρία Κάρμαν.

- Θέλετε να σας πω τα χαρτιά; τη ρώτησα σηκώνοντας μία από τις διαβολικές καμάρες των φρυδιών μου.

Η Κάρεν Τάντυ κούνησε το κεφάλι της. Φαινότανε πιο σοβαρή και πιο μετρημένη από οποιαδήποτε άλλη πελάτισσα που είχα δει μέχρι τώρα. Ευχόμουνα να μη μου ζητήσει να κάνω τίποτα που να χρειαζότανε αληθινό μυστικιστικό ταλέντο.

- Είναι το όνειρο, κύριε Έρσκιν. Από τότε που αυτό το εξόγκωμα άρχισε να μεγαλώνει, έβλεπα τρομερά όνειρα. Την πρώτη νύχτα, νόμιζα πως ήταν ένας συνηθισμένος εφιάλτης, αλλά έβλεπα το ίδιο όνειρο κάθε νύχτα και κάθε φορά γινότανε όλο και πιο ξεκάθαρο. Δεν ξέρω πια αν θέλω να πέσω στο κρεβάτι μου απόψε, γιατί ξέρω πως θα ξαναδώ το ίδιο όνειρο και θα είναι ακόμα πιο ζωντανό και πολύ, πάρα πολύ χειρότερο.

Έτριψα την άκρη της μύτης μου με βαθιά σκέψη. Ήταν μια συνήθεια που την είχα κάθε φορά που κάτι με ανησυχούσε ή που ήθελε μεγάλη σκέψη. Ίσωςγι' αυτό να είχε μεγαλώσει τόσο πολύ η άκρη της. Μερικοί ξύνουν το κεφάλι τους όταν σκέπτονται και κάνουν πιτυρίδα.

- Δεσποινίς Τάντυ, πολύς κόσμος έχει όνειρα που ξαναγυρίζουν. Αυτό συνήθως εξηγείται, πως οι άνθρωποι αυτοί στενοχωριούνται συνεχώς για κάποιο πράγμα. Δεν νομίζω πως είναι κάτι που να σας τρομάζει τόσο πολύ.

Με κοίταξε μ' αυτά τα μεγάλα βαθιά, σοκολατένια μάτια της.

- Μα δεν είναι τέτοιο όνειρο, κύριε Έρσκιν, είμαι σίγουρη γι' αυτό. Είναι εντελώς πραγματικό. Με τα συνηθισμένα όνειρα αισθάνεσαι πως αυτά συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι σου. Μ' αυτό εδώ όμως, νομίζω πως συμβαίνει γύρω μου, έξω από μένα, καθώς επίσης και μέσα στο μυαλό μου.

- Καλά, είπα, θα θέλατε να μου το διηγηθείτε;

- Αρχίζει πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. «Ονειρεύομαι πως στέκω σ' ένα έρημο νησί. Είναι χειμώνας και φυσάει πολύ παγωμένος αέρας. Τον νιώθω αυτόν τον αέρα αν και τα παράθυρα του δωματίου μου είναι πάντα κλειστά. Είναι νύχτα και το φεγγάρι είναι ψηλά πίσω από τα σύννεφα. Σε απόσταση, πίσω από τα δάση, βλέπω ένα ποτάμι ή ίσως να είναι θάλασσα. Λάμπει κάτω από το φως του φεγγαριού. Κοιτάζω τριγύρω μου και μου φαίνεται πως βλέπω σειρές από σκοτεινές καλύβες. Μοιάζουν σαν κατασκήνωση, σαν ένα πρωτόγονο χωριό. Το γεγονός είναι πως μέσα μου ξέρω πως είναι χωριό, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει κανείς εκεί γύρω.

» Μετά αρχίζω να περπατάω στο γρασίδι, προς το μέρος του ποταμού. Ξέρω το δρόμο, γιατί έχω την αίσθηση ότι έχω ζήσει σ' αυτό το παράξενο χωριό όλη μου τη ζωή. Νιώθω, πως είμαι ταραγμένη αλλά συγχρόνως αισθάνομαι πως έχω μέσα μου κάποιες κρυφές δυνάμεις και πως μπορώ μόνη μου να ξεπεράσω το φόβο. Είμαι ταραγμένη για το άγνωστο, για πράγματα που δεν καταλαβαίνω.

» Φτάνω στο ποτάμι και στέκομαι στην όχθη. Κάνει ακόμα πολύ κρύο. Κοιτάζω απέναντι μου το νερό και βλέπω ένα σκοτεινό πλοίο με κατάρτια αραγμένο βαθιά. Δεν υπάρχει τίποτα στο όνειρο μου, που να μου λέει πως είναι άλλο από ένα συνηθισμένο πλοίο με πανιά, αλλά συγχρόνως το φοβάμαι. Φαίνεται σαν κάτι άγνωστο και παράξενο, σχεδόν σα να είναι κάποιος ιπτάμενος δίσκος από κάποιον άλλον κόσμο.

» Στέκομαι στην όχθη για πολλή ώρα και βλέπω μια μικρή βάρκα να φεύγει από το πλοίο με τα πανιά και να έρχεται με τα κουπιά στην όχθη. Δεν μπορώ να δω ποιος είναι μέσα στη βάρκα. Αρχίζω να τρέχω πάνω στο γρασίδι πίσω στο χωριό και μπαίνω μέσα σε μια καλύβα. Ή καλύβα μου φαίνεται γνωστή, ξέρω πως έχω ξαναπάει εκεί πριν. Αλήθεια, μέσα μου πιστεύω πως η καλύβα αυτή είναι δική μου. Υπάρχει μέσα εκεί μια παράξενη μυρωδιά σαν από βότανα ή λιβάνι ή κάτι τέτοιο.

» Υπάρχει ένα απελπιστικά βιαστικό συναίσθημα πως πρέπει κάτι να κάνω. Αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτό. Ωστόσο πρέπει να το κάνω, ότι κι αν είναι. Έχει κάποια σχέση μ' αυτούς τους φοβερούς ανθρώπους της βάρκας, έχει κάποια σχέση με το σκοτεινό πλοίο με τα πανιά. Ο φόβος όλο και μεγαλώνει μέσα μου. Κάτι θα βγει από το πλοίο που θα έχει κάποιο φρικτό αποτέλεσμα. Υπάρχει κάτι μέσα σ' αυτό το πλοίο που είναι ξένο, κάτι σαν μια μαγική δύναμη κι εγώ νιώθω απελπισμένη. Τότε ακριβώς ξυπνάω».

Η δεσποινίς Τάντυ στριφογύριζε ένα μαντηλάκι στα χέρια της. Η φωνή της ήταν απαλή και λεπτή, αλλά είχε μια τρομερή πειστικότητα που με έκανε να μην νιώθω άνετα. Την κοιτούσα, καθώς μιλούσε, και φαινότανε να πιστεύει, πως αυτό που ονειρεύτηκε δεν θα μπορούσε να συμβεί σε κανέναν άλλον παρά μόνο σ' αυτήν.

Έβγαλα το καπέλο μου. Δεν πήγαινε καθόλου με τις παρούσες συνθήκες.

- Δεσποινίς Τάντυ, αυτό είναι πολύ παράξενο όνειρο. Είναι πάντα το ίδιο - σε κάθε λεπτομέρεια;

-Ακριβώς. Είναι πάντα το ίδιο. Υπάρχει πάντα αυτός ο τρόμος, γι' αυτό που θα έρθει από το πλοίο.

- Μμμ! Και λέτε πως είναι ένα πλοίο με πανιά: Σαν γιωτ, ας πούμε, κάτι τέτοιο;

Κούνησε το κεφάλι της.

- Όχι δεν είναι γιωτ. Μοιάζει με γαλέρα - μια από κείνες του παλιού καιρού. Ξέρετε, τρία κατάρτια και πλήθος από ξάρτια και σχοινιά.

Έσπρωξα τη μύτη μου προς τα πάνω και προσπάθησα να σκεφτώ βαθιά.

- Υπάρχει τίποτα σ' αυτό το πλοίο, που να σας βοηθάει να βρείτε τι είναι; Μήπως έχει πάνω του κανένα όνομα;

- Είναι τόσο μακριά και είναι πάρα πολύ σκοτεινά.

- Μήπως βλέπετε τίποτα σημαίες επάνω;

- Υπάρχει μια σημαία, αλλά δε θα μπορούσα να την περιγράψω.

Σηκώθηκα και πήγα στη βιβλιοθήκη με τα βιβλία τσέπης γύρω από το μυστικισμό. Τράβηξα ένα με τίτλο «Εξήγηση σε δέκα χιλιάδες όνειρα» και κάτι άλλα ακόμα. Τα έστρωσα πάνω στο πράσινο τσόχινο τραπέζι και κοίταξα σε διάφορα κομμάτια γύρω από νησιά και πλοία. Δεν βοήθησαν σε τίποτα. Τα βιβλία γύρω από το μυστικισμό δε βοηθούν ποτέ σε τίποτα και πολλές φορές μάλιστα συγχέουν τα πάντα. Αλλά αυτό δε με σταμάτησε βέβαια από το να βγάλω ορισμένα σκοτεινά και μυστηριώδη συμπεράσματα για τα νυχτερινά πετάγματα της πελάτισσας μου.

- Τα πλοία συνδέονται, συνήθως, με ένα είδος ταξιδιών ή σημαίνουν νέα που φτάνουν σε κάποιον. Στην περίπτωση σας το πλοίο είναι σκοτεινό και σας τρομάζει, που κατά τη γνώμη μου τα νέα δεν θα είναι καλά. Αυτό το νησί εκπροσωπεί τα συναισθήματα σας, που είναι φόβος και απομόνωση, δηλαδή το νησί εκπροσωπεί εσάς την ίδια. Οποιαδήποτε και αν είναι αυτά τα νέα απειλούν εσάς την ίδια σαν πρόσωπο.

Η Κάρεν Τάντυ κούνησε το κεφάλι της. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αισθάνθηκα ένοχος που της αράδιασα αυτές τις κουταμάρες. Υπήρχε κάτι το πραγματικά αληθινό πάνω σ' αυτήν, φαινότανε τόσο απροστάτευτη, όμως με μια ένταση μέσα της, καθώς την έβλεπα να στέκει εκεί με τα σκούρα καστανά μαλλιά της, που έπεφταν πάνω στο χλωμό διαβολικό πρόσωπο της, τόσο σοβαρή μα και τόσο χαμένη, πού άρχισα να αναρωτιέμαι αν τα όνειρα της ήταν αληθινά.

- Δις Τάντυ, είπα, μπορώ να σας φωνάζω Κάρεν;
- Βεβαίως.

Φωνάζετε με κι εσείς Χάρρυ. Η γιαγιά μου με φώναζε Χένρυ, αλλά κανείς άλλος, μόνο η γιαγιά μου.

- Όμορφο όνομα.

- Σ' ευχαριστώ. Κοίταξε, Κάρεν, άκουσε με. Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά υπάρχει κάτι στην περίπτωση σου, που δεν μου χτυπάει τα ίδια κουδούνια με τις συνηθισμένες πελάτισσες μου, που έρχονται εδώ. Ξέρεις σαν κι αυτές τις γριές κυρίες, που θέλουν να έρθουν σε επαφή με το πεκινουά τους που βρίσκεται στους χαρούμενους κόσμους του ουρανού και τέτοιες αηδίες. Υπάρχει κάτι στα όνειρά σου που είναι -πως να το πω - αυθεντικό.

Αυτό δεν την καθησύχασε καθόλου. Το τελευταίο πράγμα, που θέλουν οι άνθρωποι είναι να τους πεις πως οι φόβοι τους έχουν κάποια βάση. Ακόμα και οι έξυπνοι, οι μορφωμένοι άνθρωποι ζητάνε να νιώσουν μιαν ανακούφιση με τη σκέψη, πως οι νυχτερινοί επισκέπτες τους είναι όλοι ένα είδος αυταπάτης ή απωθημένου. Θέλω να πω, μα το Χριστό, αν οι μισοί από τους εφιάλτες που έχουν οι άνθρωποι, ήταν πραγματικά αληθινοί θα τρελαινότανε κατευθείαν. Μέρος της δουλειάς μου ήταν να καταπραΰνω τους φόβους των πελατών μου και να τους λέω, πως τα όνειρα που βλέπουν δεν πρόκειται ποτέ να συμβούν.

- Τι εννοείτε αυθεντικό;

Της πρόσφερα ένα ακόμα τσιγάρο. Αυτή τη φορά, όταν το άναψε, τα χέρια της δεν έτρεμαν τόσο πολύ.

- Πρόκειται για το εξής, Κάρεν. Μερικοί άνθρωποι αν και δεν το ξέρουν, έχουν μια ισχυρή δύναμη σαν μέντιουμ. Με αλλά λόγια είναι πολύ επιδεκτικοί, είναι δέκτες, ας πούμε, μυστικιστικών καταστάσεων και πνευμάτων, που κινούνται μέσα στην ατμόσφαιρα. Ένα μέντιουμ είναι σαν το ραδιόφωνο ή σαν την τηλεόραση. Με τον τρόπο που έχει φτιαχτεί αυτός ή εκείνη μπορεί ν' αρπάξει μηνύματα, που άλλοι άνθρωποι δεν μπορούν, και να τα μεταδώσει, όπως ακριβώς το ραδιόφωνο τα μεταδίδει ηχητικά και ή τηλεόραση οπτικά.

- Τι μηνύματα; είπε και κατσούφιασε. Δεν καταλαβαίνω.

- Υπάρχουν πολλά είδη, είπα. Εσύ μπορείς να δεις αυτή την στιγμή ένα τηλεοπτικό μήνυμα, δεν μπορείς; Υπάρχουν όμως χιλιάδες τέτοια μηνύματα γύρω μας, συνεχώς. Αυτό το δωμάτιο είναι γεμάτο από εικόνες και φαντάσματα, ταινίες του ΝτέιβιντΜπρίνκλεϋ και διαφημιστικά μηνύματα του κόρν - φλάουερΚέλλογκ. Για να το πιάσεις, λοιπόν, δεν χρειάζεται παρά τον κατάλληλο δέκτη.

Η Κάρεν Τάντυ φύσηξε τον καπνό από το τσιγάρο της.

- Θέλετε να πείτε, πως το όνειρό μου είναι ένα μήνυμα; Όμως τι είδους μήνυμα; Και από που θα μπορούσε να έρθει; Και γιατί άρπαξε εμένα για να έρθει;

Κούνησα το κεφάλι μου.

- Δεν ξέρω γιατί διάλεξε εσένα να έρθει και ούτε ξέρω από που έρχεται. Θα μπορούσε να έρθει από οπουδήποτε. Υπάρχουν αναφορές, αυθεντικές, ανθρώπων στην Αμερική που ονειρεύτηκαν, ότι τους έδιναν λεπτομερείς πληροφορίες για πρόσωπα άλλα που βρίσκονταν σε άλλες χώρες πολύ μακριά. Ήταν ένας αγρότης στην Αϊόβα, που ονειρεύτηκε πως πνιγόταν σε μια πλημμύρα στο Πακιστάν και εκείνο το ίδιο βράδυ έγινε μια τρομερή βροχή με αέρα στο Πακιστάν, που σκότωσε τετρακόσια άτομα. Ο μόνος τρόπος να βρεις μιαν εξήγηση σ' αυτά τα πράγματα είναι να πιστέψεις πως υπάρχουν κύματα σκέψεων, που έρχονται σαν μηνύματα. Ο αγρότης έπιασε το μήνυμα, μέσα στο υποσυνείδητο του, από κάποιο παιδί Πακιστανό, που πνιγότανε. Είναι αφύσικο, το ξέρω, αλλά συνέβηκε.

Η Κάρεν Τάντυ με κοίταξε με βλέμμα παρακλητικό.

- Πως θα μπορέσω, λοιπόν, ποτέ να βρω τι σημασία έχει το όνειρό μου αυτό; Ας υποθέσουμε πως είναι ένα μήνυμα από κάποιον, κάπου στον κόσμο που χρειάζεται βοήθεια, πως θα μπορέσω να βρω ποιος είναι;

- Λοιπόν, αν πραγματικά ενδιαφέρεσαι να μάθεις τι είναι αυτό, υπάρχει ένας τρόπος, της είπα.

- Σας παρακαλώ, πείτε μου τι να κάνω. Πραγματικά θέλω να μάθω. Θέλω να πω, είμαι σίγουρη, πως είναι κάτι που έχει να κάνει μ' αυτόν τον όγκο και θέλω να μάθω τι είναι.

Κούνησα το κεφάλι μου με κατανόηση.

- Εντάξει, Κάρεν, τότε άκουσε τι θα κάνεις. Απόψε θέλω να πας να κοιμηθείς, όπως συνήθως, και αν δεις το ίδιο όνειρό πάλι, θέλω να προσπαθήσεις να θυμηθείς όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορείς, λεπτομέρειες πραγματικές, όσες μπορείς. Κοίταξε καλά τριγύρω το νησί. Κοίταξε αν μπορείς να εντοπίσεις κανένα τοπίο ή κάτι τέτοιο. Όταν πας στο ποτάμι, προσπάθησε να σου εντυπωθεί το σχήμα της παραλίας, αν υπάρχει κάποιος κόλπος ή κάτι τέτοιο, προσπάθησε να θυμηθείς το σχήμα. Αν υπάρχει τίποτα πέρα από το ποτάμι, τίποτα βουνά, κανένα λιμάνι ή κάτι τέτοιο, κράτησε το καλά στο μυαλό σου. Τώρα υπάρχει και κάτι άλλο που είναι ενδιαφέρον. Προσπάθησε να ξεχωρίσεις αυτή τη σημαία, που είδες, πάνω στο πλοίο. Κράτησε την στη μνήμη σου. Μετά μόλις ξυπνήσεις σημείωσε το κάθε τι με όσο πιο μεγάλη λεπτομέρεια μπορείς και ζωγράφισε όσα περισσότερα εικονογραφημένα σχέδια μπορείς από το κάθε τι που είδες. Μετά έλα πάλι να με βρεις.

Έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι.

- Πρέπει να είμαι στο νοσοκομείο αύριο το πρωί στις οκτώ.

- Ποιο νοσοκομείο;

- Οι Αδελφές της Ιερουσαλήμ.

- Λοιπόν, κοίταξε, επειδή είναι ολοφάνερο πως είναι κάτι πολύ σημαντικό, θα πεταχτώ εγώ στο νοσοκομείο και συ μπορείς ν' αφήσεις εκεί τις σημειώσεις σ' ένα φάκελο για μένα. Πως το βρίσκεις αυτό;

- Κύριε Έρσκιν - Χάρρυ, είναι θαυμάσιο. Επιτέλους αρχίζω να αισθάνομαι πως μπήκα σε κάποιο δρόμο.

Πήρα το χέρι της στο δικό μου. Ήταν χαριτωμένη και πικάντικη. Αν δεν ήμουνα τελείως επαγγελματίας και μακριά από τους πελάτες μου, αν κι αυτή δεν πήγαινε στο νοσοκομείο την άλλη μέρα, νομίζω πως θα την καλούσα να φάμε το βράδυ έξω. Θα κάναμε μια φιλική βόλτα με την Κούγκαρ και μετά θα γυρίζαμε στα μυστικά διαμερίσματα του Έρσκιν για μια νυχτερινή γήινη δραστηριότητα.

- Πόσα σας χρωστάω; είπε διακόπτοντας τη μαγεία της σκέψης μου.

- Με πληρώνεις την άλλη βδομάδα, της απάντησα.

Πάντοτε ανεβάζει το ηθικό των ανθρώπων που πάνε στα νοσοκομεία όταν τους λένε «μας πληρώνετε μετά την εγχείρηση σας». Ξαφνικά πιστεύουν πως θα ζήσουν παρόλα αυτά.

- Εντάξει, Χάρρυ, σ' ευχαριστώ, είπε απαλά και σηκώθηκε να φύγει.

- Δεν σε πειράζει να μη σε συνοδεύσω μέχρι έξω, σε πειράζει; τη ρώτησα και της έδειξα την πράσινη ρόμπα μου για εξήγηση.

- Οι γείτονες... ξέρεις. Νομίζουν πως είμαι τραβεστί ή κάτι τέτοιο.

Η Κάρεν Τάντυ χαμογέλασε και με καληνύχτισε. Αναρωτιόμουνα πως θα πήγαινε αυτή η κατάσταση.

Μετά που έφυγε κάθισα στην πολυθρόνα μου και άρχισα να σκέφτομαι. Κάτι δεν πήγαινε καλά με όλα αυτά. Συνήθως οι πελάτισσες μου έρχονται συγχυσμένες να μου διηγηθούν τα όνειρά τους• είναι πάντα σαν τις έγχρωμες περιπετειώδεις ταινίες ανικανοποίητου σεξ και ερωτικής δυστυχίας. Υπάρχουν όνειρα που βλέπει κανείς πως πετάει ή πως τρώει και όνειρα με δυστυχήματα και ακατονόμαστους τρόμους αλλά κανένα από τα όνειρα δεν είχε ποτέ την παράξενη φωτογραφική διαύγεια και την ί-δια ολοκληρωτική λογική συνέπεια, όπως το όνειρο της Κάρεν Τάντυ.

Σήκωσα το τηλέφωνο και πήρα έναν αριθμό. Χτύπησε ένα -δυο λεπτά πριν μου απαντήσουν.

- Εμπρός, είπε μια ηλικιωμένη φωνή. Ποιος είναι;

- Κυρία Κάρμαν, εδώ Χάρρυ Έρσκιν. Σας ζητώ συγγνώμη που σας ενοχλώ τόσο αργά.

- Μπα, τι λέτε, κύριε Έρσκιν. Πολύ χαίρομαι που σας ακούω. Ήμουνα στη μπανιέρα ξέρετε, αλλά τώρα έχω κουκουλωθεί με το μπουρνούζι μου.

- Ω, λυπάμαι πολύ, κυρία Κάρμαν, θα σας πείραζε να σας κάνω μιαν ερώτηση;

Η γλυκεία γριούλα είπε ναζιάρικα.

- Αρκεί να μην είναι πάρα πολύ προσωπική, κύριε Έρσκιν.

- Όχι, όχι, κυρία Κάρμαν. Ακουστέ με. Κυρία Κάρμαν θυμόσαστε, αλήθεια, καθόλου, ένα όνειρο που μου είχατε πει πριν από δυο - τρεις μήνες;

- Ποιο ήταν, κύριε Έρσκιν; Εκείνο με το σύζυγο μου;

- Ακριβώς. Εκείνο που ο σύζυγος σας σας ζητούσε βοήθεια.

- Ναι, σταθείτε να το θυμηθώ, είπε η κυρία Κάρμαν. Αν θυμάμαι καλά, στεκόμουνα σε μια παραλία, μέσα στη νύχτα και έκανε τρομερό κρύο. Θυμάμαι πως σκέφτηκα να φορέσω τη ρόμπα μου πριν βγω έξω. Τότε άκουσα το σύζυγο μου να μου ψιθυρίζει. Πάντα μου ψιθυρίζει ξέρετε. Ποτέ δεν μιλάει δυνατά, ούτε φωνάζει ποτέ. Ψιθύριζε κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω καθόλου αλλά ήμουνα βέβαιη πως μου ζητούσε βοήθεια.

Αισθάνθηκα πραγματικά παράξενα και στενόχωρα. Δεν με νοιάζει να μπερδεύονται τα πράγματα, όταν τα πνεύματα συμπεριφέρονται καλά, όταν όμως αρχίζουν να ενεργούν και να δρουν τότε αρχίζει να με πιάνει μια ανατριχίλα.

- Κυρία Κάρμαν, είπα, θυμόσαστε να είδατε κάτι άλλο στο όνειρό σας, εκτός από την παραλία; Μήπως υπήρχε κανένα πλοίο ή καμιά βάρκα εκεί γύρω; Μήπως είδατε τίποτα καλύβες, κανένα χωριό;

- Δε θυμάμαι να υπήρχε τίποτα άλλο, απάντησε η κυρία Κάρμαν. Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που θέλετε να ξέρετε;

- Πρόκειται για κάποιο άρθρο που γράφω πάνω στα όνειρα, για κάποιο περιοδικό, κυρία Κάρμαν. Τίποτα το αξιόλογο. Να, μόνο σκέφτηκα, πως θα μου άρεσε να συμπεριλάβω ένα ή δύο από τα δικά σας όνειρα, επειδή είχαν πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Σχεδόν μπορούσα να δω τη γριά κυρία να χτυπάει τις βλεφαρίδες ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της.

- Ω, κύριε Έρσκιν, αυτό είναι πάρα πολύ ευγενικό εκ μέρους σας.

- Ω, κάτι άλλο ακόμα, κυρία Κάρμαν, και αυτό είναι σημαντικό.

- Ναι, τι πράγμα, κύριε Έρσκιν;

- Μην πείτε σε κανέναν άλλον γι' αυτή μας τη συζήτηση. Σε κανέναν απολύτως. Με καταλαβαίνετε;

Αναστέναξε, λες και το τελευταίο πράγμα επί της γης που θα της συνέβαινε, θα ήταν να πάει ν' αρχίσει το κουτσομπολιό.

- Ούτε ψίθυρος, κύριε Έρσκιν, σας τ' ορκίζομαι.

- Σας ευχαριστώ, κυρία Κάρμαν. Με βοηθήσατε αφάνταστα,είπα και ακούμπησα κάτω το τηλέφωνο τόσο αργά και προσεκτικά, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Ήταν ποτέ δυνατόν δυο άνθρωποι να έχουν ταυτόσημα όνειρα; Αν ναι, τότε ίσως όλη αυτή ή ιστορία με τα μηνύματα από το υπερπέραν να μην ήταν και τόσο ψεύτικη. Ίσως και οι δύο, η Κάρεν Τάντυ και η θεία της, η κυρία Κάρμαν, να ήταν σε θέση να δέχονται ένα μήνυμα από εκεί πέρα, κάπου μακριά και να το μεταδίδουν ξανά διαμέσου του μυαλού τους.

Φυσικά, δεν έδωσα σημασία στο γεγονός, πως η κυρία Κάρμαν υποστήριζε πως ήταν ο σύζυγος της, που προσπαθούσε να έρθει σε επαφή μαζί της. Όλες οι γριές χήρες νομίζουν πως οι σύζυγοι τους πετάνε τριγύρω τους στον αιθέρα και με πολλή στενοχώρια προσπαθούν να τους πουν κάτι που είναι ζωτικής σημασίας ενώ ίσως το φάντασμα του νεκρού συζύγου θα βρίσκεται κάπου εκεί στη χώρα των πνευμάτων και θα παίζει γκολφ, βάζοντας ίσως χέρι και σφίγγοντας τα στηθάκια κάποιας νέας -φάντασμα, που θα είναι της παντρειάς και θα χαίρονται μερικά χρόνια γαλήνης και ησυχίας πριν οι πρώην συμβίες τους έρθουν να τους ανταμώσουν.

Εκείνο που εγώ σκεφτόμουνα ήταν πως το ίδιο πρόσωπο προσπαθούσε να έρθει σε επαφή και με τις δυο τους, προσπαθώντας να τους μεταδώσει έναν ανείπωτο φόβο. Μάντευα πως ίσως να ήταν γυναίκα αλλά ποτέ δεν ξέρεις με τα πνεύματα. Υποτίθεται, πως τα περισσότερα δεν έχουν γένος και υποθέτω πως θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να προσπαθήσεις να κάνεις έρωτα μ' ένα γλυκύτατο πνεύμα - γυναίκα με τίποτα πιο ουσιαστικό από ένα αιδοίονεκτοπλασματικόν.

Καθόμουνα στο διαμέρισμα μου και σκεφτόμουνα όλες αυτές τις ανευλαβικές σκέψεις, όταν ξαφνικά είχα την πιο παράξενη αίσθηση, ότι κάποιος στεκότανε δίπλα μου, έξω από το πεδίο της ορατότητας μου. Δεν ήθελα να γυρίσω γιατί αυτό θα σήμαινε παραδοχή ενός γελοίου φόβου, ωστόσο ένιωθα μια φαγούρα στη μέση της πλάτης μου και δεν μπόρεσα να μην ρίξω κάποιες ματιές δεξιά και αριστερά, για να δω μήπως υπήρχαν τίποτα ασυνήθιστες σκιές στον τοίχο.

Τελικά σηκώθηκα και έριξα μια γρήγορη ματιά πίσω μου. Βέ-βαια δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Αλλά δεν μου έφευγε η ιδέα ότι κάτι ή κάποιος ήταν εκεί - κάποιος σκοτεινός, σιωπηλός, κάτι σαν μια μοναχική φιγούρα ας πούμε. Άρχισα να σφυρίζω δυνατά και πήγα να βάλω στο ποτήρι μου δυο - τρία δάχτυλα ουίσκι. Το πνεύμα του ποτού, ήταν το μόνο πνεύμα, που θα μπορούσα να δεχτώ ευχαρίστως. Η δυνατή γεύση της μαγιάς και του λυκίσκου με ξανάφεραν με μιας πίσω στη γη.

Αποφάσισα να ρίξω τα χαρτιά με την Ταρό, να δω τι θα μου έδειχναν για όλα αυτά. Τώρα εκτός από όλες αυτές τις ανοησίες για μαντείες και πνευματισμούς, εγώ προσωπικά έχω κάποιο σεβασμό στην Τράπουλα Ταρό, έστω κι αν δεν θέλω να το παραδεχτώ• αλλά έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να σου λέει ακριβώς σε τι κατάσταση βρίσκεσαι, άσχετα με το πόσο προσπαθείς να το κρύψεις. Κάθε χαρτί σου δίνει μια παράξενη αίσθηση, λες και είναι μια στιγμιαία εικόνα, από ένα όνειρο που ποτέ δεν το θυμάσαι εντελώς.

Ανακάτεψα τα χαρτιά και τα έστρωσα πάνω στο τσόχινο τραπέζι. Έκανα το στρώσιμο του Κέλτικου σταυρού με τα δέκα χαρτιά γιατί είναι πιο εύκολο. «Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά...»

Ρώτησα την Ταρό μιαν απλή ερώτηση, ακολούθησα όλους τους κανόνες και είχα την ερώτηση σταθερά στη σκέψη μου. Η ερώτηση ήταν: «Ποιος μιλάει στην Κάρεν Τάντυ από το υπερπέραν;»

Καθώς έστρωνα τα χαρτιά ένα - ένα, κατσούφιασα. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα τέτοια παράξενη εικόνα. Μερικά από τα χαρτιά της Ταρό ποτέ δεν έρχονται στην επιφάνεια και αν έρχονται καμιά φορά, επειδή δεν συνδυάζονται μεταξύ τους, τα πετάω αμέσως έξω. Η πρόβλεψη στα χαρτιά των περισσότεροι ατόμων άφορα χρήματα, έρωτες, καυγάδες στο σπίτι και τα τέτοια. Τα πιο μικρά δείχνουν γράμματα, διάφορες ειδήσεις, κάποιο χαρτί, επιτυχία κλπ. Σπάνια βλέπεις συνδυασμό χαρτιών, που να υποδηλώνουν φοβερές καταστροφές, όπως ο Πύργος που δείχνει ανθρωπάκια να ξεχύνονται από ένα φρούριο κυνηγημένα από μιαν αστραπή και ποτέ δεν γύρισα το χαρτί που υποδηλώνει Θάνατο.

Τώρα όμως βγήκε ο Θάνατος με τη μαύρη του αρματωσιά και το μαύρο του άλογο με τα κόκκινα μάτια και με τους επισκόπους και τα παιδιά να υποκλίνονται μπροστά του. Βγήκε και ο Διάβολος, μαλλιαρός και φριχτός με τα μυτερά του κέρατα, που στο θρόνο του ήταν αλυσοδεμένοι γυμνοί άνθρωποι. Βγήκε ακόμα και ο Μάγος, ανάποδα μάλιστα. Όταν βγαίνει έτσι το χαρτί σημαίνει ανησυχία και πνευματική αρρώστια.

Κάθισα κοιτάζοντας τα χαρτιά μισή ώρα περίπου.

Ο Μάγος; Τι στο διάβολο να σημαίνει αυτό; Μήπως ήθελε να πει πως η Κάρεν Τάντυ δεν ήταν καλά στο μυαλό της; Ίσως αυτός ο όγκος στο λαιμό της να είχε επηρεάσει το μυαλό της. Το πρόβλημα μ' αυτά τα χαρτιά ήταν πως δεν σου έδιναν ακριβώς αυτό που ήθελαν να πουν. Σου έδιναν τέσσερις ή πέντε εξηγήσεις κι έπρεπε εσύ να μαντέψεις ή ν' αποφασίσεις ποια λύση θα δεχτείς.

Ο Μάγος; Τα ανακάτεψα πάλι και έβαλα το Μάγο κάτω σαν ερώτηση. Για να το κάνω αυτό βάζω το χαρτί του Μάγου στη μέση, το σκεπάζω με ένα άλλο χαρτί και τα ξαναστρώνω στο σχήμα του Κέλτικου σταυρού. Τα χαρτιά τώρα θα μου έδιναν μια πιο λεπτομερή εξήγηση για το Μάγο.

Εννιά χαρτιά στρώθηκαν κάτω και γύρισα το δέκατο. Ένιωσα ένα κενό κάτω χαμηλά στο στομάχι μου και άρχισα να αισθάνομαι πως κάποιος με παρακολουθούσε. Αυτό ήταν αδύνατο. Το δέκατο χαρτί ήταν ο Μάγος.

Σήκωσα το χαρτί που σκέπαζε την ερώτηση μου και από κάτω ήταν ο Θάνατος. Ίσως να είχα κάνει λάθος. Όμως ήμουν αρκετά σίγουρος, πως είχα βάλει κάτω πρώτα το Μάγο. Ξαναπήρα όλα τα χαρτιά κι έβαλα ξανά κάτω, σταθερά, εκεί πάνω στο τραπέζι το Μάγο και τον σκέπασα ξανά με δύο από τα μικρά χαρτιά και συνέχισα να στρώνω τα υπόλοιπα μέχρι και το τελευταίο.

Όταν σήκωσα εκείνο που σκέπαζε το Μάγο δεν βρήκα από κάτω τίποτα, ήταν βέβαια ένα χαρτί, αλλά ήταν άσπρο.

Εγώ δεν πιστεύω στις μαντείες και στις τύχες αλλά είχα θετικά την αίσθηση πως κάποιος, κάπου έξω, μακριά, μου φώναζε δυνατά και αποφασιστικά να κοιτάξω τη δουλειά μου και να μην ανακατεύομαι.

Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν μεσάνυχτα. Καλή ώρα για φαντάσματα και πνεύματα αλλά και καλή ώρα για ύπνο. Αύριο θα πήγαινα οπωσδήποτε να ρίξω μια ματιά σ' αυτά που η Κάρεν Τάντυ είχε βάλει στο φάκελο για μένα.

Κεφάλαιο Δύο
Μέσα στο Σκοτάδι
Την άλλη μέρα το πρωί ήταν Σάββατο, ο ήλιος βγήκε χρυσαφένιος γύρω στις δέκα και μισή και οι χιονισμένοι δρόμοι άρχισαν να μεταβάλλονται σε σωρούς από καφετιά λάσπη. Ήταν ακόμα παγωνιά και η Κούγκαρ μου έσβησε δυο φορές στο δρόμο για το νοσοκομείο των Αδελφών της Ιερουσαλήμ. Οι διαβάτες λασπωνόντουσαν πάνω στα βρώμικα πεζοδρόμια τυλιγμένοι με τα παλτά τους και τις κουκούλες τους, απρόσωπες, μαύρες φιγούρες, που είχαν βγει από ένα χειμωνιάτικο όνειρο.

Παρκάρισα ακριβώς έξω από το νοσοκομείο και μπήκα στην αίθουσα υποδοχής. Ήταν ζεστά και όμορφα εκεί μέσα με τα χοντρά χαλιά, τις φοινικιές μέσα σε γλάστρες και τις μουρμουριστές κουβέντες. Έμοιαζε περισσότερο με κέντρο διακοπών, παρά με ίδρυμα για αρρώστους. Με υποδέχτηκε μια έξυπνη νέα κυρία με μια κάτασπρη ατσαλάκωτη στολή και με κάτασπρα γερά δόντια.

- Μπορώ να σας βοηθήσω;

- Ναι, πιστεύω πως μπορείτε. Κάποιος θα άφηνε έναν φάκελο για μένα σήμερα το πρωί. Ονομάζομαι Έρσκιν.

- Ένα λεπτό παρακαλώ.

Πήγε σ' ένα σωρό από πράγματα και κάρτες και τελικά γύρισε με έναν μικρό άσπρο φάκελο.

- Ο απίθανος Έρσκιν; διάβασε με το ένα της φρύδι σηκωμένο.

- Έβηξα λίγο αμήχανος.

- Απλώς ένα υποκοριστικό. Ξέρετε...
- Έχετε καμιά ταυτότητα πάνω σας κύριε;

- Έψαξα στις τσέπες μου. Η άδεια οδηγήσεως ήταν στο σπίτι, το ίδιο και οι πιστωτικές μου κάρτες. Τέλος βρήκα μια κάρτα επαγγελματική και της την έδειξα. Η κάρτα έγραφε: «Ο απίθανος Έρσκιν. Διαβάζει την τύχη. Προβλέπει το μέλλον. Εξηγεί τα όνειρα».

- Πιστεύω πως είσαστε ο ίδιος, είπε με χαμόγελο και μου έδωσε το γράμμα.

Περίμενα να φτάσω πρώτα στο διαμέρισμα μου για να εξετάσω τοφάκελο. Τον έβαλα στο τραπέζι και άρχισα να τον κοιτάζω από κοντά. Είχε ακριβώς το γραφικό χαρακτήρα που περίμενες από ένα μορφωμένο κορίτσι, όπως ήταν η Κάρεν Τάντυ, σταθερός, καθαρός και θαρραλέος. Μου άρεσε ιδιαίτερα ο τρόπος που είχε γράψει το Απίθανος. Βρήκα ένα ψαλίδι για τα νύχια μέσα στο συρτάρι του τραπεζιού και έκοψα το φάκελο στο μάκρος του. Μέσα υπήρχαν τρία - τέσσερα φύλλα με γραμμές, που έμοιαζαν σαν να τα είχαν σκίσει από ένα μπλοκ από αυτά που έχουν οι γραμματείς. Υπήρχε ένα σύντομο γράμμα μαζί μ' αυτά με το γραφικό χαρακτήρα της Κάρεν Τάντυ:

«Αγαπητέ κύριε Έρσκιν.

Είδα το ίδιο όνειρο χτες βράδυ, πολύ πιο ζωντανό από πριν. Προσπάθησα να θυμηθώ κάθε λεπτομέρεια και δύο πράγματα ήταν πολύ εντυπωσιακά. Η παραλία είχε ένα περίεργο σχήμα, που το έχω ζωγραφίσει εδώ. Επίσης ζωγράφισα το πλοίο με τα πανιά και όσο μπορούσα να θυμηθώ, τη σημαία.

Το αίσθημα του φόβου ήταν πολύ πιο έντονο και η αίσθηση πως έπρεπε να δραπετεύσω τρομερά δυνατή.

Μόλις συνέρθω από την εγχείρηση θα σας επισκεφτώ για να δούμε τι σκέπτεστε πάνω σ' αυτό.

Η φίλη σας Κάρεν Τάντυ».

Ανοιξα τα φύλλα από το σημειωματάριο και τα εξέτασα προσεκτικά. Ο αυτοσχέδιος χάρτης της ακτής δεν βοηθούσε σε τίποτα. Ήτανε απλώς λίγο πιο κυματιστή η γραμμή της, κάτι που θα μπορούσε να υπάρχει οπουδήποτε στον κόσμο. Το σκίτσο όμως του πλοίου ήτανε πολύ πιο ενδιαφέρον. Είχε πολλές λεπτομέρειες. Η σημαία ήταν επίσης πολύ καλή. Θαυπήρχαν πολλά βιβλία για ιστιοφόρα στη βιβλιοθήκη καθώς και βιβλία για σημαίες. ίσως, αν ήμουνα τυχερός να μπορούσα ν' ανακαλύψω τι είδους πλοίο ήτανε πραγματικά αυτό. Αν πραγματικά ήτανε πλοίο και όχι δημιούργημα της φαντασίας, που το προκαλούσε ο όγκος της Κάρεν Τάντυ.

Κάθισα εκεί αρκετή ώρα μελετώντας ξανά και ξανά την παράξενη περίπτωση της «φίλης μου Κάρεν Τάντυ». Ήθελα να τρέξω στη βιβλιοθήκη να ψάξω για το πλοίο αλλά ήταν σχεδόν έντεκα και μισή και η κυρία Χέρτζ, μια άλλη ηλικιωμένη κυρία με περισσότερα χρήματα από μυαλό, θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή.

Η κυρία Χέρτζ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα αν θα είχε τίποτα φασαρίες με τους εκατοντάδες συγγενείς της, που όλους τους ανάφερε στη διαθήκη της. Μετά από κάθε συνεδρίαση που είχαμε, πήγαινε στο δικηγόρο της και άλλαζε το κληροδότημα του καθενός. Ο δικηγόρος της έχει κάνει τόσα πολλά λεφτά από τις κωδικοποιήσεις και τροποποιήσεις, που τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν μου έστειλε ένα κιβώτιο ουίσκι Johnnie Walker -Black Label. Αλλωστε τόσο αυτός όσο κι εγώ κάνουμε σχεδόν την ίδια δουλειά.

Στις έντεκα και μισή ακριβώς χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Κρέμασα το σακάκι μου στη ντουλάπα, πήρα τη μακριά μου πράσινη ρόμπα, έβαλα το καπέλο μου ψηλά στο κεφάλι κι ετοιμάστηκα να υποδεχτώ την κυρία Χέρτζ με το συνηθισμένο μυστικιστικό μου τρόπο.

- Περάστε, κυρία Χέρτζ. Σήμερα είναι ένα θαυμάσιο πρωινό για κάθε τι το μυστηριακό.

Η κυρία Χέρτζ θα έπρεπε να είναι πάνω από εβδομήντα πέντε χρόνων. Ήταν χλωμή, ρυτιδιασμένη, με χέρια και νύχια σαν της κότας και μεγεθυντικούς φακούς στα μάτια της, που ήταν σαν όστρακα μέσα σε γυάλα με χρυσόψαρα. Μπήκε μέσα τρέμοντας και στηριγμένη στο μπαστουνάκι της. Μύριζε ναφθαλίνη και λεβάντα. Κάθισε στην πολυθρόνα μ' έναν τρεμουλιαστό αναστεναγμό.

- Πώς είσαστε, κυρία Χέρτζ, τη ρώτησα κεφάτα τρίβοντας τα χέρια μου. Πως πάνε τα όνειρα;

Δεν είπε λέξη γι' αυτό κι εγώ προχώρησα, μ' ένα σήκωμα των ώμων, να πάρω την τράπουλα Ταρό. Καθώς την ανακάτευα, προσπαθούσα να βρω τη λευκή κάρτα που είχα γυρίσει το περασμένο βράδυ, αλλά δεν υπήρχε ούτε ίχνος της. Οπωσδήποτε θα είχα κάνει κάποιο λάθος από την πολλή μου κούραση, χωρίς όμως να έχω απόλυτα πειστεί γι' αυτό. Παρόλο που εξασκώ αυτό το επάγγελμα, δεν παραδίνομαι εύκολα σε τέτοιες μυστικιστικές εμπειρίες. Απλωσα τα χαρτιά στο τραπέζι και ζήτησα από την κυρία Χέρτζ να σκεφτεί μια ερώτηση, που θα ήθελε να μου κάνει.

- Πάει καιρός από τότε που μελετούσαμε την περίπτωση του ανιψιού σας, του Στάνλεϋ, της υπενθύμισα. Τι θα λέγατε να ερευνήσουμε λίγο τα σούρτα - φερτά αυτού του σπιτικού; Ή μήπως θέλετε να δούμε για τη νύφη σας την Αγνή;

Εκείνη δεν απάντησε. Ούτε καν με κοίταξε. Έμοιαζε σα να κοίταζε πέρα σε μια γωνιά του δωματίου, χαμένη μέσα σ' ένα από τα όνειρα της.

-Κυρία Χέρτζ; είπα και σηκώθηκα. Κυρία Χέρτζ, έστρωσα τα χαρτιά για την υπόθεση σας.

Πήγα κοντά της και έσκυψα να δω το πρόσωπο της. Φαινότανε εντάξει. Ανάπνεε τουλάχιστον. Το τελευταίο πράγμα που μου χρειαζότανε, ήτανε να μου αφήσει εκεί το φάντασμα της μια γριά την ώρα που της έλεγα την τύχη της. Η δημοσιότητα θα ήτανε καταστρεπτική. Ίσως όμως και να συνέβαινε το αντίθετο!

Πήρα το γέρικο σαν ερπετό χέρι της μέσα στο δικό μου και είπα ευγενικά:

- Κυρία Χέρτζ; Αισθάνεστε καλά; Μήπως θέλετε ένα ποτήρι μπράντυ;

Τα μάτια της πλανήθηκαν παράξενα πίσω από τα γυαλιά της, που έμοιαζαν σαν μπουκάλι της κόκα - κόλα. Φαινότανε να κοιτάζει προς τη δική μου κατεύθυνση, αλλά συγχρόνως ήταν σαν να μη με έβλεπε καθόλου. Λες και η ματιά της πέρναγε μέσα από το σώμα μου. Δεν μπόρεσα να μην γυρίσω να δω μήπως ήταν κανείς άλλος μέσα στο δωμάτιο.

- Κυρία Χέρτζ, είπα πάλι. Μήπως θέλετε ένα από τα χάπια σας; Κυρία Χέρτζ; Μ' ακούτε; Κυρία Χέρτζ;

Ένας αχνός συριστικός ψίθυρος ξέφυγε μέσα από τα μισάνοιχτα χείλη της. Είχα την αίσθηση, πως προσπαθούσε να πει κάτι, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Η λάμπα του πετρελαίου άρχισε να φτερουγίζει, να τρίζει και δεν μπορούσα να καταλάβω αν κάποιες σκιές, που περνούσαν πάνω από το πρόσωπο της, ήταν παράξενες εκφράσεις δικές της ή όχι.

- Μπούουοο, είπε σβησμένα.

- Κυρία Χέρτζ, της φώναξα απότομα. Αν αυτό είναι κάποιο αστείο παιχνίδι, καλύτερα να το σταματήσετε. Μη με στενοχωρείτε. Κυρία Χέρτζ, αν δεν συνέρθετε αμέσως τώρα θα φωνάξω ένα ασθενοφόρο. Με καταλαβαίνετε, κυρία Χέρτζ;

- Μπούουου... ψιθύρισε πάλι. Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν και το μεγάλο σμαραγδένιο δαχτυλίδι της έτρεμε κι αυτό καθώς είχε το χέρι της πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας. Τα μάτια της στριφογύριζαν γύρω - γύρω και το σαγόνι της έμοιαζε κολλημένο, ορθάνοιχτο. Έβλεπα τη χλωμή λεπτούλα γλώσσα της και μια γέφυρα στα δόντια της, που θα στοίχισε 4.000 δολάρια.

- Εντάξει, είπα. Αυτό είναι. Θα φωνάξω ένα ασθενοφόρο, κυρία Χέρτζ. Με βλέπετε; Πάω στο τηλέφωνο. Παίρνω τον αριθμό, κυρία Χέρτζ. Το τηλέφωνο καλεί.

Ξαφνικά η γριά πετάχτηκε πάνω. Πήγε ν' αρπάξει το μπαστούνι της, που όμως της έπεσε με κρότο κάτω στο πάτωμα. Αρχισε να κουνιέται και να στριφογυρίζει πάνω στο χαλί, σαν να χόρευε στο ρυθμό κάποιου σκοπού, που εγώ δεν μπορούσα ν' ακούσω. Η τηλεφωνήτρια είπε:

- Ορίστε, μπορώ να σας βοηθήσω; Αλλά έβαλα κάτω το ακουστικό και πήγα κοντά στη γριά πελάτισσα μου που πηδούσε σα να χόρευε βαλς.

Προσπάθησα να βάλω το χέρι μου γύρω της αλλά με χτύπησε με τα ψωραλέα χέρια της. Πηδούσε, χόρευε, μουρμούριζε και σιγοτραγουδούσε συνέχεια. Δεν ήξερα τι στο διάβολο να κάνω με δαύτη. Θα έπρεπε να είχε ένα είδος παροξυσμού. Αλλά ποτέ μου δεν είδα παροξυσμό σε άρρωστο, που να μοιάζει με κόνγκαγύρω - γύρω στο πάτωμα.

- Μπούουου, ψιθύρισε πάλι.

Χόρευα κι εγώ τριγύρω της προσπαθώντας να την ακολουθήσω στο ξέφρενο βαλσάκι της.

- Τι θέλετε να πείτε με το «Μπούουου...»; τη ρώτησα. Κυρία Χέρτζ δεν κάθεστε σας παρακαλώ κάτω να ηρεμήσετε και να μου πείτε τι στο διάβολο σημαίνει αυτό:

Απότομα, όπως άρχισε να χορεύει, έτσι και σταμάτησε. Οι δυνάμεις της φαινότανε να την εγκαταλείπουν σαν ασανσέρ που βουλιάζει προς το ισόγειο. Απλωσε το χέρι της για να βρει κάτι να στηριχτεί και ευτυχώς της το άρπαξα γιατί αλλιώς θα είχε πέσει ανάσκελα. Οδήγησα απαλά το άκαμπτο γέρικο κορμί πίσω στην πολυθρόνα και γονάτισα δίπλα της.

- Κυρία Χέρτζ, δεν θέλω να φωνάζω και να κάνω τον έξυπνο στις πελάτισσες μου αλλά νομίζω πώς πρέπει να σας δει κάποιος γιατρός. Πείτε μου, δε συμφωνείτε πως είναι λογικό και απαραίτητο;

Με κοίταξε σαν να μη με έβλεπε πάλι, το στόμα της τεντώθηκε και άνοιξε ξανά ορθάνοιχτο. Παραδέχομαι πως δεν μπορούσα να την βλέπω κι έστριψα το κεφάλι μου. Το εξωτερικό σ' αυτές τις γριούλες είναι συμπαθητικό, αλλά το εσωτερικό τους, δεν μπορώ να πω πως μ' ευχαριστεί να το βλέπω.

- Μπούτ, ψιθύρισε. Μπούτ.

- Μπούτ; τη ρώτησα. Τι δουλειά έχουν τα πλοία με όλααυτά;

- Μπούτ, είπε με τρεμουλιαστή φωνή, πολύ πιο διαπεραστικήτώρα. Μπούτ. Μπούουουτ!

- Θεέ μου, είπα. Κυρία Χέρτζ. Ηρεμήστε παρακαλώ και θα φωνάξω ένα ασθενοφόρο αμέσως. Προσέξτε τώρα, μην κινείστε, κυρία Χέρτζ, Έτσι, πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία, θα περάσει, θα είσαστε μια χαρά, μια χαρά.

Σηκώθηκα, πήγα στο τηλέφωνο και πήρα τις πρώτες βοήθειες. Η κυρία Χέρτζ έτρεμε, κουνιότανε και όλο μουρμούριζε για κάποιο «πλοίο, πλοίο» και οι πρώτες βοήθειες έκαναν ένα χρόνο ν' απαντήσουνε.

- Μπορώ να σας βοηθήσω; είπε επιτέλους η τηλεφωνήτρια.

- Βεβαίως μπορείτε. Κοιτάξτε, χρειάζομαι ένα ασθενοφόρο αμέσως. Έχω μια γριά κυρία εδώ, που έχει ένα είδος παροξυσμού. Είναι πολύ πλούσια, γι' αυτό πείτε τους πως δεν χρειάζεται να φέρουν γύρα ολόκληρο το Μπρόνξ πριν φτάσουν εδώ. Σας παρακαλώ γρήγορα, φοβάμαι πως θα πεθάνει.

Έδωσα τη διεύθυνση μου, τον αριθμό τηλεφώνου μου και ξαναγύρισα στην κυρία Χέρτζ. Φαίνεται πως οι σπασμοί της είχανε σταματήσει, προς στιγμήν και καθότανε εκεί ήρεμη και παράξενη σαν να σκεφτότανε.

- Κυρία Χέρτζ..., είπα.

Αυτή γύρισε προς το μέρος μου. Το πρόσωπο της ήταν παράξενο, ακίνητο και αυστηρό. Τα νερουλά μάτια της κοιτούσαν ίσια στα δικά μου.

- Ντιμπούουτμιζνίιρ, είπε απότομα. Ντιμπούουτ.

- Κυρία Χέρτζ, κοιτάξτε, σας παρακαλώ, δεν είναι ανάγκη να στεναχωριέστε. Το ασθενοφόρο έρχεται. Καθίστε εκεί σας παρακαλώ και ηρεμήστε.

Η κυρία Χέρτζ άρπαξε το μπράτσο της καρέκλας και σηκώθηκε. Δεν μπορούσε να σταθεί όρθια, λες και περπατούσε πάνω σε πάγο. Για μια στιγμή τεντώθηκε και στάθηκε όρθια με τα χέρια της να κρέμονται στα πλάγια, πιο ψηλή και πιο σταθερή από ότι την είχα δει να στέκει ποτέ.

- Κυρία Χέρτζ, νομίζω, πως θα ήτανε καλύτερα...

Αυτή όμως με αγνόησε και άρχισε να γλιστράει πάνω στο χαλί. Ποτέ πριν δεν είχα δει κανέναν να περπατάει έτσι. Τα πόδια της έμοιαζαν σα να είχαν παγοπέδιλα και γλιστρούσαν πάνω στο πάτωμα σαν να μη το άγγιζαν καθόλου. Γλίστρησε ήσυχα μέχρι την πόρτα και την άνοιξε.

- Θα ήταν καλύτερα να περιμένετε, είπα με δυσκολία.

Να σας πω την αλήθεια είχα ανατριχιάσει με όλα αυτά και δεν ήξερα καθόλου τι να της πω. Δε φαινότανε να με ακούει ή αν με άκουγε δεν έδινε καμιά σημασία.

- Ντιμπούουτ, είπε ξανά με μια τραχιά φωνή. Και μετά γλίστρησε έξω από την πόρτα, στο διάδρομο.

Φυσικά πήγα από πίσω της. Αυτό όμως που είδα ήταν τόσο ξαφνικό και τόσο παράξενο, που σχεδόν είπα πως καλύτερα θα ήταν να μην το είχα δει. Σε ένα δευτερόλεπτο ήταν έξω από την πόρτα. Είχα απλώσει το χέρι μου για να την πιάσω αλλά τότε γλίστρησε προς τα κάτω περνώντας όλο το διάδρομο τόσο γρήγορα σαν να έτρεχε. Δεν έτρεχε όμως καθόλου. Έφευγε τρέχοντας μακριά από μένα χωρίς ούτε καν να κουνάει τα πόδια της.

- Κυρία Χέρτζ! φώναξα, αλλά η φωνή μου βγήκε παράξενη και πνιγμένη. Ένιωσα έναν απερίγραπτο τρόμο μέσα μου, λες και είδα ένα κάτασπρο πρόσωπο στο παράθυρο μες τη νύχτα.

Γύρισε μια φορά όταν έφτασε στο τέλος του διαδρόμου. Στεκότανε στο κεφαλόσκαλο. Φαινότανε σα να προσπαθούσε να με καλέσει μ' ένα της νεύμα ή να σηκώσει το χέρι της - μάλλον σαν να προσπαθούσε να διώξει κάτι παρά να φωνάξει να τηνβοηθήσω.

Μετά εξαφανίστηκε κάτω στα σκαλοπάτια και άκουσα το ξερό γέρικο κορμί της να πέφτει χτυπώντας από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι.

Έτρεξα σαν τρελός εκεί που τελείωνε ο διάδρομος. Πόρτες ανοίγανε η μία πίσω από την άλλη. Περίεργες και ανήσυχες φάτσες ξεπρόβαλαν από τις πόρτες.

Κοίταξα κάτω στα σκαλοπάτια. Η κυρία Χέρτζ ήτανε ξαπλωμένη εκεί και το σώμα της είχε στρίψει παράξενα, ενώ τα πόδια της είχανε σχηματίσει κάποιες περίεργες γωνίες. Έτρεξα κάτω, γονάτισα δίπλα της και έπιασα τον καρπό του χεριού της, πού ήτανε σαν καλαμάκι. Τίποτα, καθόλου σφυγμός. Σήκωσα το κεφάλι της καί από το στόμα της ξεχύθηκε ένα ρυάκι από άφθονο αίμα.

- Είναι καλά; είπε κάποιος από τους γείτονες μου, πάνω από τα σκαλιά. Τι συνέβη;

- Έπεσε, του είπα. Είναι εβδομήντα πέντε χρόνων. Δεν την κρατούσαν καλά τα πόδια της. Νομίζω πως είναι νεκρή. Έχω φωνάξει ήδη ένα ασθενοφόρο.

- Ω, Θεέ μου! είπε μια γυναίκα. Δεν μπορώ να βλέπω πεθαμένους.

Σηκώθηκα επάνω, τράβηξα με μανία την πράσινη μακριά μου ρόμπα. Δεν μπορούσα να πιστέψω τίποτα από όλα αυτά• νόμισα πως ξύπνησα για μια στιγμή, πως ήταν ακόμα πρωί, πως ήμουνα ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου και φορούσα τις μεταξωτές τουρκουάζ πυτζάμες μου. Κοίταξα όμως κάτω και είδα την κυρία Χέρτζ ζαρωμένη, γριά και σβησμένη, σαν ένα χλωμό ξεφουσκωμένο μπαλόνι και μ' έπιασε αναγούλα.

Ο υπαστυνόμος Μαρίνο της Ομάδας Ανθρωποκτονίας, ήταν ατσίδα. Έβγαλε το συμπέρασμα, πως ή κυρία Χέρτζ μου είχε αφήσει κάτι στη διαθήκη της αλλά επειδή δεν το βρήκα αρκετό για μένα, την έσπρωξα από τις σκάλες.

Ο επιθεωρητής κάθισε μονοκόμματα στην πολυθρόνα μου, φορώντας το σκληρό, μαύρο αδιάβροχο του, με τα μαύρα σαν βούρτσα κομμένα μαλλιά του, κολλημένα στις γωνιές και προσπαθούσε να διαβάσει ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί.

- Εδώ λέει ότι δικαιούστε ένα ζευγάρι βικτοριανά βάζα, είπε ρουφώντας τη μύτη του. Έχουμε κάποιον για να ελέγξει την αξία τους τώρα αμέσως, αν και δεν φαίνεστε να είσαστε από αυτό το είδος των ανθρώπων που θα καθάριζαν μια γριά γυναίκα για ένα βάζο.

Σήκωσα τους ώμους μου.

- Οι γριές σαν του λόγου της είναι το ψωμοτύρι μου και δεν πετάς το ψωμοτύρι σου κάτω από τις σκάλες.

Ο υπαστυνόμος Μαρίνο σήκωσε το κεφάλι του. Είχε ένα πλατύ κεφάλι σαν κολοκύθι, σαν τραγουδιστής της όπερας, που τα φέρνει δύσκολα. Έξυσε τ' αγκαθωτά μαλλιά του σκεφτικός και έριξε μια ματιά γύρω στο δωμάτιο.

- Είστε από αυτούς τους χειρομάντεις, αν δεν απατώμαι.

- Ακριβώς. Δεν απατάστε. Χαρτιά Ταρό, φύλλα τσαγιού, να τέτοια πράγματα. Οι περισσότερες από τις πελάτισσες μου είναι ηλικιωμένες κυρίες σαν την κυρία Χέρτζ.

Δάγκωσε τα χείλη του και είπε:

- Φυσικά. Είπατε πως δεν συμπεριφερότανε καλά όλο το διάστημα που ήταν εδώ;

- Ναι, θέλω να πω, πώς κάτι δεν πήγαινε καλά από τη στιγμή που μπήκε εδώ μέσα. Είναι αρκετά γριά κι αδύνατη αλλά συνήθως τα καταφέρνει να κουβεντιάζει αρκετά και να μου λέει πως τα πάει. Αυτή τη φορά όμως όταν μπήκε μέσα, κάθισε και δεν είπε λέξη.

Ο υπαστυνόμος Μαρίνο κοίταξε το κομμάτι του χαρτιού.

- Της λέτε συχνά την τύχη της; Αυτό που θέλω να πω είναι μήπως υπήρχε κάποιος λόγος που να ήθελε να αυτοκτονήσει; Τίποτα άσχημα νέα στα φύλλα του τσαγιού;

- Ούτε κατά διάνοια. Δεν είχα ακόμη στρώσει τα χαρτιά. Μόλις μπήκε μέσα κάθισε κάτω και άρχισε να μουρμουρίζει για Μπουτς.

- Μπούτς; Τι θέλετε να πείτε μ' αυτό;

- Δεν ξέρω. Αυτή όλο έλεγε μπούτ, μπούτ'. Μη με ρωτάτε εμένα.

- Μπούτ; σούφρωσε τα φρύδια του ο υπαστυνόμος Μαρίνο. Με τι τρόπο το έλεγε; Ακουγότανε σαν όνομα; Μήπως ακουγότανε σαν να προσπαθούσε να σας πει για κανέναν νέο που να λεγότανε Μπούτ;

Προσπάθησα να σκεφτώ ζουλώντας τη μύτη μου.

- Δε νομίζω. Θέλω να πω δεν ακουγότανε σαν όνομα. Αλλά φαινότανε πολύ στεναχωρημένη γι' αυτό, ότι και να ήτανε.

Ο υπαστυνόμος Μαρίνο έδειχνε να τον ενδιαφέρει πολύ.

- Στεναχωρημένη; Πως στεναχωρημένη;

- Τι να σας πω, δεν είναι και τόσο εύκολο, ειλικρινά. Μπήκε μέσα, κάθισε και άρχισε όλα αυτά τα μπούτ και μετά βγήκε από την πόρτα και έτρεξε στο διάδρομο. Προσπάθησα να τη σταματήσω αλλά ήταν πάρα πολύ πιο γρήγορη από μένα. Έκανε σαν ένα νεύμα με το χέρι της για λίγο και μετά έπεσε από τα σκαλοπάτια.

Ο επιθεωρητής σημείωσε κάνα δυο πράγματα. Μετά είπε:

- Έτρεξε;

Ανοιξα διάπλατα τα χέρια μου.

- Μην με ρωτήσετε πως, γιατί ούτε κι εγώ μπόρεσα να το καταλάβω. Αλλά μπορώ να σας πω, πως έτρεχε στο διάδρομο σαν κορίτσι δεκαπέντε χρόνων.

Ο υπαστυνόμος Μαρίνο έσμιξε τα φρύδια του.

- Κύριε Έρσκιν, η νεκρή ήταν εβδομήντα πέντε χρόνων. Περπατούσε με μπαστούνι. Και προσπαθείτε να μου πείτε πως έτρεχε στο διάδρομο; Έτρεχε;

- Αυτό ακριβώς σας είπα.

- Ελατέ τώρα, κύριε 'Έρσκιν, δεν νομίζετε πως αφήνετε τη φαντασία σας να οργιάζει; Δεν πιστεύω, πως τη σκοτώσατε, αλλά σίγουρα δεν πιστεύω και πως έτρεχε.

Κοίταξα κάτω στο πάτωμα. Θυμήθηκα τον τρόπο που η κυρία Χέρτζ γλιστρούσε βγαίνοντας από το δωμάτιο και πως χανότανε έξω στο διάδρομο σαν να έτρεχε πάνω σε σιδηροδρομικές γραμμές.

- Για να είμαι ειλικρινής, δεν εννοώ ακριβώς, πως έτρεχε, του είπα.

- Τότε τι έκανε; ρώτησε υπομονετικά ο υπαστυνόμος Μαρίνο. Περπατούσε μήπως; Σερνότανε;

-Όχι, δεν περπατούσε, ούτε σερνότανε. Γλιστρούσε.

Ο υπαστυνόμος Μαρίνο ήταν έτοιμος να το σημειώσει, αλλά η πέννα του σταμάτησε ένα όγδοο της ίντσας από το χαρτί. Έβγαλε ένα χαμηλό μουγκρητό, γέλασε μ' ένα μορφασμό και έχωσε το χαρτί στο παλτό του. Σηκώθηκε απάνω και ήρθε κοντά μου με ένα χαμόγελο επιείκειας στο πρόσωπο του.

- Ακουστέ, κύριε Έρσκιν, πάντα υπάρχει ένα σοκ, όταν πεθαίνει κάποιος. Δημιουργεί διάφορα τρυκ στο μυαλό. Εσείς θα έπρεπε να το ξέρετε, είναι η δουλειά σας. Ίσως να νομίζετε, πως είδατε κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά συνέβη.

- Μάλιστα, είπα βλακωδώς. Μπορεί να είναι έτσι.
Απλωσε το χοντρό του χέρι στον ωμό μου με ένα φιλικό σφίξιμο.

- Θα γίνει νεκροψία για να προσδιορίσουν την αίτια του θανάτου, αλλά αμφιβάλλω, αν θα βγάλουν τίποτα περισσότερο. Μπορεί να σας στείλω ξανά κανέναν για να σας ρωτήσει ένα -
δυο ακόμα ερωτήσεις. Πάντως να ξέρετε ότι δεν σας βαραίνει τίποτα. Θα σας ζητούσα να μην φύγετε από την πόλη αυτή για μια - δυο μέρες, αλλά μη νομίζετε πως είσαστε υπό κράτηση ήκάτι τέτοιο.

Κούνησα το κεφάλι μου.

- Εντάξει υπαστυνόμε. Καταλαβαίνω. Σας ευχαριστώ που τα ξεκαθαρίσατε τόσο γρήγορα.

- Χαρά μου. Λυπάμαι μόνο που η πελάτισσα σας έφυγε για τον κόσμο των πνευμάτων μ' αυτόν τον τρόπο.

Κατάφερα να χαμογελάσω αμυδρά μ' ένα μορφασμό.

- Είμαι σίγουρος, πως θα έρχεται σε επαφή μαζί μου, είπα. Δεν μπορείς να κρατήσεις κάτω ένα καλό πνεύμα.

Είμαι σίγουρος πως ο υπαστυνόμος Μαρίνο σκέφτηκε πως ήμουνα εντελώς για δέσιμο ή τουλάχιστον πως άρχισα να τρελαίνομαι. Έβαλε το καπέλο πάνω στα μαλλιά του, που ήταν σα φράχτης, και προχώρησε στην πόρτα.

- Γεια σας, λοιπόν, κύριε Έρσκιν.

Αφού έφυγε, κάθισα και σκέφτηκα για λίγο. Μετά πήρα στο τηλέφωνο το Νοσοκομείο των Αδελφών της Ιερουσαλήμ.

- Εμπρός, είπα, θα ήθελα πληροφορίες για μία ασθενή σας. Τη δεσποινίδα Κάρεν Τάντυ.

Ήρθε σήμερα το πρωί για εγχείρηση.

- Μην κλείσετε παρακαλώ. Είσαστε συγγενής της;

- Μάλιστα είπα ψέματα. Είμαι θείος της. Μόλις έφτασα στην πόλη και άκουσα πως είναι άρρωστη.

- Ένα λεπτό παρακαλώ.

Έπαιζα ταμπούρλο τα δάχτυλα μου πάνω στο τραπέζι, καθώς περίμενα. Οι αμυδροί θόρυβοι του νοσοκομείου έφταναν μέσα από τη γραμμή και μπορούσα ν' ακούω κάποιον που καλούσε... ο δόκτωρ Χιούζ παρακαλώ, δόκτωρ Χιούζ.

Μετά από ένα ή δύο λεπτά μια άλλη φωνή είπε:

- Μην κλείσετε παρακαλώ, και με συνέδεσαν με κάποια άλλη γραμμή. Τελικά μια ένρινη γυναικεία φωνή είπε:

- Μπορώ να σας βοηθήσω; Αν κατάλαβα καλά, θέλετε πληροφορίες για τη δεσποινίδα Κάρεν Τάντυ.

- Ακριβώς. Είμαι ο θείος της. Ακουσα πως έκανε εγχείρηση σήμερα το πρωί και θα ήθελα να ρωτήσω αν είναι καλά.

- Ξέρετε, λυπάμαι κύριε, αλλά ο Δρ. Χιούζ μου είπε πώς υπάρχει μια μικρή ανωμαλία. Η δεσποινίς Τάντυ βρίσκεται ακόμα υπό νάρκωση και πρόκειται να έρθει ένας άλλος ειδικός να
την κοιτάξει.

- Ανωμαλία; είπα. Τι είδους ανωμαλία;

- Λυπάμαι κύριε, αλλά δεν μπορώ να σας πω από το τηλέφωνο. Αν θέλετε να περάσετε από δω, θα μπορούσα να σας κλείσω ένα ραντεβού με τον Δρ. Χιούζ.

- Μμμ, είπα, όχι, δεν πειράζει. Ίσως τηλεφωνήσω αύριο να δω πως είναι.

- Πολύ καλά κύριε. Στη διάθεση σας.

Κατέβασα το ακουστικό. Ίσως δεν έπρεπε να στεναχωριέμαι, αλλά δεν μπορούσα να το αποφύγω. Ο παράξενος τρόπος που έπεσαν τα χαρτιά χτες τη νύχτα και αυτό το εκνευριστικό επεισόδιο με την κυρία Χέρτζ, μαζί με τα παράξενα όνειρα της Κάρεν Τάντυ και της θείας της, όλα αυτά με έκαναν να αισθάνομαι αναγούλα άφ' ενός και να μου δημιουργούν υπόνοιες άφ' ετέρου. Λες να υπάρχει κάτι εκεί πέρα, κάποιο ισχυρό και εχθρικό πνεύμα;

Πήγα πίσω στο πράσινο τσόχινο τραπέζι και έβγαλα ξανά το γράμμα και τα σχέδια της Κάρεν Τάντυ. Η ακτή, το πλοίο και η σημαία. Τρία σκίτσα που απεικόνιζαν ακτές μέσα στη νύχτα. Τρία φανταστικά κλειδιά σ' ένα πρόβλημα που ίσως να μην υπήρχε καθόλου. Τα έχωσα στην τσέπη μου, πήρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου και πήγα να ρίξω μια ματιά γι' αυτά στη βιβλιοθήκη.

Ήτανε σχεδόν η ώρα που έκλεινε, όταν έφτασα στη βιβλιοθήκη και παρκάρισα τη Κούγκαρ μου σ' ένα μικρό μέρος γεμάτο λάσπη. Ο ουρανός είχε ένα σκουροπράσινο μολυβί χρώμα, πράγμα που προμηνούσε ότι ερχότανε περισσότερο χιόνι, ενώ ένας τσουχτερός αέρας γλιστρούσε μέσα από το παλτό μου.

Κλείδωσα το αμάξι, τσαλαβούτηξα μέχρι τον αστράγαλο στις λάσπες μέχρι που έφτασα στις ξύλινες πόρτες της ζεστής βιβλιοθήκης.

Το κορίτσι πίσω από το γραφείο έμοιαζε περισσότερο σαν γυναίκα συνταξιούχο παρά σαν βιβλιοθηκάριος. Φορούσε ένα στενό κόκκινο βελούδο κοτλέ με τα μαύρα της μαλλιά σηκωμένα ψηλά και με δόντια αλογίσια.

- Ψάχνω για πλοία, της είπα, δίνοντας μια κλωτσιά στα παπούτσια μου να πετάξω το χιόνι.

- Γιατί δεν πάτε στα λιμάνια; Εδώ έχουμε μόνο βιβλία.

- Χα! χα! απάντησα ψυχρά. Θα μου πείτε τώρα που είναι τα πλοία;

- Επάνω στο πέμπτο ή στο έκτο ράφι. Κάτω από τα γράμματα ΠΛ, όπως λέμε Π λα φι.

Την κοίταξα κατάπληκτος.

- Δεν μου λέτε, σκεφτήκατε ποτέ να παίξετε σε κωμειδύλλιο; τη ρώτησα.

- Το κωμειδύλλιο έχει πεθάνει, απάντησε αυτή.

- Το ίδιο και τ' αστεία σας, της είπα εγώ και έφυγα για να ψάξω για τα πλοία.

Ξέρετε κάτι; Ποτέ μου δεν φανταζόμουνα πώς υπήρχαν τόσα διαφορετικά είδη πλοίων. Νόμιζα πως υπήρχαν δυο - τρεις ποικιλίες, μεγάλα, μικρά και αεροπλανοφόρα. Αλλά όταν άρχισα να ξεφυλλίζω γύρω στα δέκα πέντε βιβλία για το ναυτικό εξοπλισμό και τις μηχανές, άρχισα να έχω μια ιδιαίτερη εκτίμηση στο μέγεθος της αποστολής μου. Υπήρχαν οι Αραβικές γολέτες και τα κουρσάρικα πλοία, βάρκες και τρεχαντήρια, φρεγάτες και κορβέτες, καταδρομικά και καϊκάκια, σκούνες και πλοιαράκιαπρωτόγονα φτιαγμένα από δέρμα, μαούνες και ρυμουλκά και άντε να τα ονομάσεις όλα αυτά. Σχεδόν τα μισά από αυτά έμοιαζαν ακριβώς σαν της Κάρεν Τάντυ το μικρό σκίτσο.

Πέτυχα από τύχη σχεδόν, το σωστό. Είχα ξεχωρίσει ένα αριθμό από έξι - επτά βιβλία, όταν μου έπεσαν όλα και έσκασαν στο πάτωμα με θόρυβο. Ένας ηλικιωμένος κύριος με γυαλιά, που μελετούσε έναν πελώριο τόμο για σφραγίδες (στα γράμματα ΣΦ) γύρισε και με κοίταξε καθώς είχα σκύψει στο πάτωμα.

- Με συγχωρείτε, είπα, με φανερή στεναχώρια και τα μάζεψα. Και νάτο, βρισκόταν εκεί, κάτω από τη μύτη μου. Το ίδιο ακριβώς πλοίο. Κατά τη γνώμη μου όλα τα παλιά ιστιοφόρα ήσαν «γαλέρες» και έμοιαζαν μεταξύ τους, αλλά υπήρχε κάτι το διακριτικό στο σχήμα αυτού του σκάφους και στα πανιά του έτσι όπως ήσαν βαλμένα. Ήμουνα σίγουρος ότι ήταν το πλοίο που η Κάρεν Τάντυ είχε δει στο όνειρο της.

Κάτω από τη φωτογραφία ήταν ή εξήγηση: Ολλανδέζικο πολεμικό πλοίο γύρω στα 1650.

Μια ανατριχίλα ανέβηκε στο λαιμό μου. "Ολλανδέζικο! Μα τι μουρμούριζε η κυρία Χέρτζ εκεί στο διαμέρισμα μου; «Ντί μπούτ μινζίιρ, ντίμπούουτ».

Έβαλα το βιβλίο με τα πλοία κάτω από τη μασχάλη μου και πήγα κάτω στον ξενόγλωσσο τομέα. Έβγαλα ένα Αγγλικό - Ολλανδέζικο λεξικό, ξεφύλλισα τις σελίδες και να, η λέξη Ν τ ίμπούουτ, το πλοίο.

Τώρα κοιτάξτε, είμαι λογικός και δίκαιος, όπως ο διπλανός μου, αλλά αυτό είναι παραπάνω από σύμπτωση. Η Κάρεν Τάντυ είχε εφιάλτες για κάποιο Ολλανδέζικο πλοίο του 17ου αιώνα και μετά η γριά κυρία Χέρτζ άρχισε να έχει φαντασιώσεις ή ο Θεός ξέρει τι, για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Πως και γιατί ήσαν ασφαλώς ερωτήσεις, στις όποιες δεν μπορούσα να απαντήσω, αλλά μου φαίνεται, πως η κυρία Χέρτζ σκοτώθηκε από αυτό που ενέσκηψε σ αυτήν, ότι και να ήταν αυτό. Ίσως το ίδιο πράγμα μπορούσε να συμβεί και στην Κάρεν Τάντυ.

Πήγα πίσω στο τραπέζι και κοίταξα το βιβλίο με τα πλοία. Εκείνη με τα αλογίσια δόντια και τα μαύρα μαλλιά που έμοιαζε πιο πολύ με παλιογυναίκα, μου έστειλε ένα απαίσιο σαν μορφασμό χαμόγελο, που με έκανε να αισθανθώ χειρότερα. Μια γυναίκα σαν κι αυτή και μόνο έφτανε να σου δώσει εφιάλτη τέτοιο, που να μην χρειάζεται να ανησυχείς πια για τα μυστηριώδη ιστιοφόρα ενός άλλου αιώνα.

- Καλό διάβασμα, μου χαμογέλασε μ' εκείνο το φριχτό της χαμόγελο και της γύρισα τα μούτρα.

Έξω, βρήκα ένα τηλεφωνικό θάλαμο, αλλά έπρεπε να περιμένω μέσα στον παγωμένο αέρα και το χιόνι, όση ώρα μια χοντρή κοντή γυναίκα τηλεφωνούσε στην άρρωστη αδελφή της στη Μιννεζότα. Ήταν• από εκείνες τις συνδιαλέξεις που τραβάνε σε μάκρος, και εκεί που νομίζεις πως τελειώνει, αρχίζει ξανά από την αρχή. Τέλος αποφάσισα να της χτυπήσω το τζάμι, η γυναίκα με κοίταξε και επιτέλους τελείωσε τον επικό της διάλογο.

Μπήκα στον τηλεφωνικό θάλαμο κι έριξα μέσα στη σχισμή το νόμισμα μου. Σχημάτισα τον αριθμό του Νοσοκομείου των Αδελφών της Ιερουσαλήμ και ζήτησα τον Δρ. Χιούζ. Έπρεπε να περιμένω τέσσερα ως πέντε λεπτά, χτυπώντας τα παγωμένα πόδια μου στο πάτωμα, για να διευκολύνω την κυκλοφορία, όταν επιτέλους ο γιατρός απάντησε.

- Δρ. Χιούζ εδώ, μπορώ να σας βοηθήσω;

- Δεν με γνωρίζετε Δρ. Χιούζ, είπα. Λέγομαι Χάρρυ Έρσκιν και είμαι ωροσκόπος.

- Τι είσθε;

- Ωροσκόπος, μάντης. Ξέρετε λέω την τύχη, ρίχνω τα χαρτιά, τέτοια πράγματα...

- Λυπούμαι, κύριε Έρσκιν, αλλά...

- Σταθείτε σας παρακαλώ, τον διέκοψα. Ακουστέ με, παρακαλώ, έναλεπτό. Χτες με επισκέφτηκε κάποια δική σας ασθενής, μια κοπέλα, η Κάρεν Τάντυ.

- Αλήθεια;

- Δρ. Χιούζ, η δεσποινίς Τάντυ μου είπε, πως από τότε που αισθάνθηκε για πρώτη φορά αυτόν τον όγκο, είχε συνεχώς τον ίδιο εφιάλτη, που ξαναερχότανε στον ύπνο της.

- Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο, είπε ο Δρ. Χιούζ με ανυπομονησία. Πολλοί ασθενείς μου έχουν υποσυνείδητα μια διαταραχή εξαιτίας της καταστάσεως τους.

- Μα είναι κάτι περισσότερο από αυτό Δρ. Χιούζ. Ο εφιάλτης ήταν πολύ ειδικός και πολύ λεπτομερής, έβλεπε ένα πλοίο. Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε παλιό πλοίο. Μου έκανε ένα σκίτσο
αυτού του πλοίου και ανακάλυψα, πως είναι ένα πολύ ειδικό πλοίο. Ένα Ολλανδέζικο πολεμικό του 1650 περίπου.

- Κύριε Έρσκιν, είπε ο Δρ. Χιούζ. Είμαι πολύ απασχολημένος και δεν ξέρω αν μπορώ να...

- Σας παρακαλώ Δρ. Χιούζ, ακουστέ με, του είπα. Σήμερα το πρωί κάποια άλλη πελάτισσα μου, που με επισκέφτηκε άρχισε να μιλάει Ολλανδέζικα για ένα πλοίο. Ήταν ο τύπος της γυναίκας, που δεν θα μπορούσε να καταλάβει έναν Ολλανδό, έστω και αν είχε έρθει φορώντας τα ολλανδέζικα τσόκαρα, για να της προσφέρει ένα μπουκέτο τουλίπες. Ξαφνικά αναστατώθηκε πάρα πολύ, την έπιασε σαν υστερία και μετά είχε ένα ατύχημα.

- Τι είδους ατύχημα;

- Να, έπεσε από τα σκαλιά. Ήταν εβδομήντα πέντε χρόνων και σκοτώθηκε.

Έγινε μια παύση.

- Δρ. Χιούζ, είπα. Είσαστε ακόμα εκεί;

- Ναι, εδώ είμαι ακόμη. Ακουστέ, κύριε Έρσκιν, γιατί μου τα λέτε όλα αυτά;

- Γιατί νομίζω πώς έχει κάποια σχέση με την Κάρεν Τάντυ, κύριε Χιούζ. Μου είπαν σήμερα το πρωί, πως είχε κάποια επιπλοκή. Αυτό το όνειρο έχει ήδη σκοτώσει μία από τις πελάτισσες μου. Ανησυχώ μήπως το ίδιο πράγμα συμβεί ξανά.

Αλλη μία παύση, πιο μεγάλη αυτή τη φορά.
Τέλος ο Δρ. Χιούζ είπε:

- Κύριε Έρσκιν, αυτό είναι πολύ περίεργο. Δεν θέλω να πω ούτε για μια στιγμή, πως καταλαβαίνω που προσπαθείτε να φτάσετε, αλλά φαίνεται, πως έχετε κάποια ιδέα για την κατάσταση της ασθενούς μου. Θα μπορούσα άραγε να σας πείσω να έρθετε στο νοσοκομείο και να το κουβεντιάσουμε; Ίσως να μην υπάρχει τίποτα σε όλα αυτά, αλλά για να σας πω την αλήθεια, είμαστε σε τρομερό αδιέξοδο με την Κάρεν Τάντυ και οτιδήποτε, έστω σαι το πιο ασήμαντο στοιχείο, ίσως μπορούσε να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι συμβαίνει μ' αυτήν.

- Τώρα μιλάτε σωστά, του είπα. Δώστε μου δέκα πέντε λεπτά καιρό και θα είμαι εκεί. Να ζητήσω εσάς;

- Ακριβώς, είπε, ο Δρ. Χιούζ κουρασμένα. Να ζητήσετε εμένα.

Ώσπου να φτάσω, η λάσπη είχε παγώσει πάλι και οι δρόμοι ήταν γλιστεροί και επικίνδυνοι. Παρκάρισα στο υπόγειο του νοσοκομείου και πήρα το ασανσέρ για την αίθουσα υποδοχής. Το κορίτσι με το χαμόγελο της Κολγκέιτ είπε:

- Ώ! γεια σας... Εσείς δεν είστε ο Απίθανος Έρσκιν;

- Βεβαίως ο ίδιος, της είπα. Έχω ένα ραντεβού με τον Δρ. Χιούζ.

Πήρε το εσωτερικό τηλέφωνο του γραφείου του και μετά με οδήγησε στον 18ο όροφο. Ανέβηκα με το ζεστό, αθόρυβο ασανσέρ και βγήκα σ' ένα διάδρομο με παχύ χαλί. Μία πινακιδούλαπάνω από την πόρτα μπροστά μου έγραφε Δρ. Τζ. Χ. Χιούζ και χτύπησα.

Ο Δρ. Χιούζ ήταν ένας κοντός και τόσο εξαντλημένος άνθρωπος, που φαινότανε σα να χρειαζότανε ένα Σαββατοκύριακο στα βουνά.

- Κύριε Έρσκιν; είπε σφίγγοντας ασθενικά το χέρι μου. Καθίστε. Θέλετε καφέ; Μήπως προτιμάτε κάτι πιο δυνατό;

- Ο καφές είναι ότι πρέπει.

Χτύπησε στη γραμματέα του για να μας φέρει τους καφέδες και μετά κάθισε στη μεγάλη περιστροφική μαύρη πολυθρόνα του και έδεσε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του.

- Ασχολούμαι με όγκους εδώ και πάρα πολλά χρόνια, κύριε Έρσκιν, και τους ξέρω όλους καλά. Υποτίθεται, πως είμαι ειδικός στον τομέα μου. Αλλά μπορώ να σας το πω ξεκάθαρα, ότι ποτέ μου δεν έχω δει μία περίπτωση σαν της Κάρεν Τάντυ και είμαι ειλικρινά αναστατωμένος.

Αναψα ένα τσιγάρο.

- Τι το ιδιαίτερο έχει;

- Ο όγκος δεν είναι φυσιολογικός. Χωρίς να μπω σε πάρα πολλές φρικιαστικές λεπτομέρειες, δεν έχει κανένα από τα συνηθισμένα χαρακτηριστικά των στιβάδων του όγκου. Αυτό που έχει η Κάρεν εκεί είναι ένα πρήξιμο, που μεγαλώνει πολύ γρήγορα και που η σύσταση του είναι από σάρκα και οστά. Θα μπορούσε, κατά κάποιο τρόπο, να περιγράψει κανείς τον όγκο αυτό σαν έμβρυο.

- Θέλετε να πείτε... ένα μωρό; Θέλετε να πείτε πως έχει ένα μωρό ... πίσω στο λαιμό της; Δεν σας καταλαβαίνω.

- Ο Δρ. Χιούζ σήκωσε τους ώμους του.

- Ούτε κι εγώ, κύριε Έρσκιν. Υπάρχουν χιλιάδες περιπτώσεις που αναφέρονται σε έμβρυα, που αναπτύσσονται σε λανθασμένο μέρος, όπως στις σάλπιγγες, ή σε διάφορες προσαρτήσεις
της μήτρας. Αλλά δεν υπάρχει κανένα προηγούμενο για έμβρυο, που να μεγαλώνει στο λαιμό και σίγουρα δεν υπάρχει προηγούμενο για οποιοδήποτε έμβρυο, που να μεγαλώνει τόσο γρήγορα όσο αυτό.

- Την εγχειρήσατε σήμερα το πρωί; Νομίζω πώς επρόκειτο να το βγάλετε.

Ο Δρ. Χιούζ κούνησε το κεφάλι του.

- Αυτή ήταν η πρόθεση μου. Την είχαμε μάλιστα στο χειρουργικό τραπέζι και τα πάντα ήσαν έτοιμα για την αφαίρεση του. Αλλά αμέσως μόλις ο χειρουργός Δρ. Σνάιθ άρχισε να της κάνει μια τομή, ο σφυγμός της και η αναπνοή της αδυνάτισαν τόσο πολύ, πού αναγκάστηκε να σταματήσει. Θα μπορούσε να έχει πεθάνει μέσα σε δύο - τρία λεπτά. Και αναγκαστήκαμε να περιοριστούμε σε μερικές ακόμα ακτινογραφίες.

- Υπήρχε κάποια αίτια γι' αυτό; τον ρώτησα. Θέλω να πω, γιατί αυτή η επιπλοκή;

- Δεν ξέρω, είπε ο Δρ. Χιούζ. Κάνω μία σειρά από διάφορα τεστ τώρα, τα όποια ίσως μας δώσουν κάποια απάντηση. Ποτέ μου όμως μέχρι σήμερα δεν αντιμετώπισα κάτι τέτοιο. Έχουμε όλοι μας πέσει έξω και δεν μπορούμε να δώσουμε μια εξήγηση.

Η γραμματεύς του Δρ. Χιούζ μας έφερε δύο φλιτζάνια καφέ και μερικά μπισκότα. Ρουφήξαμε τον καφέ μας, χωρίς να λέμε λέξη για ένα διάστημα και μετά ρώτησα τον Δρ. Χιούζ μια ερώτηση, που θα άξιζε εκατομμύρια.

- Δρ. Χιούζ, είπα. Πιστεύετε στη μαύρη μαγεία;
Με κοίταξε σκεπτικός.

- Όχι, είπε. Δεν πιστεύω.

- Ούτε κι εγώ, απήντησα. Αλλά υπάρχει κάτι σ' αυτήν όλη την υπόθεση, που μου χτυπάει σαν κάτι μαγικό. Βλέπετε η θεία της Κάρεν Τάντυ είναι πελάτισσα μου και αυτή επίσης είχε
δει το ίδιο είδος ονείρου, όπως η Κάρεν. Όχι, βέβαια, με τόσες πολλές λεπτομέρειες, όχι τόσο τρομαχτικό, αλλά θετικά το ίδιο είδος ονείρου.

- Λοιπόν; ρώτησε ο Δρ. Χιούζ. Τι σας λένε όλα αυτά εσάς, πού είσαστε μάντης;

Κοίταξα κάτω στο πάτωμα.

- Θα σας εξομολογηθώ, τώρα εδώ, Δρ. Χιούζ, ότι δεν είμαι σοβαρός μάντης. Ζω από αυτό, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Συνήθως έχω πολλούς ενδοιασμούς για τα πνεύματα και τη μαγεία. Αλλά μου φαίνεται, πως υπάρχει ένα είδος απόκοσμης επίδρασης, που προκαλεί την κατάσταση της Κάρεν. Με άλλα λόγια, κάτι την κάνει να ονειρεύεται αυτά τα όνειρα και ίσως είναι το ίδιο πράγμα, που επηρεάζει τον όγκο της και την υγεία της.

Ο Δρ. Χιούζ τον κοίταξε με καχυποψία.

- Προσπαθείτε να μου πείτε, πως είναι δαιμονισμένη; Όπως στον Εξορκιστή ή κάτι τέτοιο;

- Όχι, δεν νομίζω κάτι τέτοιο. Δεν πιστεύω σ' αυτό το είδος των δαιμόνων. Αλλά πιστεύω θετικά, πως ένα πρόσωπο μπορεί να δεσπόζει με τη δύναμη του ένα άλλο, δια μέσου του μυαλού του, με τη δύναμη της σκέψης του. Και νομίζω, πως κάποιος ή κάποια κυριαρχεί δεσποτικά πάνω στην Κάρεν Τάντυ. Κάποιος της μεταδίδει ένα πνευματικό μήνυμα, ένα μήνυμα που είναι τόσο δυνατό, ώστε να την αρρωσταίνει.

- Αλλά τι σχέση έχει αυτό με τη θεία της και εκείνη τη γριά κυρία, την πελάτισσα σας, εκείνη που έπεσε από τα σκαλιά σήμερα το πρωί;

Κούνησα το κεφάλι μου.

- Δεν νομίζω πως αυτός ο κάποιος θέλει πραγματικά να τη βλάψει. Είναι όμως, όπως και κάθε άλλο ισχυρό μήνυμα, που στέλνεται από κάποια σημαντική απόσταση και όποιος δέκτης
συμβεί να βρίσκεται στην περιφέρεια των κυμάτων μεταφοράς, μπορεί να το πιάσει. Η κυρία Κάρμαν και ή κυρία Χέρτζ ήταν κοντά στην Κάρεν Τάντυ ή σε μέρη που αυτή βρισκόταν και άρπαξαν τα απόνερα, θα έλεγα, από την κυρίως μεταβίβαση.

Ο Δρ. Χιούζ έτριψε τα μάτια του και μετά με κοίταξε μισοκλείνοντας τα.

- Ωραία... ας υποθέσουμε ότι κάποιος στέλνει ένα μήνυμα στην Κάρεν Τάντυ, με την πρόθεση να την κάνει να αρρωστήσει. Τι είναι αυτό και γιατί τα κάνει αυτά;

- Η σκέψη σας δεν είναι μακριά από τη δική μου. Αλλά δεν νομίζετε πως ίσως θα ήταν καλό να κουβεντιάζαμε με την ίδια την Κάρεν;

Ο Δρ. Χιούζ άνοιξε διάπλατα τα χέρια του.

- Είναι σε πολύ κακή κατάσταση. Οι γονείς της έρχονται αεροπορικώς απόψε για την περίπτωση, που δεν θα ξέρουμε τι να κάνουμε. Αλλά πιστεύω, πως δεν θα χειροτέρευε την κατάσταση της, αν προσπαθούσαμε.

Σήκωσε το τηλέφωνο και μίλησε στη γραμματέα του. Σε λίγα λεπτά εκείνη μας τηλεφώνησε και είπε πως είχε τακτοποιήσει την επίσκεψη μας στην Κάρεν.

- Φοβάμαι πως θα πρέπει να φορέσετε μια χειρουργική μάσκα, κύριε Έρσκιν, είπε ο Δρ. Χιούζ. Είναι πάρα πολύ αδύνατη και δε θέλουμε να μπούνε στον οργανισμό της τίποτα άλλα μικρόβια.

- Δε με πειράζει.

Κατεβήκαμε στο 10ο πάτωμα και ο Δρ. Χιούζ με οδήγησε σ' ένα δωμάτιο, πού θα μπορούσα να αλλάξω. Καθώς δέναμε τις πράσινες χειρουργικές φόρμες και τις μάσκες, μου εξήγησε, πως ίσως θα χρειαζότανε να μου ζητήσει να φύγω στην περίπτωση, που η κατάσταση της χειροτέρευε.

- Σας αφήνω να τη δείτε, γιατί έχετε κάποια δική σας θεωρία, κύριε Έρσκιν, και οποιοσδήποτε έχει κάποια θεωρία θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Αλλά σας προειδοποιώ, πως όλα αυτά είναι εντελώς ανεπίσημα, και δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανένα για πιο λόγο βρίσκεστε εδώ.

- Σας καταλαβαίνω, είπα, και τον ακολούθησα κάτω στο διάδρομο, προς το δωμάτιο της Κάρεν Τάντυ.

Ήταν ένα μεγάλο γωνιακό δωμάτιο, με θέα έξω στη χιονισμένη νύχτα. Οι τοίχοι είχαν αυτό το ανοιχτό φιστικί χρώμα, που έχουν όλα τα νοσοκομεία και δεν υπήρχαν λουλούδια ή άλλη διακόσμηση, εκτός από ένα μικρό πίνακα, που έδειχνε φθινόπωρο στο Νέο Χαμσάιρ. Το κρεβάτι της Κάρεν Τάντυ ήταν περιτριγυρισμένο από χειρουργικά εργαλεία, καθώς ένας ορός έπεφτε σιγά - σιγά στο δεξιό της χέρι. Είχε κλειστά τα μάτια της και φαινότανε τόσο άσπρη και τόσο χλωμή, σαν το μαξιλάρι, πού ακουμπούσε το κεφάλι της. Υπήρχαν μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια της και μου ήταν πολύ δύσκολο να αναγνωρίσω στο πρόσωπο της το κορίτσι, που είχε έρθει στο διαμέρισμα μου την προηγούμενη νύχτα.

Αλλά το πιο φοβερό ήταν ο όγκος της. Είχε μεγαλώσει και πρηστεί και ήταν κιτρινωπός και περιτριγυρισμένος από φλέβες. Θα έπρεπε να είχε το διπλό μέγεθος από την προηγούμενη νύχτα και σχεδόν άγγιζε τους ώμους της πίσω στην πλάτη. Κοίταξα απέναντι μου τον Δρ. Χιούζ και αυτός απλώς κούνησε το κεφάλι του.

Τράβηξα μια καρέκλα δίπλα της και άπλωσα το χέρι μου στο μπράτσο της. Ήτανε πολύ κρύο. Κουνήθηκε λίγο και άνοιξε ελαφρά τα μάτια της.

- Κάρεν; είπα απαλά. Εγώ είμαι... ο Χάρρυ Έρσκιν.
- Γεια, ψιθύρισε. Γεια σου, Χάρρυ Έρσκιν.
Έσκυψα πιο κοντά.

- Κάρεν, είπα βρήκα το πλοίο. Πήγα στη βιβλιοθήκη, έψαξα και το βρήκα.

Τα μάτια της φτερούγισαν και με κοίταξε.

- Το βρήκατε...;

- Είναι ένα Ολλανδέζικο πλοίο, Κάρεν. Κατασκευασμένογύρω στα 1650.

- Ολλανδέζικο; είπε αδύνατα. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε ναείναι.

- Είσαι σίγουρη Κάρεν; Είσαι σίγουρη, πως δεν το έχεις συναντήσει ποτέ πριν;

Προσπάθησε να κουνήσει το κεφάλι της, αλλά ο εκτεταμένος όγκος την εμπόδιζε. Ήταν ένα τεράστιο εξόγκωμα εκεί πίσω στο λαιμό της, σαν ένα τρομερό κιτρινισμένο φρούτο.

Ο Δρ. Χιούζ άπλωσε το χέρι του στον ωμό μου.

- Δεν νομίζω, πως προχωρούμε καθόλου, κύριε Έρσκιν. Νομίζω, πως πρέπει να τ' αφήσουμε.

Έπιασα το χέρι της Κάρεν πιο σταθερά.

- Κάρεν, είπα. Πες μου για το μπούουτ. Τι ξέρεις για το μπούουτμιζνίιρ;

- Ποιο; ψιθύρισε.

- Ντίμπούουτ, Κάρεν, ντίμπούουτ.

Έκλεισε τα μάτια της και νόμιζα, πως ξανακοιμήθηκε, αλλά τότε κάτι φάνηκε να στριφογυρίζει και ν' ανασηκώνεται στο κρεβάτι της. Ο εξογκωμένος άσπρος όγκος ξαφνικά κουλουριάστηκε λες και υπήρχε κάτι ζωντανό μέσα του.

- Χριστέ μου, είπε ό Δρ. Χιούζ. Κύριε Έρσκιν καλύτερανα...

- Ααααχχχ! μούγκρισε η Κάρεν, Ααααχχχ! Τα δάχτυλα της άδραξαν τα σεντόνια και προσπάθησε να τινάξει το κεφάλι της. Ο όγκος κουνιότανε και κουλουριαζότανε, σαν να είχε αδράξει το πίσω μέρος του λαιμού της και το έσφιγγε.

- ΑΑΑΑΑΑΑΑΧΧΧΧΧΧΧ! στρίγκλισε. ΝτίΜΠΟΥΟΥΤΤΤΤΤΤΤ!

Τα μάτια της γύρισαν προς εμένα και για ένα παράξενο τρομερό λεπτό, μοιάζανε με τα μάτια κάποιου αλλού - γεμάτα αίμα, άγρια και απόκοσμα.

Τότε ο Δρ. Χιούζ χτύπησε το κουδούνι για τη νοσοκόμο και ενώ αυτή ετοίμαζε μια σύριγγα με ηρεμιστικό, εγώ έφυγα τρέχοντας από δίπλα της, στο διάδρομο. Στάθηκα εκεί, ακούγοντας την να στριγκλίζει και να παλεύει εκεί μέσα. Ένιωθα τόσο αβοήθητος και μόνος, όσο δεν ένιωσα ποτέ άλλοτε στη ζωή μου.

Κεφάλαιο Τρία
Μέσα από τις Σκιές
Λίγα λεπτά αργότερα ο Δρ. Χιούζ βγήκε από το δωμάτιο της Κάρεν Τάντυ, τραβώντας τα γάντια του και τη μάσκα του με κουρασμένη ανοχή.

Πήγα αμέσως κοντά του.

- Με συγχωρείτε, του είπα. Δεν περίμενα να έχει αυτό το αποτέλεσμα.

Έτριψε το σαγόνι του.

- Δεν είναι δικό σας το λάθος. Ούτε και δικό μου. Της έδωσα ένα ελαφρύ ηρεμιστικό που θα την βοηθήσει να καλμάρει.

Πήγαμε μαζί στο δωμάτιο, για να βγάλουμε τις χειρουργικές μας φόρμες.

- Αυτό που με στενοχωρεί, κύριε Έρσκιν, είπε ο Δρ. Χιούζ, είναι που αντέδρασε τόσο βίαια σ' αυτές τις λέξεις πού προφέρατε. Μέχρι τότε ήταν ήρεμη ή τουλάχιστον όσο θα μπορούσε να είναι κανείς μ' αυτό το είδος του όγκου. Αλλά φάνηκε, σαν να σκαλίσατε κάτι εκεί πέρα.

- Έχετε δίκιο, συμφώνησα. Αλλά τι είναι αυτό ακριβώς; Γιατί ένα φυσιολογικό και έξυπνο κορίτσι σαν την Κάρεν Τάντυ, να αναστατωθεί τόσο πολύ με την ιδέα μιας παλιάς Ολλανδέζικης γαλέρας;

Ο Δρ. Χιούζ μου άνοιξε την πόρτα και με οδήγησε στο ασανσέρ.

- Μην ρωτάτε εμένα, είπε. Εσείς υποτίθεται, πως θεωρείστε ειδικός στο μυστικισμό.

Πίεσε το κουμπί για το δέκατο όγδοο πάτωμα.

- Τι δείχνουν τώρα οι ακτινογραφίες; ρώτησα. Εκείνες, που πήρατε στο χειρουργείο;

- Τίποτα το πολύ καθαρό, απήντησε ο Δρ. Χιούζ. Όταν είπα, πως φαινόταν σαν να υπήρχε ένα έμβρυο σ' αυτό τον όγκο, θα έπρεπε ίσως να πω κάτι, που έμοιαζε με έμβρυο, όχι όμως ακριβώς ένα μωρό με τη συνηθισμένη έννοια. Υπάρχει ένα εξόγκωμα από σάρκα και οστά, που φαίνεται, πως έχει ένα συστηματικό υπόδειγμα αναπτύξεως, κατά τον ίδιο τρόπο, που έχει και ένα μωρό, αλλά αν είναι ανθρώπινο ή όχι, δεν μπορώ να το πω. Κάλεσα έναν ειδικό γυναικολόγο, αλλά δεν μπορεί να έρθει, παρά μόνον αύριο.

- Αλλά αν υποθέσουμε πως αύριο είναι αργά; Φαίνεται, θέλω να πω, είναι σα να πρόκειται να πεθάνει.

Ο Δρ. Χιούζ κοίταξε τα φωτεινά νούμερα του ασανσέρ.

- Ναι, έτσι είναι. Και μα την πίστη μου δεν υπάρχει τίποτα, που να μπορώ να κάνω γι' αυτό.

Το ασανσέρ έφτασε στο δέκατο όγδοο πάτωμα και βγήκαμε. Ο Δρ. Χιούζ με οδήγησε στο γραφείο του. Πήγε κατευθείαν στο ντουλάπι με τους φακέλους του και έφερε ένα μπουκάλι ουίσκι. Έριξε αρκετό σε δυο μεγάλα ποτήρια. Καθίσαμε και αρχίσαμε να πίνουμε χωρίς να μιλάμε.

Μετά από λίγο, είπε:

- Ξέρετε κάτι, κύριε Έρσκιν; Είναι γελοίο, ίσως και τρέλα, αλλά πιστεύω, πως αυτός ο εφιάλτης έχει κάποια σχέση με αυτό τον όγκο.

- Από ποια άποψη;

- Να, αυτά τα δύο φαίνονται πολύ στενά συνδεδεμένα. Μαντεύω, πως οι πνευματιστές σας θα πίστευαν, πως ο εφιάλτης δημιουργεί τον όγκο, ενώ εγώ θα το έλεγα αντίστροφα, ότι δηλαδή
ο όγκος δημιουργεί τον εφιάλτη. Αλλά, όποιο και να είναι από τα δύο, εγώ νομίζω, πως όσα περισσότερα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε για τον εφιάλτη, τόσα περισσότερα θα ανακαλύψουμε γι' αυτή την κατάσταση.

Κατάπια μια γουλιά καθαρό ουίσκι, που μου έκαψε το λαρύγγι.

- Έκανα ότι μπορούσα, Δρ. Χιούζ. Προσδιόρισα το πλοίο και το τοποθέτησα χρονικά. Αυτό το πλοίο φαίνεται, πως προκαλεί μιαν αρκετά σοβαρή αντίδραση. Αλλά που μας οδηγεί αυτό; Σας το είπα. Είμαι ένας κομπογιαννίτης, όταν έχω να κάνω με αληθινή μαγεία. Δεν νομίζω, πως μπορώ να κάνω τίποτα άλλο.

Ο Δρ. Χιούζ φαινότανε σκεφτικός.

- Ας υποθέσουμε, πως κάνατε αυτό που κάνω κι' εγώ. Ας υποθέσουμε, πως ζητάτε τη βοήθεια κάποιου άλλου ειδικού.

- Τι θέλετε να πείτε;

- Να, ασφαλώς όλοι οι χαρτομάντες δεν είναι... κομπογιαννίτες όπως εσείς. Μερικοί από αυτούς πρέπει να έχουν γνήσιο, πραγματικό ταλέντο για τη διερεύνηση τέτοιων πραγμάτων.

Έβγαλα τα γυαλιά μου και τα ακούμπησα στο τραπέζι.

- Δρ. Χιούζ, μιλάτε σοβαρά; Πιστεύετε στ' αλήθεια, πώς υπάρχει εδώ κάτι το μαγικό;

Ο Δρ. Χιούζ κούνησε το κεφάλι.

- Δεν είπα αυτό, κύριε Έρσκιν. Αυτό που θέλω είναι να εξερευνήσω κάθε πιθανότητα. Έμαθα εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ότι στην ιατρική, μπορεί ν' αποδειχτεί μοιραίο αν αφήσεις ανεξερεύνητη έστω και μια οδό. Δεν πρέπει να είσαι στενοκέφαλος, όχι δεν πρέπει, όταν η ζωή ενός ανθρώπινου όντος βρίσκεται σε κίνδυνο.

- Τι προτείνετε λοιπόν; τον ρώτησα.

- Μόνο αυτό, κύριε Έρσκιν. Αν ενδιαφέρεστε, να προσπαθήσετε να σώσετε την Κάρεν Τάντυ, από οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, που την αρρωσταίνει έτσι βαριά, πηγαίνετε να βρείτε έναν
πραγματικό μάντη, ένα μέντιουμ, που να μπορέσει να μας πει τι πράγμα είναι αυτό το διαβολεμένο πλοίο και όλα γύρω από αυτό.

Σκέφτηκα για λίγο και μετά δέχτηκα. Έξαλλου δεν είχα τίποτα να χάσω ή τουλάχιστον δεν το σκέφτηκα, πως είχα τίποτα να χάσω. Ποιος ξέρει, ίσως όταν τελείωνε ή όλη υπόθεση, να είχα μάθει κι εγώ κάτι για την πραγματική μαγεία.

- Εντάξει, είπα, καταπίνοντας την τελευταία γουλιά από το ουίσκι μου. Φεύγω.

Όταν γύρισα στο διαμέρισμα μου, πήγα κατευθείαν στην κουζίνα και έφτιαξα τέσσερις φέτες τοστ με τυρί. Δεν είχα φάει τίποτα όλη τη μέρα και ένιωθα χάλια. Ανοιξα ένα κουτί μπύρα Σλίτς και πήρα το γεύμα μου στο λίβινγκ ρούμ. Δεν μπόρεσα να μη ρίξω μια ματιά γύρω μου μυρίζοντας τον αέρα για να δω, αν το κακό πνεύμα, που είχε μπει στην κυρία Χέρτζ, παραμόνευε ακόμα στη σκιά της, αλλά δεν υπήρχε καμιά μαρτυρία, ότι βρισκότανε κανείς εκεί. Μην ξεχνάτε, πως ξέρω τουλάχιστον, πως τα πνεύματα δεν αφήνουν ίχνη.

Καθώς μασούσα το τοστ μου, τηλεφώνησα στη φίλη μου Αμέλια Κρούζο. ΗΉ Αμέλια διηύθυνε ένα μικρό μαγαζάκι με παιχνίδια στο Βίλλατζ και ήξερα, πως ανακατευότανε με τον πνευματισμό και αυτού του είδους τα πράγματα. Ήταν ψηλή, μελαχρινή, με μακριά καστανά μαλλιά και πολύ ζωντανά μάτια. Ζούσε με ένα νέο με γένια, που τον έλεγαν Μακ Αρθουρ και πουλούσε πολυτελείς πινακίδες αυτοκινήτων.

Στο τηλέφωνο απάντησε ο Μακ Αρθουρ.

- Ποιος είναι; είπε γκρινιάρικα.

- Χάρρυ Έρσκιν. Πρέπει να μιλήσω στην Αμέλια. Είναι αρκετά επείγον.

- Ο Απίθανος Έρσκιν! είπε ο Μακ Αρθουρ. Πως πάει η δουλειά εκεί στα ανώτερα στρώματα με το ξεπουπούλιασμα των γηραιών κυριών;

- Αρκετά καλά. Και η βιομηχανία υψηλής χαρακτικής πινακίδων πως πάει;

- Όχι και τόσο άσχημα, απάντησε. Δεν είναι βέβαια, αυτό που λέμε καριέρα κλάσεως, αλλά όσο να 'ναι φέρνει στο σπίτι το μπέικον. Στάσου, η Αμέλια είναι εδώ.

Η φωνή της Αμέλιας ήταν όπως πάντα απαλή και ήρεμη.

- Χάρρυ; Αυτό είναι έκπληξη!

- Φοβάμαι, πως αυτό είναι δουλειά Αμέλια και δεν ξέρω αν θα μπορούσες να με βοηθήσεις.

- Δουλειά; Από πότε εσύ ενδιαφέρεσαι για δουλειά;

- Κόψε την ειρωνεία Αμέλια, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Έχω μια πελάτισσα, που είναι πολύ άρρωστη, δηλαδή πραγματικά άρρωστη, στα τελευταία της. Είχε κάτι τρομερούς εφιάλτες. Μίλησα με τους γιατρούς και αυτοί νομίζουν, πως όλα αυτά έχουν κάποια σχέση με τον πνευματισμό.

Σφύριξε με απορία.

- Οι γιατροί; Δεν ήξερα, πως οι γιατροί πιστεύουν στα πνεύματα.

- Δεν νομίζω κι εγώ, πως πιστεύουν, της είπα. Είναι μόνο επειδή τα έχουν τελείως χαμένα και προσπαθούν να δοκιμάσουν το κάθε τι για να τη σώσουν. Ακουσε Αμέλια, χρειάζομαι να έρθω σε επαφή με κάποιον, που πραγματικά ξέρει από αυτά. Χρειάζομαι έναν μάντη, που να είναι πραγματικός και καλός μαζί. Ξέρεις κανέναν εσύ;

- Χάρρυ, αυτό μοιάζει με ανωτέρα διαταγή. Θέλω να πω, πως υπάρχουν πολλοί, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς είναι το ίδιο καλοί όσο και εσύ. Και χωρίς να θέλω να σε προσβάλλω, είναι με άλλα λόγια ψωριάρηδες.

- Δεν το παίρνω για προσβολή. Ξέρω μέχρι που φτάνω.

Η Αμέλια έκανε μερικά μ μ μ και ά α χ για ένα λεπτό, και πήγε να ψάξει την ατζέντα της με τις διευθύνσεις, αλλά αφού έψαξε για πέντε λεπτά περίπου, δεν βρήκε κανένα όνομα. Τέλος τα παράτησε.

- Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Χάρρυ. Μερικοί από αυτούς είναι εντάξει, όταν πρόκειται για χειρομαντεία ή έστω για να σε φέρουν σε επαφή με το χαμένο από καιρό θείο Χένρυ, αλλά δε
θα μπορούσα να τους εμπιστευτώ για τίποτα σοβαρό.

Δάγκωσα το νύχι από το μεγάλο μου δάχτυλο.

- Τι θα έλεγες για σένα; τη ρώτησα.

- Εγώ; Δεν είμαι ειδική. Ξέρω λίγο από ψυχισμό, αλλά δεν έχω σχέση και ούτε φτάνω τα μυστήρια και τα τέτοια.

- Αμέλια, της είπα, πρέπει να το κάνεις. Τουλάχιστον εσύ είσαι πραγματικό μέντιουμ, έχεις μια πλευρά που εγώ δεν την έχω καθόλου. Το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να βρεις τα ίχνη αυτού του μηνύματος ή του εφιάλτη ή οτιδήποτε είναι αυτό. Δώσε μου μόνο ένα κλειδί, που να μου πει από που έρχεται τουλάχιστον. Τα υπόλοιπα θα τα κάνω μόνος μου.

Η Αμέλια αναστέναξε.

- Χάρρυ, είμαι πνιγμένη. Απόψε είμαι καλεσμένη σε δείπνο, αύριο υποσχέθηκα να πάρω τα παιδιά της Τζάνετ στο πάρκο και τη Δευτέρα πρέπει να ανοίξω το μαγαζί, δεν μου μένει ούτε λεπτό.

- Αμέλια, είπα, η ζωή ενός κοριτσιού κινδυνεύει. Αυτό το κορίτσι βρίσκεται στο Νοσοκομείο των Αδελφών της Ιερουσαλήμ, ακριβώς τώρα που σου μιλάω, και πεθαίνει. Έκτος και αν
βρούμε τι είναι αυτοί οι εφιάλτες, αλλιώς δεν είναι δυνατόν να αντέξει.

- Χάρρυ, δεν μπορώ να είμαι υπεύθυνη για κάθε κορίτσι που πεθαίνει. Αυτή η πόλη είναι απέραντη. Τα κορίτσια πεθαίνουν συνεχώς.

Έστριβα το τηλέφωνο στα χέρια μου, σα να ήθελα να πιέσω την Αμέλια να με βοηθήσει.

- Αμέλια, σε παρακαλώ. Μόνο γι' απόψε. Μόνο για κάνα δύο ώρες. Αυτό σου ζητάω μόνο.

Έβαλε το χέρι της πάνω στο τηλέφωνο και κάτι είπε στον Μακ Αρθουρ. Σιγομουρμούρισαν για λίγο και μετά μου είπε:

- Εντάξει, Χάρρυ, θα έρθω. Που θέλεις να συναντηθούμε;
Κοίταξα το ρολόι μου.

- Έλα πρώτα στο σπίτι μου. Μετά νομίζω, πως θα πρέπει να πάμε στο διαμέρισμα της κοπέλας. Φαίνεται, πως εκεί πρώτο-άρχισαν οι εφιάλτες. Έχει και η θεία της τους ίδιους εφιάλτες, μόνο που δεν είναι τόσο φοβεροί. Αμέλια, το ξέρω, πως είναι κουραστικό για σένα και δεν έχω λόγια να σ' ευχαριστήσω.

- Θα σε δω σε λίγο, είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Το επόμενο πράγμα που έκανα, ήταν να τηλεφωνήσω στην κυρία Κάρμαν, τη θεία της Κάρεν Τάντυ. Σίγουρα θα καθότανε δίπλα στο τηλέφωνο, περιμένοντας νέα της Κάρεν, γιατί απάντησε σχεδόν αμέσως.

- Κυρία Κάρμαν; Εδώ Χάρρυ Έρσκιν.

- Κύριε Έρσκιν; Ω, συγγνώμη, νόμιζα, πώς ήταν από το νοσοκομείο.

- Ακουστέ κυρία Κάρμαν, πήγα να δω την Κάρεν σήμερα. Είναι αρκετά αδύνατη, αλλά οι γιατροί νομίζουν, πως οι πιθανότητες της για καλυτέρευση θα αυξάνανε, αν ήξεραν λίγα περισσότερα πράγματα γι' αυτήν.

- Δεν καταλαβαίνω.

- Να, θυμόσαστε, που σας τηλεφώνησα χτες για κείνο το όνειρό σας; Εκείνο με την παραλία; Η Κάρεν ήρθε να με δει και μου είπε, πως είδε κι αυτή ένα όνειρο σαν το δικό σας. Οι γιατροί νομίζουν ότι είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι στο όνειρο αυτό - ένα κλειδί π.χ. ή κάτι άλλο, που θα μπορούσε να τους βοηθήσει να θεραπεύσουν την Κάρεν.

- Ακόμα δεν καταλαβαίνω, που θέλετε να φτάσετε, κύριε Έρσκιν. Γιατί δεν μου τηλεφώνησε ο ίδιος ο Δρ. Χιούζ;

- Δε σας τηλεφώνησε, γιατί δεν μπορούσε, της εξήγησα. Αυτός έχει ιατρική ειδικότητα κι αν κανείς από τους ανωτέρους του ανακάλυπτε, ότι ανακατεύεται με τον πνευματισμό, θα τον έβαζαν στο μαύρο πίνακα. Θέλει όμως να δοκιμάσει τα πάντα για να κάνει πάλι καλά την Κάρεν, γι' αυτό θέλουμε να μάθουμε περισσότερα γι' αυτό το όνειρο, που είδατε και οι δυο σας.

Η κυρία Κάρμαν φαινότανε στεναχωρημένη και αναστατωμένη.

- Μα πως γίνεται αυτό; Πως είναι δυνατόν ένα όνειρο να δημιουργήσει σε κάποιον έναν όγκο;

- Κυρία Κάρμαν, υπάρχουν πολλές αποδεδειγμένες σχέσεις ανάμεσα στο μυαλό των ανθρώπων και στην κατάσταση της υγείας τους. Δεν λέω πως ο όγκος της Κάρεν είναι ψυχοσωματικός, αλλά είναι δυνατόν η πνευματική της στάση απέναντι σ' αυτόν να φέρνει μεγαλύτερη δυσκολία στους γιατρούς για να την θεραπεύσουν. Δεν τολμούν να την εγχειρήσουν μέχρι να καταλάβουν τι είναι αυτό και γιατί επιδρά πάνω της τόσο άσχημα.

- Λοιπόν, κύριε Έρσκιν, είπε ήρεμα. Τι θέλετε να γίνει;

- Ήρθα ήδη σε επαφή με μία φίλη μου, που είναι ένα είδος μέντιουμ, της είπα. Εκείνο που θα ήθελα είναι να κάνουμε μία συγκέντρωση στο διαμέρισμα σας, έτσι ώστε η φίλη μου να δει,
αν υπάρχουν εκεί γύρω τίποτα παλμικές δονήσεις.

- Παλμικές δονήσεις; Τι είδους παλμικές δονήσεις;

- Οτιδήποτε, κυρία Κάρμαν. Οτιδήποτε. Δεν ξέρουμε τι προσμένουμε, εκτός και αν βρεθεί κάτι.

Η κυρία Κάρμαν αναμάσησε για λίγο όλα αυτά και μετά είπε:

- Καλά, κύριε Έρσκιν, αλλά δεν είμαι σίγουρη. Δε μου φαίνεται σωστό να γίνει κάτι τέτοιο τώρα που η Κάρεν είναι άρρωστη. Δεν ξέρω τι θα έλεγαν οι γονείς της, αν το ανακάλυπταν.

- Κυρία Κάρμαν, είπα. Αν οι γονείς της Κάρεν ήξεραν ότι προσπαθείτε τα πάντα με τη δύναμη που διαθέτετε για να βοηθήσετε την κόρη τους, τότε δεν βλέπω γιατί θα είχαν αντιρρήσεις. Σας παρακαλώ, κυρία Κάρμαν, είναι πολύ σημαντικό αυτό.

- Καλά, εντάξει τότε, κύριε Έρσκιν. Τι ώρα θέλετε να έρθετε;

- Δώστε μας μία ώρα καιρό. Σaς ευχαριστώ κυρία Κάρμαν. Είστε πραγματικά σπουδαία γυναίκα.

H κυρία Κάρμαν ρουθούνισε λίγο.

- Αυτό το ξέρω ήδη, κύριε Έρσκιν. Ελπίζω τουλάχιστον να ξέρετε τι κάνετε.

Ήταν δέκα και μισή, όταν όλοι συγκεντρωθήκαμε στο διαμέρισμα της κυρίας Κάρμαν στο Ήστ 82. Ήταν ένα μεγάλο ζεστό σπίτι, διακοσμημένο με πλούσιο, αλλά ανώνυμο στυλ, με μεγάλες ταπετσαρισμένες πολυθρόνες και καναπέδες, χοντρές κόκκινες βελούδινες κουρτίνες, τραπέζια αντίκες και πίνακες. Μύριζε κάτι παλιό.

Η κυρία Κάρμαν. φαινόταν σαν να ήταν έτοιμη να σπάσει, σαν κάτι εύθραυστο με κάτασπρα φουσκωτά μαλλιά, με πρόσωπο μαραμένο, που κάποτε θα ήτανε ωραίο, και μ' ένα μακρύ μεταξωτό φόρεμα με δαντελένια εσάρπα. Μου έδωσε το απαλό και γεμάτο δαχτυλίδια χέρι της, καθώς μπήκα με την Αμέλια και τον Μακ Αρθουρ και έκανα τις συστάσεις.

- Εύχομαι, αυτό που θα κάνετε να μην χειροτερέψει τα πράγματα για την Κάρεν, είπε.

Ο Μακ Αρθουρ, με το μεγάλο, γεμάτο γένια, πρόσωπο του και με τα φθαρμένα ρούχα του, έφερε γύρω το διαμέρισμα, δοκιμάζοντας όλες τις καρέκλες και τις πολυθρόνες για να δει πόσο μαλακές ήταν. Η Αμέλια, που ήταν επίσημα ντυμένη για το δείπνο, με ένα μακρύ κόκκινο εμπριμέ καφτάνι, στεκότανε ήσυχη και αποτραβηγμένη. Είχε λεπτά τραβηγμένα χαρακτηριστικά, με μεγάλα μαύρα μάτια και ένα χλωμό κραγιοναρισμένο στόμα, που την έκανε να μοιάζει σαν να επρόκειτο από στιγμή σε στιγμή να βάλει τα κλάματα.

- Έχετε ένα στρογγυλό τραπέζι, κυρία Κάρμαν; ρώτησε με την απαλή φωνή της.

- Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το τραπέζι της τραπεζαρίας, είπε η κυρία Κάρμαν. Αρκεί να μην το γρατσουνίσετε. Είναι γνήσια αντίκα από ξύλο κερασιάς.

Μας οδήγησε στην τραπεζαρία. Το τραπέζι ήταν μαύρο και λουστραρισμένο, με μια βαθιά γυαλάδα, που θα μπορούσες να πνιγείς μέσα της.Από πάνω κρεμότανε ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος με κρύσταλλα σαν δάκρυα, που πέφτουν. Οι τοίχοι των δωματίων ήταν διακοσμημένοι με σκούρο πράσινο χαρτί με σχήματα. Υπήρχαν επίσης επιχρυσωμένοι καθρέφτες και ελαιογραφίες τριγύρω.

- Αυτό είναι τέλειο, είπε η Αμέλια. Νομίζω πως πρέπει ν' αρχίσουμε αμέσως.

Καθίσαμε και οι τέσσερις γύρω από το τραπέζι και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, μάλλον σα να είμαστε επηρεασμένοι από κάτι. Ο Μακ Αρθουρ ήταν συνηθισμένος στον πνευματισμό της Αμέλιας, αλλά τώρα ήταν πολύ πιο σκεπτικός, περισσότερο από κάθε άλλη φορά και όλο έλεγε:

- Είναι κανείς εκεί πέρα; Είναι κανείς εκεί πέρα;

- Ησυχία, είπε η Αμέλια. Χάρρυ μπορείς να σβήσεις τα φώτα σε παρακαλώ;

Σηκώθηκα και έσβησα τα φώτα και η τραπεζαρία βυθίστηκε στο μαύρο σκοτάδι. Γύρισα πίσω στο κάθισμα μου, ψάχνοντας ψηλαφιστά το δρόμο μου και άπλωσα στα τυφλά να βρω τα χέρια της κυρίας Κάρμαν και του Μακ Αρθουρ. Στα δεξιά μου ένα απαλό γερασμένο γυναικείο χέρι. Το σκοτάδι ήταν τόσο βαθύ, που ένιωθα σα να μου είχαν ρίξει στο πρόσωπο μια μαύρη κουβέρτα.

- Τώρα συγκεντρωθείτε, είπε η Αμέλια. Συγκεντρώστε το νου σας στα πνεύματα που βρίσκονται μέσα σ' αυτό το δωμάτιο. Σκεφτείτε τις ψυχές τους, πού πλανώνται στον αιθέρα. Σκεφτείτε τις ανάγκες τους και τις λύπες τους. Προσπαθήστε να τα φανταστείτε, καθώς πετάνε γύρω μας, για τα πνευματικά τους θελήματα.

- Τι στο διάβολο είναι αυτά τα πνευματικά θελήματα; είπε ο Μακ Αρθουρ. Μη μου πείτε πως έχουν και παιδιά φαντάσματα για να τους πηγαίνουν τις εφημερίδες τους;

- Ησυχία, είπε η Αμέλια, ευγενικά. Έχουμε δυσκολία γιατί δεν ξέρουμε με ποιόν προσπαθούμε να έρθουμε σε επαφή. Προσπαθώ να βρω ένα φιλικό πνεύμα, που θα μας πει αυτά που
χρειαζόμαστε να μάθουμε.

Καθόμαστε σφιγμένοι με τα χέρια μας μέσα στα χέρια του άλλου, καθώς η Αμέλια μουρμούριζε τα μάγια της. Προσπαθούσα απελπισμένα να σκεφτώ τα πνεύματα που κινιόταν μέσα σ' αυτό το δωμάτιο, αλλά όταν δεν πιστεύεις αληθινά στα πνεύματα, δεν είναι και πολύ εύκολο.

Ακουγα την κυρία Κάρμαν να ανασαίνει δίπλα μου και το χέρι του Μακ Αρθουρ να κινείται ανήσυχα μέσα στο δικό μου. Είχε τουλάχιστον τη λογική να μην το τραβήξει. Απ' ότι έχω ακούσει, είναι επικίνδυνο να σπάσεις τον κύκλο, όταν έχει αρχίσει ή πνευματιστική συνεδρίαση.

- Καλώ οποιοδήποτε πνεύμα μπορεί να με βοηθήσει, είπε η Αμέλια. Καλώ οποιοδήποτε πνεύμα μπορεί να με καθοδηγήσει.

Σιγά - σιγά κατάφερα να συγκεντρώνομαι όλο και περισσότερο, οδηγώντας το μυαλό μου στην ιδέα ότι υπήρχε πραγματικά κάτι ή κάποιος εκεί γύρω, κάποια δόνηση μέσα στο δωμάτιο, που θα μας απαντούσε. Ένιωθα το σφυγμό ολόκληρου του κύκλου να περνάει από τα χέρια μου, ένιωθα, πως είχαμε ενωθεί όλοι μαζί σ' ένα πλήρες κύκλωμα μυαλού και σωμάτων. Φαινότανε, σαν να υπήρχε ένα ρεύμα, που έτρεχε γύρω - γύρω από το τραπέζι και που περνούσε μέσα από τα χέρια μας, από το μυαλό μας και από τα κορμιά μας, συσσωρεύοντας δύναμη και ηλεκτρισμό.

- Καλέμ έστραντίμ άικόνα πουρίστα, ψιθύρισε η Αμέλια. Βενόρα, βενόρα, όπτου λουμινάρι.

Το σκοτάδι παρέμεινε εντελώς μαύρο και δεν υπήρχε τίποτα, παρά η παράξενη αίσθηση, που περνούσε ανάμεσα από μας τους τέσσερις, σαν σφυγμός που παλλότανε μέσα στα χέρια μας.

- Σπίριτα χαλέστιμ, βενόρα σουίμ, έλεγε σαν πνοή η Άμέλια. Καλέμ έστραντίμ, άικον πουρίστα βενόρα.

Ξαφνικά αισθάνθηκα σαν κάποιος ν' άνοιξε το παράθυρο. Ένα παγωμένο ρεύμα έμοιαζε να φυσάει μέσα στο δωμάτιο, γύρω από τους αστραγάλους μου. Και δεν ήταν μόνο αυτό, που σε έκανε να νιώθεις άσχημα, αλλά υπήρχε ακόμα μια αίσθηση, πως ο αέρας στροβιλιζόταν.

- Βενόρα, βενόρα, όπτου λουμινάρι, έψελνε η Αμέλια απαλά. Βενόρα, βενόρα, σπίριτα. χαλέστιμ.

Η αντίληψη ότι μπορούσα να δω κάτι μέσα στο σκοτάδι ήρθε τόσο αργά, τόσο σιγά, που στην αρχή νόμιζα, πως ήταν τα μάτια μου, που συνήθιζαν στο σκοτάδι. Οι σκιές της Αμέλιας, του Μακ Αρθουρ και της κυρίας Κάρμαν πήζανε σε σχήματα μέσα στη μαυρίλα. Μπορούσα να δω τα μάτια τους να ακτινοβολούν. Το τραπέζι ανάμεσα μας ήταν σα λιμνούλα χωρίς πυθμένα.

Τότε κοίταξα πάνω και είδα, πως ο πολυέλαιος έκαιγε μ' ένα αμυδρό πρασινωπό φως. Τα τρίχινα συρματάκια στους γλόμπους ζωήρευαν ή έπεφταν από κάποιο ρεύμα, σαν τις πυγολαμπίδες σε μια καλοκαιριάτικη νύχτα. Ήταν όμως πολύ πιο κρύο, όχι σαν να ήταν καλοκαίρι και το ρεύμα γινόταν όλο και πιο ψυχρό.

- Είσαστε εκεί; ρώτησε ήρεμα η Αμέλια. Καταλαβαίνω τα σημάδια σας. Είσαστε εκεί;

Τότε ακούσαμε ένα παράξενο ψιθυριστά ήχο, σα να υπήρχε και κάποιος άλλος μέσα στο δωμάτιο, που μετακινιόταν σα να έψαχνε κάτι. Μπορούσα να ορκιστώ, πως άκουσα μια ανάσα, βαθιά, κανονική ανάσα, που δεν ήταν κανενός από μας.

- Ήρθατε; ρώτησε η Αμέλια. Σας ακούω τώρα. Είσαστε εδώ;

Έγινε μια μεγάλη σιωπή. Ο πολυέλαιος συνέχιζε να καίει αμυδρά μέσα στο σκοτάδι και άκουγα την ανάσα πιο δυνατά τώρα.

- Μίλησε, επέμενε η Αμέλια. Πες μας ποιος είσαι. Σε διατάζω να μιλήσεις.

Η ανάσα φάνηκε σα να άλλαξε. Έγινε πιο τραχιά, πιο δυνατή, και με κάθε αναπνοή ο πολυέλαιος παλλόταν και φτερούγιζε. Έβλεπα τις πράσινες αναλαμπές του μέσα στη σκοτεινή λιμνούλα του τραπεζίου, που ήταν από ξύλο κερασιάς. Το χέρι της κυρίας Κάρμαν έσκαβε βαθιά το δικό μου, αλλά ούτε που το αισθανόμουνα. Υπήρχε μια μόνιμη παγωνιά μέσα στο δωμάτιο και το ρεύμα φυσούσε απαίσια κάτω στα πόδια μου μέχρι ψηλά.

- Μίλησε, επανέλαβε η Αμέλια. Μίλησε και πες μας ποιος είσαι.

- Χριστέ μου, είπε ο Μακ Αρθουρ ανυπόμονα, αυτό είναι...

- Σσσσ, του είπα εγώ. Περίμενε Μάκ Αρθουρ, έρχεται.
Και πράγματι ερχότανε. Κοίταξα στο κέντρο του τραπεζιού και έμοιαζε σα να ήταν κάτι που έτρεμε στον αέρα, μερικές ίντσες πάνω από την επιφάνεια. Ένιωσα τις τρίχες του λαιμού μου να σηκώνονται και να ανατριχιάζω, καθώς ο αέρας στριφογύριζε και διαλυότανε σαν καπνός, για να αρχίσει να παίρνει μια μορφή από μόνος του και ένα κάποιο σχήμα.

Η ανάσα έγινε βαθιά, δυνατή και κοντινή, λες και κάποιος πράγματι ανάσαινε μέσα στο αυτί μου. Το αμυδρό φως του πολυέλαιου έσβησε τέλειος, αλλά ο αέρας που είχε πάρει ένα σχήμα φιδιού εκεί μπροστά μας έφεγγε από μόνος του.

Κάτω από αυτό, η ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού, αυτή η ίδια, άρχισε να φουσκώνει, να δημιουργεί έναν όγκο. Δάγκωσα τη γλώσσα μου τόσο δυνατά, που μια υπόξινη γεύση αίματος γέμισε το στόμα μου. Είχα παγώσει από τον τρόμο μου, αλλά δεν μπορούσα να γυρίσω το πρόσωπο μου, δεν μπορούσα να μην κοιτάζω. Η δύναμη του κύκλου μας κρατούσε πάρα πολύ δυνατά και το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε, ήταν να καθόμαστε εκεί και να βλέπουμε αυτό το φριχτό θέαμα μπροστά μας. Το μαύρο γυαλιστερό ξύλο στη μέση του τραπεζιού πήρε το σχήμα ενός ανθρώπινου προσώπου, ενός άντρα με τα μάτια του κλειστά σαν μάσκα θανάτου.

- Θεέ μου, είπε ο Μακ Αρθουρ, τι είναι αυτό;

- Ησυχία, ψιθύρισε η Αμέλια. Έβλεπα την κάτασπρη έκφραση της, γεμάτη ένταση, μέσα στο αφύσικο φως του αέρα.

- Αφησε το σε μένα.

Η Αμέλια έσκυψε μπροστά, στο παγωμένο ξύλινο πρόσωπο.

- Ποιος είσαι; ρώτησε σχεδόν χαϊδευτικά. Τι θέλεις από την Κάρεν Τάντυ;

Το πρόσωπο έμεινε ακίνητο. Ήταν ένα πρόσωπο άγριο, με βαθιές γραμμές, το πρόσωπο ενός ισχυρού άντρα, γύρω στα τριάντα, με μια ξεχωριστά καμπυλωτή μύτη και πλατιά χοντρά χείλια.

- Τι θέλεις; ρώτησε ξανά η Αμέλια. Τι ζητάς;

Μπορεί να έκανα και λάθος, αλλά μου φάνηκε, πώς είδα τα μαύρα ξύλινα χείλια να κινούνται σ' ένα ήρεμο χαμόγελο ικανοποίησης. Το πρόσωπο έμεινε για ένα λεπτόέτσι και μετά το ξύλο άρχισε να φουσκώνει και να λυγίζει και τα χαρακτηριστικά να διαλύονται. Σε λίγο δεν υπήρχε τίποτα εκεί, παρά το επίπεδο γυαλιστερό τραπέζι.

Το μαγικό φως έσβησε και βρεθήκαμε ξανά στο σκοτάδι.

- Χάρρυ, είπε η Αμέλια. Για όνομα του Θεού, άναψε τα φώτα!

Αφησα το χέρι του Μακ Αρθουρ και της κυρίας Κάρμαν και σηκώθηκα. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή άκουσα έναν θόρυβο σαν σπάσιμο. Είδα μια λαμπερή άσπρη αστραπή και τα παράθυρα έγιναν κομμάτια, σαν να είχε εκραγεί βόμβα. Ο τόπος γέμισε γυαλιά. Οι κουρτίνες ανέμισαν και φούσκωσαν από τον παγωμένο αέρα, που μπήκε μέσα από τη χιονισμένη νύχτα και ή κυρία Κάρμαν έβγαλε μια κραυγή τρόμου.

Πήγα και άναψα τα φώτα. Όλα μέσα στην τραπεζαρία ήταν πεταμένα κάτω, λες και πέρασε σίφουνας και τα σάρωσε. Το πάτωμα ήταν γεμάτο από ποτήρια και καράφες, οι πίνακες είχαν στραβώσει στα κρεμαστάρια τους και οι καρέκλες ήταν αναποδογυρισμένες. Το τραπέζι από ξύλο κερασιάς είχε κοπεί στα δύο από τη μιαν άκρη ως την άλλη.

Ο Μακ Αρθουρ σηκώθηκε, και πέρασε μέσα από τα σπασμένα γυαλιά, που έτριζαν καθώς τα πατούσε.

- Αρκετά ως εδώ. Από δω και στο έξης θα κοιτάζω μόνον τις πινακίδες μου και τίποτα άλλο.

- Χάρρυ, φώναξε η Αμέλια. Βοήθησε με να πάρω την κυρία Κάρμαν έξω από το λίβινγκ - ρούμ!

Πήραμε μαζί τη γριά κυρία στο διπλανό δωμάτιο και την ξαπλώσαμε σ' ένα καναπέ. Ήταν κάτασπρη και έτρεμε, αλλά δεν φαινότανε χτυπημένη. Πήγα στο ντουλάπι με τα ποτά και έβαλα σ' ένα μεγάλο ποτήρι μπράντυ, που η Αμέλια το κρατούσε για να τη βοηθήσει να το πιει.

- Τελείωσε; είπε κλαψουρίζοντας. Τι συνέβη;

- Φοβάμαι, πως έγινε κάποια ζημιά, κυρία Κάρμαν, της είπα. Τα παράθυρα έσπασαν και μερικά από τα γυαλικά σας έγιναν θρύψαλα. Φοβάμαι, πως και το τραπέζι άνοιξε στη μέση. Το
άνοιγμα όμως είναι ίσιο και ίσως να φτιάχνεται.

- Μα τι ήταν αυτό; είπε. Εκείνο το πρόσωπο!

Η Αμέλια κούνησε το κεφάλι της. Ο Μακ Αρθουρ βρήκε κάτι τσιγάρα μέσα σ' ένα ασημένιο κουτί και της έδωσε ένα. Εκείνη το άναψε με χέρια που έτρεμαν και φύσηξε τον καπνό με μια διακεκομμένη μακρόσυρτη εκπνοή.

- Δεν ξέρω, κυρία Κάρμαν. Δεν είμαι τόσο ειδική σαν μέντιουμ, αλλά ότι και να ήταν, ήταν πολύ ισχυρό. Συνήθως ένα πνεύμα κάνει αυτό που του λένε να κάνει. Τούτο ήθελε να μας
δείξει, πως δεν δίνει δεκάρα γι' αυτά που σκεφτόμαστε εμείς για λογαριασμό του.

- Όμως Αμέλια, είπα, είναι άραγε αυτό που δίνει στην Κάρεν Τάντυ όλους τους εφιάλτες;

Κούνησε το κεφάλι της.

- Έτσι νομίζω. Θέλω να πω, πως είναι τόσο δυνατό, που μπορεί να προξενεί ένα είδος παλμικής δόνησης μέσα σ' αυτό το διαμέρισμα. Και ίσως να είναι αυτό που δέχτηκε η Κάρεν στα όνειρά της. Όταν είσαι κοιμισμένος, είσαι πολύ δεκτικός στις παλμικές δονήσεις, όσο κι αν είναι αδύνατες και αυτές εδώ είναι πολύ πιο ισχυρές από οποιεσδήποτε έχω συναντήσει μέχρι τώρα. Υπάρχει κάτι εδώ, που εξουσιάζεται από πραγματικά μαγική δύναμη. Αναψα ένα τσιγάρο και σκέφτηκα για ένα λεπτό.

- Είπες, μαγική; ρώτησα την Αμέλια.

- Βεβαίως. Οποιοδήποτε πνεύμα μ' αυτό τον έλεγχο πάνω στον εαυτό του, θα πρέπει να είναι το πνεύμα κάποιου, που ήξερε από μαγεία όταν ζούσε. Μπορεί ακόμα να είναι ένα πρόσωπο,
που να ζει ακόμα και σήμερα και που μπορεί να περιφέρεται γύρω σαν πνεύμα, όταν οι άλλοι κοιμούνται. Έχει ξανασυμβεί αυτό.

- Για μένα αυτά είναι τρίχες, είπε ο Μακ Αρθουρ. Αν ήμουνα η κυρία Κάρμαν, θα πήγαινα το τραπέζι πίσω σ' αυτούς που το αγόρασα και θα τους ζητούσα τα ρέστα.

Χαμογέλασα. Ωραία ήταν να έχεις κοντά σου έναν άνθρωπο με ενδοιασμούς, έστω και αν αυτό δεν βοηθούσε και πολύ.

- Αμέλια, είπα. Αν θέλεις να πεις, πώς αυτό πού είδαμε απόψε ήταν το πνεύμα κάποιου μάγου, τότε υπάρχει κάποια συνοχή πολύ ενδιαφέρουσα. Χτες βράδυ είχα ρίξει τα χαρτιά Ταρό και
όλο έβγαινε ο Μάγος. Όπως και να τα έστρωνα, όσο και να τα ανακάτευα, πάντα τελείωνα με το ίδιο χαρτί, που ήταν ο Μάγος. Η Αμέλια τράβηξε τα καστανά μακριά μαλλιά της από τα μάτια της.

- Σ' αυτή την περίπτωση, πιστεύω, πως θα είναι σωστό, αν υποθέσουμε, ότι όποιος και να είναι αυτός, που κάνει αυτά τα πράγματα, ζωντανός ή νεκρός, πρέπει να είναι μάγος ή κάποιος που να μοιάζει με μάγο.

- Γιατρός μάγος; ρώτησε ο Μακ Αρθουρ.

- Μπορεί. Θέλω να πω, πως έμοιαζε σαν Αφρικανός. Όχι μόνο επειδή το ξύλο ήταν μαύρο, αλλά από τα χείλη του, θυμόσαστε;

Η κυρία Κάρμαν ανασηκώθηκε αρπάζοντας το ποτήρι με το μπράντυ.

- Λοιπόν, θα σας πω τι μου θυμίζει, είπε με αδύνατη φωνή. Μου θυμίζει έναν Ινδιάνο που είχα δει σ' ένα κατάστημα πούρων.

Ο Μακ Αρθουρ χτύπησε τα δάχτυλα του.

- Αυτό είναι... Ινδιάνος. Η καμπυλωτή μύτη, σωστά, τα χείλια και τα ψηλά ζυγωματικά. Δεν είναι μάγος - γιατρός. Είναι γιατρός, γιατρός των Ινδιάνων.

Η Αμέλια ένιωσε σα να φωτίστηκε ξαφνικά.

- Ακουστέ, είπε. Έχω ένα σωρό βιβλία για Ινδιάνους. Γιατί δεν πάμε σπίτι μου να δούμε τι μπορούμε να βρούμε γι' αυτούς τους γιατρούς; Κυρία Κάρμαν, αισθάνεστε καλύτερα τώρα;

- Ω, ναι, πηγαίνετε, είπε. Θα μείνω με τη γειτόνισσα μου απέναντι, την κυρία Ρούτλιτζ και αργότερα θα έρθουν και οι γονείς της Κάρεν. Αν νομίζετε, πως κάτι από αυτά μπορεί να βοηθήσει την καημένη την Κάρεν, τότε όσο γρηγορότερα πάτε, τόσο το καλύτερο.

- Κυρία Κάρμαν, είπε η Αμέλια, είσαστε ένας άγγελος.
- Όχι, ακόμα, ελπίζω, είπε χαμογελώντας η Κυρία Κάρμαν.Όχι ακόμα!

Γυρίσαμε στο ακατάστατο διαμέρισμα της Αμέλιας, στο Βίλλατζ. Περιτριγυρισμένοι από βιβλία, περιοδικά, ταπετσαρίες, πίνακες, παλιά καπέλα και μισό ποδήλατο, ψάχναμε μια ντουζίνα τόμους Ινδιάνικης γνώσης. Παραδόξως δεν υπήρχαν πολλά για τους γιατρούς, εκτός από μαγείες με άγρια βουβάλια, χορούς της βροχής και πολεμικές κραυγές. Από τα έντεκα βιβλία κανένα δεν μας έδωσε μια εξήγηση για την ξύλινη μάσκα θανάτου πάνω στο τραπέζι της κυρίας Κάρμαν.

- Ίσως πέσαμε έξω εντελώς, είπε η Αμέλια. Ίσως το πνεύμα να είναι κάποιου που ζει σήμερα. Θέλω να πω, πως μια καμπουριαστή μύτη δεν πρέπει οποιοδήποτε να είναι χαρακτηριστικό Ινδιάνου, μπορεί να είναι και Εβραίου.

- Στάσου ένα λεπτό, της είπα. Έχεις τίποτα άλλα Ιστορικά βιβλία, ή κάτι άλλο σχετικό, που να έχει κάποια παραπομπή για Ινδιάνους ή για γιατρούς των Ινδιάνων;

Η Αμέλια έψαξε σε κάτι ράφια με βιβλία και ήρθε με μια ιστορία των πρώτων αποίκων στις Ηνωμένες Πολιτείες και με τον πρώτο τόμο από μια τρίτομη μελέτη της Νέας Υόρκης.

Ανοιξα στα περιεχόμενα και κοίταξα για Ινδιάνους. Το βιβλίο των πρώτων άποικων δεν περιελάμβανε τίποτα περισσότερο από τις συνηθισμένες γενικότητες πάνω στον Ινδιάνικο πολιτισμό. Εκείνο τον πρώτο καιρό, οι άνθρωποι ενδιαφερότανε περισσότερο να αρπάξουν τη γη, παρά να μελετηθούνε τον πολιτισμό των Ιθαγενών. Αλλά το βιβλίο για τη Νέα Υόρκη είχε μια φωτογραφία, που μου έδωσε μεγαλύτερη συγκίνηση από εκείνη, που αισθάνθηκα, όταν ανακάλυψα το πλοίο του εφιάλτη της Κάρεν Τάντυ, στη βιβλιοθήκη.

Είχα ξαναδεί το σχέδιο αυτό και άλλοτε, σε σχολικά και ιστορικά βιβλία, αλλά μόνον τότε, εκείνη τη νύχτα στο διαμέρισμα της Αμέλια Κρούζο, κατάλαβα τη σημασία του. Ήταν το σκίτσο της άκρης ενός νησιού. Στην ακτή ήταν ένα μικρό σύμπλεγμα από σπίτια, ένα νερόμυλο και ένα κάστρο με ψηλό τοίχο, που είχε το σχήμα του σταυρού της Λορένης.Υπήρχαν πλοία αραγμένα βαθιά, κάνω, και δερμάτινες βάρκες με κουπιά στο πρώτοπλάνο.

Το μεγαλύτερο από τα πλοία ήταν πανομοιότυπο με το σκάφος, που είχε δει η Κάρεν Τάντυ στους εφιάλτες της και στην παραπομπή διάβασα: «Αποψη του Νέου Αμστερνταμ, 1651. Ο γενικός διευθυντής της Εταιρίας Dutch West India, έζησε σ' αυτή τη μικρή αλλά πολύ σημαντική αποικία». Έδωσα το βιβλίο στην Αμέλια.

- Κοίταξε αυτό, είπα. Αυτό είναι ακριβώς το πλοίο που ονειρεύτηκε η Κάρεν Τάντυ και κοίταξε, υπάρχουν μισή ντουζίνα Ινδιάνοι σ' αυτό το κανό. Έτσι ήταν ή Νέα Υόρκη τριακόσια είκοσι χρόνια πριν.

Μελέτησε την εικόνα προσεχτικά.

- Χάρρυ, είπε, μπορεί να είναι αυτό. Μπορεί να είναι αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Ας υποθέσουμε, πως υπήρχε ένας Ινδιάνος γιατρός στη Νέα Υόρκη ή στο Νέο Αμστερνταμ, τόσους αιώνες πριν, και ας υποθέσουμε, πως η Κάρεν δέχτηκε τους κραδασμούς του, στο ίδιο μέρος που ζούσε αυτός κάποτε.

- Σωστά, είπε ο Μακ Αρθουρ, ξύνοντας τα γένια του. Θα ήτανε κανένα ινδιάνικο χωριό στην 82η οδό στο Ήστ. Καμιά φορά μου φαίνεται πώς είναι ακόμα εκεί.

Σηκώθηκα και τέντωσα την πλάτη μου, που πονούσε.

- Τότε αυτή η υπόθεση για το «ντί μπούουτ» ταιριάζει. Αν αυτός ο νέος ήταν γιατρός, όταν οι Ολλανδοί ήρθαν στο Μανχάταν, τότε οι μόνες Ευρωπαϊκές λέξεις που θα έπρεπε να μάθει θα ήταν Ολλανδικές. «Ντί μπούουτ μιζνίιρ» Θα ήταν έκφραση, που θα έλεγε για κάποιο πλοίο. Και κρίνοντας από το όνειρο της Κάρεν, αυτός φοβότανε το πλοίο. Η ίδια μου είπε, πως της φαινόταν σαν ξένο πλοίο, σαν κάτι από τον Αρη. Και υποθέτω, πως κάπως έτσι θα είχε φαντάξει σ' έναν Ινδιάνο.

Η Αμέλια βρήκε ένα τσιγάρο σ' ένα τσαλακωμένο πακέτο και το άναψε.

- Αλλά γιατί είναι τόσο κακοήθης; ρώτησε. Θέλω να πω, τι σχέση έχει με όλα αυτά ο όγκος;

Χωρίς να το περιμένει κανείς ο Μακ Αρθουρ είπε:

- Το βρήκα.

Κοίταζε τόση ώρα μια μεγάλη σκονισμένη εγκυκλοπαίδεια, σημείωσε τη σελίδα και μου την έδωσε.

- Οι γιατροί, διάβασα δυνατά, ήταν πολύ συχνά ισχυροί μάγοι, που έλεγαν, ότι ήταν Ικανοί για φανταστικές, υπερφυσικές πράξεις. Πίστευαν πως ήταν αθάνατοι και δεν τους απειλούσε κάτι, μπορούσαν να αυτοκαταστραφούν, πίνοντας φλεγόμενο πετρέλαιο και να ξαναγεννηθούν σε οποιοδήποτε χρόνο ή τόπο στο μέλλον ή στο παρελθόν, γονιμοποιούμενοι στο κορμί ενός άντρα, γυναίκας ή ζώου. Τα μάτια της Αμέλιας άνοιξαν διάπλατα.

- Αυτό είναι όλο που λέει; με ρώτησε.

- Αυτό είναι όλο, της είπα. Μετά από αυτό προχωρεί στους χορούς της βροχής ξανά.

- Τότε σημαίνει πως η Κάρεν είναι...

- Έγκυος, είπα κλείνοντας το βιβλίο. Δηλαδή πρόκειται να γεννήσει έναν πρωτόγονο άγριο.

- Μα Χάρρυ, είπε η Αμέλια. Τι διάβολο μπορούμε να κάνουμε;

Ο Μακ Αρθουρ σηκώθηκε και πήγε στο ψυγείο να βρει μια μπύρα.

- Αυτό πού μπορείτε να κάνετε, είπε, είναι να περιμένετε μέχρι να εκκολαφθεί ο γιατρός και μετά να του δώσετε φλεγόμενο πετρέλαιο. Αυτό θα σας απαλλάξει απ' αυτόν.

- Αυτό είναι αδύνατον! του είπα. Ώσπου να γεννηθεί ο γιατρός η Κάρεν θα έχει πεθάνει.

- Το ξέρω, είπε ο Μακ Αρθουρ, σκυθρωπός, ρουφώντας τη μπύρα του. Δεν βρίσκω όμως τι άλλο θα μπορούσατε να κάνετε. Πήγα στο τηλέφωνο.

- Να σας πω, το πρώτο πράγμα που θα κάνω είναι να τηλεφωνήσω στο Νοσοκομείο. Ίσως ο Δρ. Χιούζ να έχει τίποτα άλλες ιδέες. Τουλάχιστον έχουμε μια θεωρία γι' αυτό τώρα, που από κάποια άποψη είναι κάτι περισσότερο από αυτό που είχαμε πριν δυο ώρες.

Πήρα τον αριθμό του Νοσοκομείου των Αδελφών της Ιερουσαλήμ, και ζήτησα τον Δρ. Χιούζ. Όταν απήντησε, ακουγότανε τόσο κουρασμένος, όσο ποτέ άλλοτε. Ήταν σχεδόν μία η ώρα το πρωί και θα έπρεπε να ήταν στο πόδι όλη τη μέρα.

- Δρ. Χιούζ; Εδώ Χάρρυ Έρσκιν!

- Τι θέλετε κύριε Έρσκιν; Έχετε τίποτα νέα από τα φαντάσματα σας;

- Βρήκα ένα μέντιουμ, Δρ. Χιούζ, και κάναμε μια συγκέντρωση απόψε στο διαμέρισμα της Κάρεν. Παρουσιάστηκε κάτι, Δρ. Χιούζ. Ένα πρόσωπο. Όλοι μας το είδαμε. Έμοιαζε με Ινδιάνο. Ψάξαμε διάφορα βιβλία πάνω στην Ιστορία των Ινδιάνων και τέτοια πράγματα, και νομίζουμε, πως μπορεί να είναι ένας Ινδιάνος γιατρός του 17ου αιώνα. Σύμφωνα μ' αυτά που γράφει ένα από τα βιβλία - σταθείτε - οι Ινδιάνοι γιατροί αν τους απειλούσε κάτι, μπορούσαν να αυτοκαταστραφούν πίνοντας φλεγόμενο πετρέλαιο και να ξαναγεννηθούν σε οποιοδήποτε χρόνο και τόπο, στο μέλλον ή στο παρελθόν, γονιμοποιούμενοι στο κορμί ενός άντρα, γυναίκας ή ζώου. Νομίζετε πως ταιριάζει αυτό, Δρ. Χιούζ;

Έγινε μια μεγάλη παύση από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.Ύστερα ο Δρ. Χιούζ είπε:

- Κύριε Έρσκιν, δεν ξέρω τι να πω. Αυτό ταιριάζει και πολύ καλά μάλιστα. Όμως αν είναι αλήθεια, τι μπορεί να κάνει ο οποιοσδήποτε για να καταστρέψει ένα τέτοιο πράγμα; Ο Δρ.
Σνάιθ έκανε περισσότερα τεστ σήμερα το απόγευμα και είναι ξεκάθαρο, πως αν κάνουμε κάτι για να βγάλουμε ή να σκοτώσουμε αυτό το έμβρυο, η Κάρεν Τάντυ θα πεθάνει. Το πράγμα αυτό έχει γίνει ένα αναπόσπαστο μέρος του νευρικού της συστήματος.

- Πως είναι τώρα γιατρέ; Βρήκε τις αισθήσεις της;

- Σχεδόν, αλλά δεν ανταποκρίνεται πάρα πολύ καλά. Αν αυτό το έμβρυο συνεχίσει να μεγαλώνει με την ίδια ταχύτητα, το μόνο που μπορώ να πω είναι πως θα πεθάνει μέσα σε δύο ή τρεις μέρες. Ο Δρ. Σνάιθ νομίζει, πως θα πεθάνει την Τρίτη.

- Τι είπε ο ειδικός γυναικολόγος;

- Τα έχει τόσο χαμένα όσο κι εμείς οι άλλοι, είπε ο Δρ. Χιούζ. Μας διαβεβαίωσε, ότι το έμβρυο δεν είναι ένα φυσιολογικό παιδί, αλλά συμφώνησε μαζί μου, ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός παρασιτικού οργανισμού με ταχύτατη ανάπτυξη. Αν πιστεύετε, πως αυτό είναι ένας γιατρός. Κύριε Έρσκιν, τότε η γνώμη σας είναι το ίδιο έγκυρη όσο και κάθε γνώμη που έχει εκφραστεί εδώ μέσα.

Η Αμέλια ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και σήκωσε τα φρύδια της ερωτηματικά.

- Πως είναι; ρώτησε.

Έβαλα το χέρι μου πάνω στο τηλέφωνο.

- Ασχημα. Οι γιατροί δεν πιστεύουν, πως θ' αντέξει μέχρι την Τρίτη.

- Και τι γίνεται εκείνο το πράγμα, ο γιατρός; ρώτησε η Αμέλια. Τι νομίζει; Μπορεί αυτό να μεγαλώσει και να επιζήσει; Θέλω να πω... Χριστέ μου!...

Μίλησα ξανά στον Δρ. Χιούζ.

- Δρ. Χιούζ, η φίλη μου εδώ ρωτάει, τι θα γίνει με το έμβρυο. Τι θα συμβεί στο έμβρυο. Ας υποθέσουμε, πω εξακολουθεί να ζει, όταν η Κάρεν Τάντυ πεθάνει. Τι θα το κάνετε;

Ο Δρ. Χιούζ δεν δίστασε καθόλου.

- Κύριε Έρσκιν, σ' αυτή την περίπτωση θα κάνουμε, αυτό που κάνουμε πάντα. Αν είναι παιδί και είναι φυσιολογικό και υγιές, θα κάνουμε το κάθε τι να το σώσουμε. Αν βγει τέρας, έχουμε ενέσεις, που μπορούν να το ξεκάνουνε ήσυχα και γρήγορα.

- Και αν είναι ένας γιατρός Ινδιάνος; ρώτησα άχαρα.
Δεν απήντησε αμέσως.

- Τι να σας πω, αν είναι γιατρός Ινδιάνος... δεν ξέρω. Αλλά δεν καταλαβαίνω, πως θα μπορούσε να είναι, κύριε Έρσκιν. Θέλω να στραφώ με κάποιον τρόπο προς τη μαγεία, αλλά πως γίνεται να γεννήσει έναν γερό Ινδιάνο τριακοσίων ετών; Θέλω να πω... ελάτε τώρα... ας σοβαρευτούμε.

- Δρ. Χιούζ, εσείς είσαστε εκείνος, που πρότεινε να προσπαθήσουμε να βρούμε, αν υπήρχε κάποια μαγεία σε όλα αυτά. Και εσείς είπατε, πως η γνώμη μου είναι το ίδιο έγκυρη, όπως και κάθε άλλου.

Ο Δρ. Χιούζ αναστέναξε.

- Το ξέρω, κύριε Έρσκιν. Λυπάμαι, αλλά πρέπει να το παραδεχτείτε, πως είναι αρκετά παράλογο.

- Παράλογο ή όχι, νομίζω πως πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι γι' αυτό.

- Τι προτείνετε; είπε κουρασμένα, ο Δρ. Χιούζ.

- Κάτι που είχατε συστήσει κάποτε, είχε αποτελέσματα, Δρ. Χιούζ. Είπατε ότι έπρεπε να φέρω έναν ειδικό και το έκανα. Τώρα νομίζω, πως πρέπει να ψάξω για έναν άλλον ειδικό..., κάποιον που να ξέρει περισσότερα από μας για τον Ινδιάνικο μυστικισμό και την Ινδιάνικη γνώση. Δώστε μου λίγο καιρό και κάποιον θα ξετρυπώσω. Πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει κάποιος στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρτ ή του Γιέιλ, που να ξέρει.

- Μπορεί, είπε ο Δρ. Χιούζ. Εντάξει, κύριε Έρσκιν. Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας και τη βοήθεια σας. Μην διστάσετε να μου τηλεφωνήσετε, αν υπάρχει κάτι άλλο που να θέλετε να μάθετε.

Ακούμπησα το ακουστικό του τηλεφώνου αργά. Η Αμέλια και ο Μακ Αρθουρ στεκότανε δίπλα μου χαμένοι κι αυτοί όσο κι εγώ, αλλά με μεγάλη όρεξη να βοηθήσουν και με πραγματικό ενδιαφέρον. Είχαν δει το πρόσωπο πάνω στο τραπέζι από ξύλο κερασιάς και είχαν πιστέψει, ότι κι αν ήταν το πνεύμα, είτε ένας Ινδιάνος γιατρός είτε ένα κακό φάντασμα του παρόντος, ήθελαν να με βοηθήσουν να το χτυπήσω.

- Αν με ρωτήσεις, είπε ο Μακ Αρθουρ, ο Ολλανδός θα κρατούσε τα είκοσι τέσσερα δολάρια του και θα άφηνε το Μανχάταν στους Ινδιάνους. Φαίνεται, πως οι αρχικοί ιδιοκτήτες ήρθαν να πάρουν την εκδίκηση τους.

Κάθισα και έτριψα τα μάτια μου.

- Έτσι φαίνεται, Μακ Αρθουρ. Τώρα ας πάμε να κοιμηθούμε. Έχουμε πολλά να κάνουμε αύριο.

Κεφάλαιο Τέσσερα
Μέσα από το Λυκόφως
Κάναμε τέσσερις ώρες να βρούμε τα ίχνη του Δρ. Έρνεστ Σνόου. Ένας φίλος της Αμέλιας ήξερε κάποιον στο Χάρβαρντ, που γνώριζε κάποιον άλλον, που ήτανε φοιτητής της ανθρωπολογίας και στη συνέχεια ο φοιτητής της ανθρωπολογίας μας γνώρισε τον Δρ. Σνόου.

Τα διαπιστευτήρια του ήταν εντυπωσιακά. Είχε γράψει πέντε μελέτες πάνω στις θρησκευτικές και τις μαγικές ιεροτελεστίες των Ινδιάνων και ένα βιβλίο με τίτλο «Τελετουργικές παραδόσεις των Χιντάτσα». Ευτυχώς, που έμενε κοντά στο Αλμπανυ, της Νέας Υόρκης.

- Λοιπόν, είπε ο Μακ Αρθουρ, μ' ένα χασμουρητό, εκείνο το σκοτεινό, συννεφιασμένο Κυριακάτικο πρωινό. Θα του τηλεφωνήσετε;

- Έτσι νομίζω, του είπα. Σκέφτομαι αν πράγματι έχουμε ακολουθήσει τα σωστά ίχνη σ' αυτή την υπόθεση.

- Τι θέλεις να πεις; ρώτησε η Αμέλια.

- Να, όλη αυτή η υπόθεση με τους Ινδιάνους. Δεν έχουμε στην πραγματικότητα καμιά μαρτυρία να τη στηρίξουμε. Επειδή το πρόσωπο στο τραπέζι έμοιαζε κάπως σαν ερυθρόδερμος, δεν σημαίνει, πως είναι λογική η σκέψη, πως θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι.

Η Αμέλια σήκωσε τους ωμούς της.

- Μα τότε, τι άλλο έχουμε για να προχωρήσουμε; Και μετά απ' όλα αυτά, δηλαδή ότι ξαναγεννιόνται! Έλα τώρα Χάρρυ, ας δοκιμάσουμε.

- Εντάξει, λοιπόν, ας προχωρήσουμε, είπα και πήγα στο τηλέφωνο. Κάλεσα τον αριθμό του Δρ. Σνόου και το άκουγα που καλούσε. Πήρε αρκετή ώρα για ν' απαντήσει.

- Εδώ Σνόου, είπε μια ξερακιανή σκληρή φωνή.

- Δρ. Σνόου, με συγχωρείτε που σας ενοχλώ Κυριακάτικα, αλλά όταν σας πω γιατί σας τηλεφωνώ, ελπίζω να με καταλάβετε. Λέγομαι Χάρρυ Έρσκιν και είμαι επαγγελματίας χαρτομάντης.

- Τι είπατε; είπε ο Δρ. Σνόου. Δεν φαινόταν και πολύ κεφάτος.

- Λέω την τύχη. Εργάζομαι στη Νέα Υόρκη.

Έγινε μια παύση όλο αναμονή και μετά ο Δρ. Σνόου είπε:

- Κύριε Έρσκιν, πολύ ευγενικό εκ μέρους σας να μου τηλεφωνείτε Κυριακή πρωί, για να μου πείτε αυτά τα πράγματα. Αλλά δεν καταλαβαίνω τι το ιδιαίτερα βιαστικό υπάρχει με το να είναι κανείς χαρτομάντης.

- Πρόκειται για το έξης, Δρ. Σνόου. Έχω μια πελάτισσα που τώρα βρίσκεται στο νοσοκομείο, μια νέα κοπέλα, και είναι πολύ άρρωστη. Έχει ένα είδος όγκου στο πίσω μέρος του λαιμού της
και οι γιατροί τα έχουν χαμένα.

- Λυπάμαι που τ' ακούω, είπε ο Δρ. Σνόου, αλλά δεν καταλαβαίνω καθόλου τι σχέση μπορεί να έχει αυτό μ' εμένα. Είμαι καθηγητής της Ανθρωπολογίας, όχι της ιατρικής.

- Γι' αυτό ακριβώς σας τηλεφωνώ, Δρ. Σνόου. Βλέπετε, πιστεύω, πως η πελάτισσα μου έχει χρησιμοποιηθεί σαν μέσο για να βοηθήσει στη μετενσάρκωση ενός Ινδιάνου γιατρού. Νομίζω, πώς αυτός ο όγκος στο λαιμό της είναι το έμβρυο κάποιου Ερυθρόδερμου. Έχετε ακούσει γι αυτούς, δεν έχετε; Γι' αυτούς που πίνουν φλογισμένο πετρέλαιο και ξαναγεννιόνται στο παρελθόν ή στο μέλλον.

Αυτή τη φορά έγινε μια παύση μεγαλύτερη. Μετά ο Δρ. Σνόου είπε:

- Μιλάτε σοβαρά, κύριε...

- Έρσκιν.

- Κύριε Έρσκιν, ξέρετε καλά τι λέτε; Θέλετε να μου πείτε, πως υπάρχει κάποιος στη Νέα Υόρκη σήμερα, ζωντανός τώρα, που κυοφορεί έναν Ινδιάνο γιατρό σε μετενσάρκωση;

- Έτσι ακριβώς είναι, κύριε Σνόου.

- Δεν μου λέτε, φάρσα μου κάνετε; Οι φοιτητές μου, μου κάνουν συχνά τέτοιες φάρσες.

- Το καταλαβαίνω αυτό, κύριε. Αλλά αν μπορείτε να μου δώσετε την ευκαιρία να έρθω να κουβεντιάσουμε για μισή ώρα...νομίζω, πως θα καταλάβετε, πως δεν αστειεύομαι. Αν θέλετε πληροφορίες για μένα, μπορείτε να τηλεφωνήσετε στον Δρ. Χιούζ στο Νοσοκομείο των Αδελφών της Ιερουσαλήμ. Ότι κάνουμε, το κάνουμε με την έγκριση του.

- Κάνουμε;

- Μάλιστα, εγώ και δυο φίλοι. Η μία είναι γυναίκα και είναι μέντιουμ.

Μπορούσα σχεδόν να δω τον Δρ. Σνόου από την άλλη άκρη της γραμμής να είναι αναστατωμένος. Η Αμέλια και ο Μακ Αρθουρ με κοιτούσαν με νευρικότητα καθώς περίμενα την απάντηση του.

- Εντάξει, είπε αποφασιστικά. Υποθέτω, πως θα θέλετε να έρθετε να με δείτε σήμερα κιόλας.

- Όσο το δυνατόν γρηγορότερα, Δρ. Σνόου. Καταλαβαίνω, πως σας αναστατώνω πραγματικά, αλλά το κορίτσι πεθαίνει.

- Ω, δεν με αναστατώνετε. Σήμερα έρχεται η αδελφή της γυναίκας μου και όσο λιγότερο την δω, τόσο το καλύτερο. Ελάτε, όποτε θέλετε.

- Σας ευχαριστώ, Δρ. Σνόου.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Ήταν πολύ απλό. Πάντοτε απορούσα, για το πόσο γρήγορα οι άνθρωποι δέχονται τη μαγεία και το υπερφυσικό, μόλις έχουν κάποια μαρτυρία μπροστά στα μάτια τους. Ίσως ο Δρ. Σνόου να είχε διαβάσει για χρόνια γύρω από τους Ινδιάνους γιατρούς και τη μετενσάρκωση, χωρίς στην πραγματικότητα να πιστεύει, πως ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά μόλις κάποιος παρουσιαζότανε και του έλεγε πως συνέβη αυτό στα αλήθεια, ήταν έτοιμος να το δεχτεί χωρίς ενδοιασμούς.

Εν πάσει περιπτώσει, άρπαξα τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου και φόρεσα το παλτό μου.

- Ποιος θα έρθει μαζί μου στο Αλμπανυ; ρώτησα.

Η Αμέλια και ο Μακ Αρθουρ σηκώθηκαν και οι δυο να ετοιμαστούν.

- Δεν θέλω να το παραδεχτώ, είπε ο Μακ Άρθουρ, αλλά αυτή η διαβολεμένη δουλειά, έχει πολύ πιο ενδιαφέρον από το να πουλάς πινακίδες.

Ο Δρ. Σνόου έμενε σ' ένα μικρό, συμμαζεμένο σπίτι από τούβλα, στα περίχωρα του Αλμπανυ. Ήταν περιτριγυρισμένο από σκούρα πένθιμα κυπαρίσσια και στα παράθυρα του κρεμότανε κιτρινωπές δαντέλες. Ο ουρανός ήταν απειλητικός και μολυβένιος, καθώς οδηγούσα πάνω στο παχύ λασπωμένο χιόνι και φυσούσε ένας επίμονος παγωμένος αέρας από τα βορειανατολικά. Μια παράξενη σιωπή βασίλευε γύρω, σαν τη σιωπή που κάνουν τα παιδιά που περιμένουν ένα δάσκαλο, που τον φοβούνται.

Σταθήκαμε στην εξώπορτα τρίβοντας τα χέρια μας για να κυκλοφορήσει το αίμα και χτύπησα το κουδούνι. Ακούστηκε ένα βαθύ ντίνγκ - ντόνγκ μέσα στα άδυτα του παλιού σπιτιού. Η πόρτα άνοιξε και ο Δρ. Σνόου στάθηκε μπροστά μας. Ήταν ίνας ψηλός, κυρτός άντρας με άσπρα κοντά κομμένα μαλλιά και με χρυσά γυαλιά. Φορούσε ένα καφέ κουστούμι με ξεχειλωμένες τσέπες και φαρδιές, μαλακές παντόφλες.

- Ο κύριος Έρσκιν; είπε. Περάστε μέσα παρακαλώ.

- Χωθήκαμε στο σκοτεινό διάδρομο. Στην ατμόσφαιρα υπήρχε μια δυνατή μυρωδιά από βερνίκι λεβάντας και κάπου εκεί σε μια γωνιά ήταν ένα ξύλινο εκκρεμές που χτυπούσε.

Βγάλαμε τα παλτά μας και ο Δρ. Σνόου μας οδήγησε μέσα σ' ένα παγωμένο δωμάτιο. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένες άγριες Ινδιάνικες μάσκες, που έρχονταν σε μεγάλη αντίθεση με την Εγγλέζικη φινέτσα μερικών γυάλινων μπιμπελό.

- Καθίστε, είπε ο Δρ. Σνόου. Παρακαλώ εξηγείστε μου περί τίνος πρόκειται. Η σύζυγος μου θα σας φέρει σε λίγο καφέ. Λυπάμαι, αλλά δεν πίνουμε ποτέ οινοπνευματώδη ποτά σ' αυτό το
σπίτι.

Ο Μακ Αρθουρ μόλις τ' άκουσε αυτό κατσούφιασε. Μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε ένα μπουκάλι ουίσκι, αλλά από ευγένεια δεν ζήτησε να του επιτρέψουν να βγει και να πάει να το πάρει.

Ο Δρ. Σνόου κάθισε σε μια σκληρή καλαμένια καρέκλα και σταύρωσε τα χέρια του. Η Αμέλια κι εγώ μοιραστήκαμε ένα σκληρό καναπέ και ο Μακ Αρθουρ βολεύτηκε σ' ένα κάθισμα κοντά στο παράθυρο, για να μπορεί να βλέπει έξω τα χιονισμένα δέντρα.

Όσο πιο σύντομα μπορούσα, εξήγησα στον Δρ. Σνόου την κατάσταση της Κάρεν Τάντυ και του είπα για τη συγκέντρωση, που είχαμε την προηγούμενη νύχτα. Ακουγε με πολύ ενδιαφέρον. Που και που με ρωτούσε για την Κάρεν, τη θεία της και για τη μορφή πού παρουσιάστηκε στο τραπέζι από ξύλο κερασιάς της κυρίας Κάρμαν.

Όταν τελείωσα, κάθισε για ένα διάστημα με τα χέρια του σφιγμένα και σκεφτότανε. Μετά είπε:

- Από αυτά που μου είπατε κύριε Έρσκιν, η περίπτωση της άτυχης αυτής κοπέλας μοιάζει για πραγματική. Νομίζω, πως έχετε δίκιο. Υπάρχει μόνο μία ακόμη περίπτωση που αναφέρει
πως ένα πρόσωπο είχε εκλεγεί για να φιλοξενήσει το ξαναγέννημα ενός τέτοιου Ινδιάνου γιατρού κι αυτό συνέβη το 1851 στο Φόρτ Μπέρτχολντ, στο άνω Μιζούρι, σ' αυτή τη φυλή των Ινδιάνων Χιντάτσα. Μια μικρή Ινδιάνα είχε ένα πρήξιμο στο μπράτσο της, που σύντομα έγινε τόσο μεγάλο πού κόντεψε να την σκεπάσει ολόκληρη και πέθανε. Από το πρήξιμο βγήκε ένας κανονικός και τέλεια μεγαλωμένος άντρας, που είπαν πως ήταν μάγος στην ίδια φυλή πριν πενήντα χρόνια. Δεν υπάρχουν πολλά ντοκουμέντα για να υποστηρίξουν αυτή τη μαρτυρία και το αληθινό της ιστορίας- έτσι μέχρι σήμερα θεωρείται μύθος ή ιστορία φανταστική. Ακόμα κι εγώ έτσι το έχω ονομάσει στο βιβλίο μου για τους Χιντάτσα. Οι παράλληλοι όμως της δικής σας δεσποινίδος Τάντυ, φαίνεται να σμίγουν κάπου και δεν μπορώ να καταλάβω τι άλλο θα μπορούσε να είναι. Υπάρχουν επίσης ιστορίες στη φυλή των Κιόβα που λένε, πως οι γιατροί αυτοί μπορούσαν να παρουσιάζονται σαν δέντρα και να μιλάνε στους ανθρώπους της φυλής. Φαίνεται, πως τα δέντρα και το ξύλο έχουν μια κρυφή δύναμη ζωής εντελώς δική τους, που οι γιατροίήτανε σε θέση να χρησιμοποιούν για τους δικούς τους τους σκοπούς. Γι' αυτό, λοιπόν, πιστεύω την ιστορία σας, του τραπεζιού
από ξύλο κερασιάς. Στην αρχή νόμιζα, πως θέλατε να μου κάνετε φάρσα, αλλά η μαρτυρία σας είναι συντριπτικά πειστική.

- Λοιπόν, εσείς το πιστεύετε; ρώτησε η Αμέλια, σηκώνοντας τα μαλλιά της που είχαν πέσει στα μάτια της.

Ναι, είπε ο Δρ. Σνόου, κοιτάζοντας την διαπεραστικά μέσα από τα γυαλιά του. Βεβαίως και το πιστεύω. Μάλιστα μπήκα στον κόπο να κάνω αυτό που μου ζητήσατε και τηλεφώνησα στον Δρ. Χιούζ στο Νοσοκομείο. Μου επιβεβαίωσε αυτά που μου είπατε. Μου είπε, επίσης, πως η κατάσταση της δεσποινίδος Τάντυ είναι κρίσιμη και ότι οτιδήποτε μπορούσε να κάνει ο οποιοσδήποτε για να την σώσει, θα ήταν πολύ σημαντικό.

- Δρ. Σνόου, είπα. Υπάρχει κανένας τρόπος να χτυπήσουμε αυτόν τον Ινδιάνο γιατρό; Υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε για να τον καταστρέψουμε, πριν αυτός σκοτώσει την Κάρεν Τάντυ;

Ο Δρ. Σνόου έσμιξε σκεφτικός τα φρύδια του.

- Εκείνο που πρέπει να καταλάβετε, κύριε Έρσκιν, είναι, πως η μαγεία των Ινδιάνων ήταν πάρα πολύ ισχυρή και εφικτή από πολύ μεγάλη απόσταση. Δεν ξεχώριζαν το φυσικό από το υπερφυσικό και κάθε Ινδιάνος έβλεπε τον εαυτό του σε διαρκή επαφή με τα πνεύματα που δεσπόζανε και κυβερνούσανε την ύπαρξή του. Οι Ινδιάνοι ξοδεύανε τόσο καιρό σε θρησκευτικές ιεροτελεστίες και πνευματιστικές συγκεντρώσεις, όσο και για να τελειοποιήσουν τις Ικανότητες τους στο κυνήγι. Το θεωρούσανε σημαντικό να μπορούν να κυνηγάνε άγριοβούβαλα με τέχνη και επιδεξιότητα, αλλά συγχρόνως πίστευαν, πως μόνο τα πνεύματα θα τους δίνανε δύναμη και θάρρος για να τα βγάζουν πέρα μέχρι το τέλος του κυνηγιού. Οι Ινδιάνοι επιζητούσανε οράματα, κάνανε τελετουργίες, ήτανε βαθιά αφοσιωμένοι και παρακολουθούσανε τις τελετές τους με μεγάλη ευλάβεια, γιατί πιστεύανε πως μ' αυτό τον τρόπο θα ερχότανε σε επαφή με τον αόρατο κόσμο. Ήταν πράγματι, μία από τις μεγαλύτερες κοινωνίες μαγείας της νέας εποχής. Μεγάλο μέρος των γνωστών μυστικών τους έχει χαθεί στις ήμερες μας, αλλά δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είχανε αληθινές και εντελώς εξαιρετικές δυνάμεις.

Η Αμέλια τον κοίταξε.

- Θέλετε να πείτε, Δρ. Σνόου, πως δεν υπάρχει κανείς, που να έχει αρκετή μαγική δύναμη για να μπορέσει να νικήσει αυτόν τον Ινδιάνο γιατρό;

Ο Δόκτωρ κούνησε το κεφάλι του.

- Φοβάμαι, πως καταλάβατε σωστά. Και αν αυτός ο γιατρός είναι τριακοσίων ετών, τότε έρχεται από μια εποχή, πού ή μαγεία στους Ινδιάνους ήταν εκπληκτικά ισχυρή. Τότε ήταν καθαρά εθνική Τέχνη η μαγεία, ανεπηρέαστη από τις Ευρωπαϊκές προκαταλήψεις και χωρίς καμιά Χριστιανική επίδραση. Τα μαγικά πνεύματα της Νότιας Αμερικής, την εποχή των πρώτων αποίκων, ήταν ένα εκατομμύριο φορές πιο ισχυρά και επικίνδυνα από κάθε δαίμονα ή διάβολο στην Ευρώπη. Βλέπετε ένα πνεύμα μπορεί να πετύχει τη μαγεία του στους ανθρώπους, χρησιμοποιώντας για ενδιάμεσο άντρες και γυναίκες, που πιστεύουν σ' αυτά ή τα καταλαβαίνουν. Τα πνεύματα έχουν μια ανεξήγητη ύπαρξη, αλλά δεν μπορούν να έχουν υλική δύναμη στο δικό μας υλικό κόσμο, εκτός και αν τα έχουν καλέσει συνειδητά ή υποσυνείδητα. Και αν κάποιος δεν πιστεύει σ' ένα ειδικό πνεύμα, ή δεν το καταλαβαίνει, αυτό το πνεύμα δεν καλείται από πουθενά και έτσι μένει φυλακισμένο, δεν ελευθερώνεται. Οι δαίμονες της Ευρώπης ήταν αξιοθρήνητοι σε σύγκριση με τους δαίμονες των Ερυθρόδερμων. Όλοι ήταν... ή είναι, αν πιστεύετε ακόμα σ' αυτούς, η αντίθεση στα αγαθά και ιερά αξιώματα του Χριστιανισμού. Στον Εξορκιστή, η ιστορία χρησιμοποιεί το δαίμονα Παζούζου, την προσωποποίηση της κακής και αρρωστημένης υγείας. Για τον Ερυθρόδερμο, ένας τέτοιος δαίμονας θα ήταν γελοίος -- δεν θα μπορούσε να τον τρομάξει περισσότερο από ένα κοπρόσκυλο. Η όλη σύλληψη της ζωής και της υγείας, η έννοια της φυσικής υπάρξεως ήταν όλα μαζί συνδεδεμένα ισοδύναμα στο μυαλό του Ερυθρόδερμου και αυτό ήταν που έκανε αυτό το μυαλό, ένα απίστευτο ον με τερατώδεις δυνάμεις. Κατά την αντίληψη μου, η πραγματική παρακμή των Ερυθρόδερμων οφείλεται, όχι τόσο πολύ στο δόλο και την απληστία των λευκών, αλλά στη διάβρωση των μαγικών δυνάμεων αυτών των γιατρών. Όταν οι ερυθρές φυλές είδαν τα επιστημονικά θαύματα των λευκών, εντυπωσιαστήκανε υπερβολικά και χάσανε την πίστη στη δική τους μαγεία. Υπάρχει ή άποψη, πως αυτή η μαγεία, αν είχε χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, θα μπορούσε να τους είχε σώσει.

Η Αμέλια διέκοψε τον δόκτορα με μιαν ερώτηση.

- Όσον όμως αφορά τον Ινδιάνο γιατρό της Κάρεν Τάντυ; Τι υποθέτετε πως έκανε; Θέλω να πω γιατί θέλησε να ξαναγεννηθεί;

Ο Δρ. Σνόου έξυσε το αυτί του αμήχανα.

- Είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Από ότι μου είπατε για το όνειρο που είδε με το Ολλανδέζικο πλοίο, έχω την αμυδρή εντύπωση, πως ο Ινδιάνος γιατρός ή μάλλον η ύπαρξη του γενικά, απειλήθηκε από τους Ολλανδούς αποίκους, που ήρθαν στο Μανχάταν. Ίσως αυτός ο Ινδιάνος γιατρός να προσπάθησε να προφυλάξει την υπόλοιπη φυλή του, για να μην πουλήσουν το νησί τόσο φτηνά. Με το είδος των μαγικών δυνάμεων, που αυτοί οι γιατροί είχαν την κυριότητα τους, μπορεί να ήταν σε θέση να δει πόσο οργανική θα ήταν η κατάκτηση του Μανχάταν από τους λευκούς στην εν γένει εξέλιξη της Αμερικής των λευκών.
Είναι επίσης δυνατόν, επειδή οι Ολλανδοί ήταν αυστηρά Καλβινιστές, να θεωρούσαν αυτόν το γιατρό, σαν μια κακή επίδραση και να προσπαθούσανε να τον εξοντώσουν. Ότι και να συνέβη,
εν πάσει περιπτώσει, είναι φανερό ότι σκέφτηκε, πως ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει, ήταν να εγκαταλείψει το δέκατο έβδομο αιώνα, στον όποιο ζούσε και να εμφανισθεί ξανά σε κάποια άλλη εποχή. Δεν μπορώ να πιστέψω πως διάλεξε έτσι στην τύχη την Κάρεν Τάντυ. Ίσως αυτή για κάποιο λόγο, να θεωρήθηκε ο κατάλληλος δέκτης να φιλοξενήσει τη μετενσάρκωση και την εκ νέου γέννηση του, στον κατάλληλο χρόνο και τόπο.

- Δρ. Σνόου, τον ρώτησα. Αν εμείς δεν είμαστε σε θέση να αγωνιστούμε ενάντια σ' αυτό τον Ινδιάνο γιατρό, τότε μήπως έχετε καμιά Ιδέα ποιος θα μπορούσε να το κάνει; Δηλαδή, υπάρχει κάποιος ή δεν υπάρχει απολύτως κανένας, που θα μπορούσε να συσσωρεύσει τόση δύναμη, ώστε να τον καταστρέψει ολοκληρωτικά;

Ο Δρ. Σνόου φάνηκε σκεπτικός.

- Αυτή είναι μια τόσο ασυνήθιστη περίπτωση, που θα ευχόμουνα να μην είχε συμβεί στη ζωή μιας νέας κοπέλας. Σκεφτείτε μόνο αυτό, κύριε Έρσκιν, ότι σε διάστημα δύο ή τριών ήμερων
θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε πραγματικά έναν τέτοιον Ινδιάνο γιατρό, που ζει και αναπνέει σε μια άλλη εποχή, στο πολύ μακρινό παρελθόν της Αμερικής. Θα ήταν εντελώς εγκληματικό, να σκεφτούμε να τον καταστρέψουμε.

Ο Μακ Αρθουρ γύρισε απότομα πάνω στο κάθισμα του, που ήταν κοντά στο παράθυρο.

- Όλοι ξέρουμε τα θαύματα της ανθρωπολογίας, Δρ. Σνόου, αλλά εδώ προσπαθούμε να σώσουμε μιαν ανθρώπινη ζωή. Η Κάρεν Τάντυ δεν ζήτησε να μεγαλώσει μέσα της αυτό το μάγο γιατρό. Νομίζω, πως είναι δική μας δουλειά να κάνουμε ότι μπορούμε για να τη σώσουμε.

- Ναι, το ξέρω, είπε ο Δρ. Σνόου. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να το πετύχουμε.

- Και ποιος είναι αυτός; ρώτησε η Αμέλια. Είναι δύσκολος;

- Μάλλον, και επικίνδυνος. Βλέπετε, το μόνο πρόσωπο, που μπορεί να χτυπήσει έναν Ινδιάνο γιατρό, είναι ένας άλλος Ινδιάνος γιατρός. Υπάρχουν ένας - δυο σε μερικές από αυτές τις
κατασκηνώσεις, που έχουν ακόμα οι Ινδιάνοι. Κανένας όμως απ' αυτούς δεν μπορεί να είναι τόσο ισχυρός όσο αυτός που έχουμε τώρα. Ίσως να ξέρουν μερικές από τις παλιές τελετουργίες, αλλά είναι αμφίβολο αν θα μπορούν να έχουν τις ίδιες ικανότητες και την ίδια δύναμη. Κι αν δε μπορέσουνε να τον χτυπήσουνε, αν δε μπορέσουνε να τον σκοτώσουνε, αναπόφευκτα θα σκοτωθούν οι ίδιοι.

- Μα, σταθείτε ένα λεπτό, είπα. Αυτός ο Ινδιάνος γιατρός βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, ως προς την εκ νέου γέννηση του. Δεν έχει ακόμα τελειοποιηθεί σε σχήμα και είναι λογικό να μην
είναι τόσο ισχυρός όσο θα μπορούσε να είναι αν είχε αναπτυχθεί εντελώς. Αν μπορούσαμε να βρούμε τώρα έναν άλλον τέτοιο γιατρό, θα μπορούσαμε να τον σκοτώσουμε πριν ακόμα βγει.

- Θα είναι πολύ επικίνδυνο, είπε ο Δρ. Σνόου. Όχι μόνο για τους δικούς μας γιατρούς, αλλά και για το κορίτσι. Μπορεί να πεθάνουν και οι δύο.

- Δόκτωρ, είπα, αυτή θα πεθάνει έτσι κι αλλιώς.

- Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Πως όμως θα πείσουμε ένα φτωχό γέρο Ινδιάνο, που ζει στις κατασκηνώσεις αυτές, να βάλει σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή για ένα λευκό κορίτσι, που ούτε καν το γνωρίζει;

- Να τον δωροδοκήσουμε, είπε ο Μακ Αρθουρ.

- Με τι; ρώτησε ή Αμέλεια.

- Ίσως θα πρέπει να μιλήσουμε στους γονείς της Κάρεν Τάντυ, πρότεινα εγώ. Θα έχουνε φτάσει τώρα. Φαίνεται, πως είναι πολύ πλούσιοι και υποθέτω πως γύρω στα δύο χιλιάδες δολάρια, θα τακτοποιούσαν την υπόθεση. Δρ. Σνόου, πιστεύετε, πως μπορείτε να βρείτε ένα τέτοιον Ινδιάνο γιατρό;

Ο Δρ. Σνόου έτριψε το σαγόνι του.

- Ω, αυτό δεν θα είναι και πολύ δύσκολο. Έχω ένα φίλο στη Νότιο Ντακότα, που θα μπορούσε ν' ανακαλύψει κάποιον. Θα πρέπει, φυσικά, να πληρώσουμε τα εισιτήρια στο γιατρό να έρθει
αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη, αν δεχτεί να το κάνει.

- Νομίζω, πως το καλύτερο είναι να μιλήσουμε τώρα αμέσως στους γονείς της Κάρεν Τάντυ, είπα. Αλλωστε έχουν το δικαίωμα να μάθουν τι γίνεται και σίγουρα θα χρειαστούμε ορισμένα
χρήματα. Δρ. Σνόου, μπορώ να σας ζητήσω μια χάρη;

- Βεβαίως, είπε ο Δρ. Σνόου. Αυτή ή περίπτωση με μαγεύει και θα αισθανόμουνα ιδιαίτερα προνομιούχος, αν μπορούσα να βοηθήσω.

- Θα μπορούσατε να τηλεφωνήσετε στο φίλο σας στη Νότια Ντακότα και να του ζητήσετε να αρχίσει να ψάχνει για τον πιο ισχυρό ινδιάνο γιατρό, που θα μπορούσε να βρει; Μετά αν οι γονείς της Κάρεν Τάντυ συμφωνηθούνε να τον φέρουμε, θα είμαστε τουλάχιστον έτοιμοι. Θα μπορούσατε να του τηλεφωνήσετε;

- Ευχαρίστως, είπε ο Δρ. Σνόου.

Φύγαμε από το σπίτι του Δρ. Σνόου γύρω στις πέντε. Είχε ήδη νυχτώσει και ο αέρας μας χτύπησε το πρόσωπο, σα να άδειασε πάνω μας ένας κουβάς γεμάτος ξυραφάκια. Οδηγούσα μέσα στο παράξενο ημίφως του καταχιονισμένου τοπίου. Ήμασταν κουρασμένοι και παγωμένοι, αλλά περισσότερο αποφασισμένοι να σώσουμε την Κάρεν Τάντυ από το μυστηριώδη εχθρό, που είχε θρονιαστεί στο κορμί της. Το πρώτο πράγμα που ήθελα να κάνω μόλις γυρίσαμε στη Νέα Υόρκη, ήταν να πάω να δω πως είναι και να ρωτήσω τον Δρ. Χιούζ να μου πει πόσο καιρό ζωής της έδινε ακόμα. Ίσως δεν χρειαζότανε να κάνουμε όλα αυτά τα έξοδα να φέρουμε τον Ινδιάνο γιατρό από τη Νότια Ντακότα, αν η Κάρεν είχε πεθάνει ή ήτανε στα τελευταία της.

- Ξέρετε κάτι, είπε ο Μακ Αρθουρ και ξάπλωσε τα πόδια του αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα της Κούγκαρ. Νομίζω πως υπάρχει μέσα σ' όλα αυτά ιστορική δικαιοσύνη. Θέλω να πω, λυπάμαι για την Κάρεν, αλλά όπως σπέρνει κανείς, θερίζει. Έτσι δεν είναι;

Η Αμέλια γύρισε προς τα πίσω και του χαμογέλασε βιασμένα.

- Μακ Αρθουρ, είπε, λατρεύω τα γένια σου, λατρεύω το κορμί σου, αλλά η φιλοσοφία σου είναι για τα πανηγύρια.

Αφησα την Αμέλια και τον Μακ Αρθουρ στο Βίλλατζ και μετά κατευθύνθηκα στο Νοσοκομείο των Αδελφών της Ιερουσαλήμ για να μάθω για την Κάρεν. Ήμουνα πτώμα όταν έφτασα εκεί και πήγα στην τουαλέτα να πλύνω το πρόσωπο μου και να χτενίσω τα μαλλιά μου. Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, είδα πως ήμουνα χλωμός, κουρασμένος και αδύνατος. Σκεφτόμουνα πως θα έβρισκα τη δύναμη να πολεμήσω έναν Ινδιάνο γιατρό από το χρυσό αιώνα της ινδιάνικης μαγείας.

Βρήκα τον Δρ. Χιούζ στο γραφείο του να διαβάζει μία στοίβα από αναφορές στο φως της λάμπας του γραφείου του.

- Κύριε Έρσκιν, είπε, γυρίσατε; Πως τα πήγατε;
Κατάρρευσα πάνω στην καρέκλα απέναντι του.

- Νομίζω, πως ξέρουμε τουλάχιστον τι συμβαίνει. Το αν θα μπορέσουμε να το πολεμήσουμε... αυτό είναι άλλο θέμα.

Ακουγε προσεχτικά, καθώς του εξηγούσα αυτά που είπε ο Δρ. Σνόου. Του είπα, επίσης, πως προσπαθούμε να βρούμε έναν αντίπαλο γιατρό, που να έρθει αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη.

Ο Δρ. Χιούζ σηκώθηκε από την καρέκλα του και πήγε στο παράθυρο. Κοίταξε κάτω τα φώτα των αυτοκινήτων, που Έφτιαχναν ατέλειωτες γραμμές και τις πρώτες νιφάδες ενός καινούργιου χιονιού που άρχισε να πέφτει.

- Εύχομαι στο Θεό να μην διαρρεύσει τίποτα από όλα αυτά στις εφημερίδες, είπε. Είναι δύσκολο, βέβαια, οι ειδικοί και οι χειρουργοί θα το κρατήσουν μυστικό, όσοι τουλάχιστον έχουν ανακατευτεί σ' αυτή την υπόθεση. Για σκέψου το, όμως, ο δεύτερος ή τρίτος στον κόσμο ειδικός στους όγκους, να πρέπει να φέρει έναν ερυθρόδερμο από τις πεδιάδες της Νότιας Ντακότα, κάποιον από αυτούς τους φολκλορικούς αρτίστες, που έχουν ζωγραφίσει επάνω τους σταυρωτά κόκαλα, επειδή δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα ο ίδιος με έναν όγκο!

- Μα, το ξέρετε καλά, όσο κι εγώ, πως αυτός δεν είναι ένας συνηθισμένος όγκος, είπα. Και δεν μπορείτε να καταπολεμήσετε ένα μαγικό όγκο με τις συνηθισμένες μεθόδους. Η απόδειξη γι'
αυτό που κάνετε θα είναι η θεραπεία του όγκου αυτού.

Ο Δρ. Χιούζ κοίταξε μακριά έξω από το παράθυρο.

- Κι αν υποθέσουμε, πως δεν θεραπευτεί; Τι θα πω τότε; Έφερα έναν ερυθρόδερμο γιατρό, αλλά και αυτός βγήκε άχρηστος;

- Δρ. Χιούζ...!

- Εντάξει, κύριε Έρσκιν. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό πάνω σ' αυτό. Έχω δει πάρα πολλούς όγκους στη ζωή μου και ξέρω, πως αυτός δεν είναι μια συνηθισμένη περίπτωση. Πιστεύω στη θεωρία σας για τους Ινδιάνους. Δεν ξέρω γιατί το πιστεύω, αλλά δε βρίσκω άλλη λογική εξήγηση. Κανείς από τους συνεργάτες μου δεν έχει ποτέ άλλοτε, ούτε δει, ούτε φανταστεί τέτοια τρομερή κατάσταση.

- Πώς είναι τώρα γιατρέ; τον ρώτησα. Ο όγκος συνεχίζει να μεγαλώνει;

- Θέλετε να δείτε μόνος σας; είπε. Είναι πολύ χειρότερα από χτες που την είδατε για τελευταία φορά.

- Αν μπορώ. Θα προσπαθήσω να μην την αναστατώσω, όπως την τελευταία φορά.

Χωρίς να μιλάμε, πήραμε το ασανσέρ για το 10ο πάτωμα. Φορέσαμε τις μάσκες και τις ρόμπες. Αμίλητοι κατεβήκαμε το διάδρομο για το δωμάτιο της Κάρεν Τάντυ και ανοίξαμε την πόρτα.

Ήταν φρικιαστικό. Η Κάρεν Τάντυ ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα τώρα, το πρόσωπο της ήταν κάτασπρο σαν το σεντόνι, πάνω στο όποιο ήταν ξαπλωμένη. Ο όγκος είχε εξαπλωθεί τεράστιος στην πλάτης της, μια μεγάλη άσπρη κύστη από πρησμένο δέρμα. Ήταν μεγάλος σα μαξιλάρι και στριφογύριζε και κουνιότανε κάθε τόσο, σα να ήθελε να βολευτεί, ένα τεράστιο σάρκινο εξόγκωμα, με μια κακοήθη ζωή γι' αυτό το ίδιο.

- Θεέ μου! είπα σιγανά. Αυτό έγινε τεράστιο!

- Και μεγαλώνει συνεχώς, είπε ο Δρ. Χιούζ. Έλα εδώ, άγγιξε το.

Προχώρησα προσεχτικά δίπλα στο κρεβάτι. Ο όγκος ήταν τόσο μεγάλος, που δεν μπορούσες να πιστέψεις, πως ήταν μέρος του κοριτσιού, που ήταν ξαπλωμένο από κάτω του, κουβαλώντας τον στην πλάτη σαν αηδιαστική καμπούρα. Προσεχτικά άπλωσα το χέρι μου και με τα δάχτυλα μου το πίεσα. Φαινότανε σκληρό και τεντωμένο, αλλά σου έδινε την αίσθηση, πως υπήρχε κάτι ελαφρό, κάτι αδύνατο εκεί μέσα. Στην πραγματικότητα ήταν σα να άγγιζες το στομάχι μιας γυναίκας, που ήταν έγκυος.

- Δεν μπορείτε να το σκοτώσετε; ρώτησα τον Δρ. Χιούζ. Θα πρέπει να έχει το μέγεθος ενός μικρού παιδιού τώρα. Δεν μπορείτε να του δώσετε μια μ' ένα τσεκούρι;

Ο Δρ. Χιούζ κούνησε το κεφάλι του.

- Μακάρι να μπορούσα. Θα ήθελα πολύ να το κάνω κομματάκια μ' έναν μπαλτά, αν θέλετε να ξέρετε την αλήθεια, αλλά κάθε ακτινογραφία δείχνει ότι το νευρικό σύστημα αυτού του πλάσματος είναι αναπόσπαστα δεμένο με το νευρικό σύστημα της Κάρεν. Οποιαδήποτε χειρουργική προσπάθεια να το αφαιρέσουμε, θα την σκότωνε αμέσως. Δεν μοιάζουν σα μάνα και παιδί, μοιάζουν περισσότερο με Σιαμαία δίδυμα.

- Μπορεί να μιλήσει καθόλου;

- Δεν έχει πει τίποτα για κάμποσες ώρες. Τη σηκώσαμε από το κρεβάτι για να τη ζυγίσουμε σήμερα το πρωί και είπε τότε κάνα - δυο λέξεις, αλλά κανείς μας δεν κατάλαβε τίποτα.

- Τη ζυγίσατε; Είναι άσχημα;

Ο Δρ. Χιούζ έχωσε τα χέρια του στις τσέπες της ρόμπας του και κοίταξε θλιμμένα την ετοιμοθάνατη άρρωστη του.

- Δεν έχει χάσει καθόλου βάρος, αλλά ούτε και έχει πάρει. Ότι και να είναι αυτός ο όγκος, διατρέφεται απ' ευθείας από αυτήν. Κάθε ουγκιά που παίρνει την παίρνει από την Κάρεν.

- Οι γονείς της φάνηκαν καθόλου;

- Ήρθαν σήμερα το πρωί. Η μητέρα ήταν πολύ αναστατωμένη. Τους είπα, ότι θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια εγχείρηση, αλλά βασικά δεν είπα τίποτα για τον Ινδιάνο γιατρό και τα τέτοια. Ήταν ήδη πολύ θυμωμένοι μαζί μου, επειδή δεν την είχα εγχειρήσει ακόμα. Αν άρχιζα να τους λέω για τους Ερυθρόδερμους της παλιάς εποχής, θα έλεγαν σίγουρα πως δεν είμαι καλά στο μυαλό μου.

Έριξα μια τελευταία ματιά στην Κάρεν Τάντυ, που ήταν ξαπλωμένη χωρίς μιλιά, κάτασπρη, κάτω από την αηδιαστική καμπούρα της και μετά βγήκαμε από το δωμάτιο και πήγαμε πίσω στο γραφείο του Δρ. Χιούζ στο δέκατο όγδοο όροφο.

- Νομίζετε, πώς θα είναι δύσκολο να πείσουμε τους γονείς της; τον ρώτησα. Το πρόβλημα είναι πως όλα αυτά θα στοιχίσουν χρήματα. Πρέπει να δωροδοκήσουμε το γιατρό και θα πρέπει να πληρώσουμε το εισιτήριο του και το ξενοδοχείο, χωρίς να υπολογίσουμε τι μπορεί να συμβεί αν τραυματισθεί στη μάχη. Θα ήθελα πολύ να βοηθήσω, αλλά εμείς οι χαρτομάντες δεν είμαστε Ροκφέλλερ. Αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να προσφέρω
περισσότερα από τριακόσια - τετρακόσια δολάρια.

Ο Δρ. Χιούζ φαινότανε σκυθρωπός.

- Θα μπορούσα να πάρω τα χρήματα από το νοσοκομείο υπό ομαλές προϋποθέσεις, αλλά δεν ξέρω πως να τα ζητήσω για έναν Ινδιάνο γιατρό. Όχι, νομίζω, πως οι γονείς της έχουν έτσι κι αλλιώς το δικαίωμα να ξέρουν τι συμβαίνει, και να αποφασίσουν μόνοι τους. Αλλωστε η ζωή της κόρης τους βρίσκεται σε κίνδυνο.

- Θέλετε να τους μιλήσω εγώ; τον ρώτησα.

- Αν θέλετε. Μένουν μαζί με τη θεία της Κάρεν στην 82 οδό. Αν κάτι δεν πάει καλά με τη συζήτηση, πέστε τους να μου τηλεφωνήσουν, για να τους βεβαιώσω, πως έχετε την υποστήριξη μου.

- Εντάξει, είπα. Τώρα τι θα λέγατε για ένα ποτό;

- Καλή ιδέα, είπε ο Δρ. Χιούζ και πήγε να πάρει το μπουκάλι με το ουίσκι. Έριξε σε δύο μεγάλα ποτήρια κι εγώ) το κατέβασα μονορούφι, νιώθοντας να με αναζωογονεί και να με ζεσταίνει ύστερα από μια ολόκληρη μέρα οδήγησης στο Αλμπανυ και πίσω. Κάθισα αναπαυτικά και ο Δρ. Χιούζ μου πρόσφερε τσιγάρο.

Καπνίσαμε για λίγο χωρίς να λέμε λέξη. Μετά είπα:

- Δρ. Χιούζ...

Γιατί δεν με φωνάζεις Τζακ; Αυτό το Νοσοκομείο έχει αρκετή επισημότητα. Οι ασθενείς αισθάνονται εμπιστοσύνη όταν ακούνε συνεχώς να φωνάζουν τους γιατρούς «καθηγητά». Αλλά εσείς δεν νομίζω, πως χρειάζεστε τέτοιου είδους εμπιστοσύνη.

- Εντάξει Τζακ. Κι εγώ είμαι ο Χάρρυ.

- Καλύτερα έτσι. Χαίρομαι για τη γνωριμία Χάρρυ.
Ήπια λίγο ακόμα ουίσκι.

- Τζακ, είπα, έχεις σταματήσει να σκέφτεσαι τι ακριβώς κάνουμε εδώ και γιατί το κάνουμε; Δεν ξέρω την Κάρεν Τάντυ πολύ καλύτερα, απ' ότι ξέρω εσένα. Μόνο που καμιά φορά σκέπτομαι, τι στο διάβολο θέλω να πάω οδηγώντας τόσες ώρες στο Αλμπανυ και να ξαναγυρίσω για κάποιον που σχεδόν δεν γνωρίζω.

Ο Τζακ Χιούζ χαμογέλασε.

- Δεν νομίζεις πώς αυτή είναι μία ερώτηση, που κάθε άνθρωπος κάνει στον εαυτό του, όταν βοηθάει άλλους ανθρώπους; Εγώ ο ίδιος ρωτάω τον εαυτό μου δέκα φορές την ημέρα. Όταν
είσαι καθηγητής της ιατρικής, είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Οι άνθρωποι έρχονται σε σένα όταν είναι άρρωστοι και νομίζουν, πως είσαι καταπληκτικός, αλλά μόλις γίνουν πάλι καλά, παύεις να τους ενδιαφέρεις. Μερικοί ασθενείς είναι ευγνώμονες. Παίρνω Χριστουγεννιάτικες κάρτες κάθε χρόνο από μερικούς απ' αυτούς. Οι υπόλοιποι, όμως, ούτε θα με αναγνώριζαν, αν τύχαινε να σκοντάψω απάνω τους στο δρόμο.

- Ναι, έχετε δίκιο, είπα.

- Ξέρω, πώς έχω δίκιο, απάντησε ο Τζακ. Νομίζω όμως, πως αυτή ή περίπτωση είναι κάτι το διαφορετικό. Το ενδιαφέρον μου γι' αυτή την περίπτωση δεν είναι για τους συνηθισμένους λόγους. Ο τρόπος που το βλέπω εγώ, είναι ότι το πράγμα αυτό
που μεγαλώνει μέσα στην Κάρεν Τάντυ, εκπροσωπεί ένα ολόκληρο ιατρικό και πολιτιστικό πρόβλημα.

- Τι θέλεις να πεις;

Ο Τζακ Χιούζ σηκώθηκε. Ύστερα κάθισε πάνω στην άκρη του γραφείου του, δίπλα μου.

- Κοίταξε το ως εξής, είπε. Το καταπληκτικό για την Αμερική είναι ότι υποτίθεται πως ήταν ένα εντελώς καινούργιο Έθνος, ελεύθερο από καταπίεση και ελεύθερο από ενοχή. Από τη στιγμή όμως, που ο λευκός άνθρωπος εγκαταστάθηκε εδώ, υπήρξε μια εκρηκτική βόμβα ένοχης. Μέσα στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, υπάρχει μια προσπάθεια να δώσουν μιαν εξήγηση σ' αυτή την ενοχή, το θυμάσαι; Ο Τζέφερσον έγραψε για τους ανελέητους Άγριους Ινδιάνους, των οποίων ο γνωστός στρατιωτικός νόμος είναι μία δυσδιάκριτη καταστροφή όλων των χρόνων, των γενεών και των καταστάσεων. Από την αρχή, ο Ινδιάνος, δεν λογαριάστηκε σαν άτομο, το όποιο προικίστηκε από το Δημιουργό του με αυτά τα κάποια αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα. Σιγά-σιγά η ενοχή για ότι κάναμε στους Ινδιάνους, έχει διαβρώσει την αίσθηση του τι είναι δικό μου και τι ανήκει στον άλλον, σ' αυτή την ίδια μας τη Χώρα. Αυτή η γη δεν είναι δική μας, Χάρρυ. Αυτή τη γη την κλέψαμε. Λέμε διάφορα αστεία για τον Πήτερ Μίνουιτ, που αγόρασε το Μανχάταν για είκοσι τέσσερα δολάρια. Σήμερα όμως, αυτό το είδος της συναλλαγής, θα μπορούσε να θεωρηθεί κλοπή. Απάτη πέρα για πέρα. Μετά είναι όλες εκείνες οι Ιστορίες για το Πληγωμένο Γόνατο και για κάθε άλλη Ινδιάνικη σφαγή. Είμαστε ένοχοι Χάρρυ, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε ή που θα πρέπει να κάνουμε για το παρελθόν, αλλά εξακολουθούμε να είμαστε ένοχοι.

Δεν είχα ακούσει ποτέ τον Τζακ Χιούζ να μιλάει με τόση ευφράδεια. Τον παρατηρούσα να καπνίζει το τσιγάρο του και να τινάζει λίγη στάχτη από τα ζαρωμένα παντελόνια του.

- Αυτό είναι που κάνει την περίπτωση αυτή, τόσο ενδιαφέρουσα... και τόσο τρομακτική, είπε. Αν πράγματι είναι αληθινό, αυτό ολόκληρο το κομμάτι του Ινδιάνου γιατρού, τότε για πρώτη φορά από καταβολής κόσμου, λευκοί άνθρωποι με πλήρως ανεπτυγμένο το αίσθημα της ένοχης, θα έρθουν σε επαφή με έναν Ερυθρόδερμο των πρώτων ήμερων του αποικισμού μας. Σήμερα σκεφτόμαστε τους Ινδιάνους με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Τότε, τον 17ον αιώνα, ήταν άγριοι και μας ήταν εμπόδιο στις ανάγκες μας για γη και στην απληστία μας για υλικό πλούτο. Σήμερα, τώρα που έχουμε ότι θέλουμε, μπορούμε να είμαστε πιο μαλακοί και πιο ανεκτικοί. Ξέρω, πως όλοι μας λέμε, να καταστρέψουμε αυτόν τον Ινδιάνο γιατρό, να τον πολεμήσουμε, αλλά πες μου δεν νιώθεις επίσης και κάποιον οίκτο για αυτόν;

Έσβησα το τσιγάρο μου στο τασάκι.

- Νιώθω κάποιον οίκτο για την Κάρεν Τάντυ.

- Ναι, είπε ο Τζακ, βεβαίως νιώθεις. Είναι η άρρωστη μας και η ζωή της είναι σε τρομερό κίνδυνο. Δεν το ξεχνάμε αυτό. Δεν νιώθεις όμως τίποτα γι' αυτόν τον άγριο από το παρελθόν;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου