Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΆΡΘΟΥΡ ΜΙΛΕΡ: ΑΥΛΑΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΙΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ



ΆΡΘΟΥΡ ΜΙΛΕΡ: ΑΥΛΑΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΙΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Την Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου πέθανε ο Άρθουρ Μίλερ. Αν και κόντευε να πατήσει τα 90, η είδηση του θανάτου του συγκλόνισε ακόμα κι εκείνους που δεν έχουν ιδιαίτερα στενή σχέση με το θέατρο. Μια μεγάλη απώλεια για το παγκόσμιο θέατρο; Όχι ακριβώς και όχι μόνο. Ο Άρθουρ Μίλερ και ο Τένεσι Ουίλιαμς θεωρούνται οι δύο πυλώνες του αμερικανικού θεάτρου του 20ού αιώνα, όμως ειδικά ο Μίλερ δεν ήταν μόνο αυτό. Για πολλούς ήταν η ηθική συνείδηση ενός έθνους, αλλά και μιας εποχής. «Ηθική» όχι με την έννοια της ατομικής συμπεριφοράς, αλλά της πολιτικής στάσης του ατόμου απέναντι στην εξουσία και απέναντι στο σύνολο.

Ο Μίλερ που έγραψε τον Εμποράκο. Ο Μίλερ που δεν έδωσε ονόματα στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών στα χρόνια του μακαρθισμού. Ο Μίλερ που έγραψε θεατρικά έργα και άλλα κείμενα σε όλη του τη ζωή. Κυρίως όμως ο Μίλερ που ποτέ δεν έκλεισε τα μάτια, που ποτέ δε προσπέρασε τα όσα εγκληματικά συνέβαιναν στην πατρίδα του και στον κόσμο. Μπορεί να μη συμμετείχε στις φοιτητικές και νεανικές εξεγέρσεις, σαν τον Σαρτ που στα γεράματά του σκαρφάλωνε σε ένα κασόνι και μιλούσε σε απεργούς εργάτες του Παρισιού, όμως ο εμπορικός αντιπρόσωπος της εποχής του, όπως και ο υπαλληλάκος, ο «μανατζεράκος» του σήμερα και του αύριο θα αναγνωρίζει στο πρόσωπο του «εμποράκου» Γουίλι Λόμαν τον εαυτό του, καθώς και το σύστημα που τον «πετάει έξω», που τον περιθωριοποιεί, που τον κάνει να νιώθει αποτυχημένος.

Όπως ειπώθηκε, ο θάνατος του Μίλερ δεν σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής για το αμερικανικό θέατρο για τον απλούστατο λόγο ότι η εποχή αυτή έχει τελειώσει εδώ και 40 χρόνια. Όχι γιατί το 1964 πρωτοανέβηκε η τελευταία μεγάλη επιτυχία του, το Μετά την Πτώση, αλλά γιατί ήδη από τότε το θέατρο είχε πάψει να σφραγίζει το σύγχρονο πολιτισμό. Αν και έχουν σημειωθεί εξαιρέσεις, από τη δεκαετία του ’60 και μετά κανένα θεατρικό έργο δεν συγκλόνισε την υφήλιο όπως συνέβη με το Θάνατο του Εμποράκου του Μίλερ ή το Λεωφορείο ο Πόθος του Ουίλιαμς, δεν επηρέασε τόσο καθοριστικά το δημόσιο διάλογο γύρω από την τέχνη, την πολιτική και την κοινωνία. Αν σήμερα ρωτούσαμε ένα μέσο Αμερικανό (εκτός Νέας Υόρκης) να αναφέρει έναν σύγχρονο θεατρικό συγγραφέα, οι περισσότεροι θα μας κοιτούσαν περίεργα, λέει ένας καναδός θεατρολόγος. Όμως πριν από 50 χρόνια τα ονόματα και το έργο του Μίλερ και του Ουίλιαμς σήμαιναν πολλά, ακόμα και για το «μέσο πολίτη».

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ (ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ) αν και λίγο καθυστερημένα, δημοσιεύει ένα άρθρο της φίλης και συνεργάτη μας ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΤΖΙΑΝΤΖΗ πολύ αξιόλογο και αναμενόμενο από τους φίλους, συντρόφους και άλλους επισκέπτες μας. Στη συνέχεια και το πρώτο μέρος από ένα διήγημα του Μίλερ.

Περίπου δύο εβδομάδες πριν από το θάνατο του Μίλερ πέθανε, σε μεγάλη ηλικία, ένας διάσημος αμερικανός τηλεπαρουσιαστής, ο Τζόνι Κράρσον. Η κάλυψη του θανάτου του Μίλερ στα αμερικανικά κανάλια ήταν πολύ μικρότερη από εκείνη του Κάρσον. «Ούτε το Entertainment Tonight, ούτε το σόου του Λ¨αρι Κινγκ δεν άλλαξαν το πρόγραμμά τους για να τιμήσουν το θάνατο ενός κορυφαίου θεατρικού συγγραφέα», παρατηρεί ένας αμερικανός δημοσιογράφος και προσθέτει: «Και να φανταστείτε ότι είναι ο άνθρωπος που κάποτε είχε παντρευτεί τη Μέριλιν Μονρόε!»

Αντίθετα, το BBC (το διεθνές δελτίο) είχε ως πρώτη είδηση την προπερασμένη Παρασκευή το θάνατο του Μίλερ στο απογευματινό δελτίο των έξι, μαζί με δηλώσεις του Χάρολντ Πϊντερ, του Μάικλ Φρέιν, του Ντέιβιντ Χέαρ και του Τομ Στόπαρντ. «Ήταν βράχος και έμοιαζε με βράχο, εννοώ ότι και η φυσική παρουσία του ήταν επιβλητική», είπε συντετριμμένος ο Πίντερ. «Ήταν ηγέτης… Απόλυτα ανεξάρτητος, με μια αταλάντευτη κριτική ευφυΐα».

Ο βιογράφος του, Μάρτιν Γκότφριντ (Άρθουρ Μίλερ, Η Ζωή και το Έργο του, 2003) παρατηρεί ότι «σπάνια ένας καλλιτέχνης έχει δεχτεί τόσες πολλές επιθέσεις και συκοφαντίες στην πατρίδα του και ταυτόχρονα έχαιρε βαθιάς εκτίμησης σε όλον τον κόσμο». Τον έχουν επικρίνει για ηθικολόγο, για «μη σεξουαλικό» (unsexy – και να αναλογιστεί κανείς ότι παντρεύτηκε την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου!), για άνθρωπο με παντελή έλλειψη χιούμορ και τον έχουν χαρακτηρίσει ειρωνικά «η ιεροτέρα των ιερών αγελάδων της Αμερικής»… Κυρίως τον έχουν επικρίνει ότι επιδίωκε «να κάνει κήρυγμα», αν και στην πραγματικότητα ο Μίλερ δεν υποδεικνύει το τι πρέπει να κάνουμε, αλλά θέτει τα ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά διλήμματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος, εφόσον δεν έχει περιέλθει σε πλήρη αφασία.

Αυτό που δεν συγχωρούν στον Μίλερ δεν είναι η κριτική του στον αμερικανικό τρόπο ζωής ή στην αμερικανική κυβέρνηση. Αυτό που δεν του συγχωρούν είναι η εμμονή του να ασχολείται με τα «μεγάλα ζητήματα» κάθε εποχής: Την προδοσία, την υποταγή, αλλά και τα ψήγματα της εξέγερσης. Ένα πρωτοποριακό έργο, γράφει στη Δίνη του Χρόνου, δεν θα έπρεπε να απευθύνεται σε μια ήδη προσηλυτισμένη μειονότητα, αλλά «να αγγίξει ακριβώς εκείνους που δέχονταν τα πάντα όπως ήταν. Το μεγάλο θεατρικό έργο θέτει μεγάλα ερωτήματα, αλλιώς δεν είναι τίποτε άλλο παρά τεχνική. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ ένα θέατρο αντάξιο της εποχής μου που δεν θα ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο».

Στην κατηγορία των θεατρικών συγγραφέων που θέλησαν να αλλάξουν τον κόσμο συγκαταλέγει και τον Τένεσι Ουίλιαμς: «Ποτέ δεν θεώρησα τον Τένεσι έναν αποσυρμένο στον ελεφάντινο πύργο του εστέτ, όπως πίστευαν. Υπάρχει μια ριζοσπαστική πολιτική όχι μόνο της εκλογικής κάλπης, αλλά και της ψυχής. Αν ο Ουίλιαμς δεν ήταν ακτιβιστής, αυτό δεν σήμαινε και έλλειψη επιθυμίας για δικαιοσύνη…»

Μήπως αυτή η «ριζοσπαστική πολιτική της ψυχής», ο αριστερός πολιτισμός όχι των συνθημάτων ή της ταμπέλας αλλά της ουσίας, δεν είναι και σήμερα το ζητούμενο; Πάμπολλα είναι τα δημοσιεύματα που επιχειρούν να υποτιμήσουν τη στάση που κράτησε ο Άρθουρ Μίλερ στην περίοδο του μακαρθισμού, όταν, σε αντίθεση με τον αλλοτινό συνεργάτη του, Ελία Καζάν, αρνήθηκε να συνεργαστεί. Ο Μίλερ προσπαθεί να αυτό-αγιογραφηθεί, να αυτοδικαιωθεί, λένε. Π¨αμπολλοι είναι οι κονδυλοφόροι, ιδίως μετά τις 11/9, που επιδιώκουν να από-ενοχοποιήσουν το κυνήγι μαγισσών της ψυχροπολεμικής περιόδου, όχι γιατί έχουν αντικομμουνιστικές εμμονές, αλλά γιατί ήδη, στο όνομα της καταπολέμησης της διεθνούς τρομοκρατίας, έχει εγκαινιαστεί ένα νέο κυνήγι μαγισσών. Και σ’ αυτό το μοντέλο δεν χωράει ο Άρθουρ Μίλερ.

Σκανδαλώδες είναι το γεγονός ότι ο Μίλερ δεν έχει τιμηθεί με το Νόμπελ λογοτεχνίας, παρ’ όλο που το ίδιο βραβείο έχει δοθεί σε έναν ευρωπαίο αναρχικό θεατρικό συγγραφέα, τον Ντάριο Φο. Καλός και λαϊκός θεατράνθρωπος ο Φο, όμως καλλιτέχνης σαν τον Μίλερ δεν είναι.

Η αυτοβιογραφία του Μίλερ (Στη Δίνη του Χρόνου, εκδ. Καστανιώτη), που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1988 (ένα χρόνο μετά την αμερικανική έκδοση), σε μετάφραση του Φώντα Κονδύλη, είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για να προσεγγίσουμε όχι το έργο του καθαυτό ούτε τον άνθρωπο πίσω από το έργο, αλλά την εποχή, το χρόνο και το χώρο που μπόρεσαν να γεννήσουν τέτοιους δημιουργούς. Η εποχή που σφράγισε την εφηβεία του και τα πρώτα νεανικά του χρόνια ήταν τα χρόνια της Μεγάλης Υφεσης, ήταν η Αριστερά της εποχής του Ρούζβελτ και η προοδευτική (και σε μεγάλο βαθμό εβραϊκή) διανόηση της Νέας Υόρκης.

Ο Μίλερ, που γεννήθηκε το 1915, ήταν ένα πλουσιόπαιδο, αλλά η επιχείρηση του πατέρα του, μια βιοτεχνία γυναικείων ρούχων, χρεοκόπησε με το κραχ του ’29 και όλη η οικογένεια προλεταριοποιήθηκε απότομα. Ο νεαρός Μίλερ στρέφεται στο μαρξισμό, όπως και πολλοί της γενιάς του, την ίδια εποχή που ο «φόβος κυλούσε κάτω από την πόρτα μας» και η οικογένειά του φοβόταν πως μπορούσε «να χάσει το κοτέτσι που είχαμε για σπίτι». Ο τρόπος που περιγράφει το κοινωνικό κλίμα στις αρχές του ’30, την ψυχολογική συντριβή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, δεν θυμίζει προπολεμικές, αλλά σύγχρονες καταστάσεις: «Εκείνο που γλίτωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες από την επανάσταση στα χρόνια της Μεγάλης Κρίσης ήταν η προθυμία των Αμερικανών να αποδίδουν στον εαυτό τους και όχι στο σύστημα την κατρακύλα τους. Ένα λεπτό στρώμα ενοχής έπεφτε στους ώμους των αποτυχημένων πατεράδων. Για πολλούς από αυτούς δεν θα ξαναρχόταν ποτέ η αξιοπρέπεια και η αυτοπεποίθηση, παρά μόνο μια ατέλειωτη θανατερή αίσθηση ζωής… Δεν ήταν μόνο θέμα υλικής κατάρρευσης, ήταν η ελπίδα που είχε χαθεί από μέσα τους, η αυταπάτη της ζωής και η ικανότητά τους να ξαναπιστέψουν. Η Αμερική ήταν μια μεγάλη υπόσχεση, και για μερικούς το Κραχ ήταν στη βαθύτερη σημασία του μια αθετημένη υπόσχεση».

Ο Μίλερ ήταν μια από τις πιο ευφυείς και ευγενείς φωνές του αιώνα που πέρασε. Στο γεγονός ότι η πολιτική του συνείδηση σφυρηλατήθηκε στα χρόνια του Μεσοπολέμου πρέπει να αναζητήσουμε το μεγαλείο, αλλά και τα όρια του έργου του. Ο άνθρωπος αυτός κατάφερε να σταθεί όρθιος, απέναντι αλλά και μέσα στο σύστημα, να εκφράσει τη ρήξη αλλά και τη συνέχεια με τη θεατρική παράδοση, πάντα με έντιμο, διαυγές και οικουμενικό βλέμμα. Υπερασπίστηκε τις πολιτικές ελευθερίες σε δύσκολους καιρούς, στη δεκαετία του ’50, όταν, όπως λέει ο ίδιος, ο κόσμος είχε γεμίσει με τέως ριζοσπάστες, απογοητευμένους όχι μόνο από τους Σοβιετικούς, αλλά και από την ίδια τη δημοκρατία, ακόμα και από την υπόσχεση της επιστήμης ως δύναμης προόδου, με σοσιαλιστές που προσχωρούσαν στο κυνήγι μαγισσών, με ισόβιους ειρηνιστές που χτυπούσαν τα ταμπούρλα του πολέμου: «Όλα φάνταζαν σαν μια ακόμα παραλλαγή φυγής από το ηθικό κουβάρι που όλοι ξέραμε πως είχε καταντήσει η ζωή». Μέσα σε εκείνο το περιβάλλον, που δεν είναι πολύ διαφορετικό από τη σύγχρονη κρίση της Αριστεράς, ο Μίλερ δεν κατέφυγε ούτε στον αντισοβιετισμό ούτε στην προοπτική της ατομικής σωτηρίας και προτίμησε να κατηγορηθεί από τις αρχές για «συνοδοιπόρος», μολονότι ποτέ δεν ήταν μέλος του ΚΚ ΗΠΑ. «Η αλήθεια ενός ανθρώπου έπρεπε να προσθέτει και τη δική της ώθηση στην εξέλιξη της κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, έπρεπε να μεταμορφώνει το πνεύμα της πόλης που ο άμυαλος βρυχηθμός του ακουγόταν όλο και πιο έντονος και από τις δύο άκρες της γέφυρας».

Τα διλήμματα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων που περιέγραψε ο γίγαντας Μίλερ δεν είναι διαφορετικά από αυτά που αντιμετωπίζουμε στη σύγχρονη εποχή. Ο κόσμος άλλαξε, ιδίως μετά το ’60, ο ρόλος του θεάτρου στην κοινωνική ζωή επίσης άλλαξε, όμως εκτός από τους εμποράκους που συντρίβονται, υπάρχουν και αυτοί που βλέπουν και ερμηνεύουν τη συντριβή τους, όπως υπάρχουν οι άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και ας ξέρουν ότι ζουν σε δύσκολους καιρούς για γίγαντες.

«Ιδιωτικοποιήστε τις εκτελέσεις»!

Ο Μίλερ γεννήθηκε με μια πένα στο χέρι και πέθανε με μια πένα στο χέρι. Στα 87 του χρόνια, το 2003, ανέβηκε το προτελευταίο του έργο, το Μπλουζ της Ανάστασης (Resurrection Blues). Εδώ ο θεατρικός συγγραφέας χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τη μορφή της σάτιρας και τοποθετεί τη δράση σε μια φανταστική χώρα της Λατινικής Αμερικής, όπου κυβερνά μια δικτατορία με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας αντάρτης, ηγέτης μιας λαϊκής εξέγερσης, ο οποίος συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο δικτάτορας παραχωρεί τα αποκλειστικά δικαιώματα της +λάιβ τηλεοπτικής μετάδοσης της εκτέλεσης του «Μεσσία» σε μια αμερικανική διαφημιστική εταιρεία. Σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, ο Μίλερ είχε επισημάνει ότι η κυβέρνηση Μπους στηρίζεται όλο και περισσότερο σε έναν μισθοφορικό στρατό, που στο μέλλον θα ρημάζει τη μια ξένη χώρα μετά την άλλη, ανοίγοντας το δρόμο στους εργολάβους και τους επιχειρηματίες.

Με το έργο αυτό (που δέχτηκε και φρικτές και εγκωμιαστικές κριτικές, αλλά δεν έφτασε στο Μπροντγουέι), ο Μίλερ μιλά για τη θανατική ποινή, αλλά και για τη συνολική κουλτούρα της εποχής μας και ειδικότερα για το ρόλο των ΜΜΕ στη διαμόρφωση της λαϊκής συνείδησης.

Έντεκα χρόνια πριν από το Μπλουζ της Ανάστασης, ο Μίλερ είχε γράψει για τους Τάιμς της Νέας Υόρκης ένα σπινθηροβόλο σατιρικό κείμενο με τίτλο, Ιδιωτικοποιείστε τις Εκτελέσεις, που θυμίζει το κλασικό κείμενο του Τζόναθαν Σουίφτ στο οποίο υποστηρίζεται ότι η παιδοφαγία είναι η λύση στο πρόβλημα της φτώχειας. Εδώ ο Μίλερ προτείνει τη διεξαγωγή των εκτελέσεων σε ένα μεγάλο κλειστό στάδιο και την απευθείας μετάδοσή τους από την τηλεόραση. Το κοινό θα πληρώνει ένα εισιτήριο περίπου 250 δολαρίων για την παρακολούθηση του θεάματος και οι εισπράξεις θα διατίθενται για την αναμόρφωση των φυλακισμένων. Η ηλεκτρική καρέκλα θα τοποθετείται σε μια ψηλή πλατφόρμα, όπως στο ρινγκ, μια μπάντα της αστυνομίας ή του στρατού θα παιανίζει, ο κυβερνήτης θα περιγράφει με μελανά χρώματα τα εγκλήματα του θανατοποινίτη και τέλος στη σκηνή θα ανεβαίνει ο ιερέας για τη δημόσια εξομολόγηση του κτήνους.

«Καθώς θα διοχετεύεται το ηλεκτρικό ρεύμα και η σάρκα του καταδικασμένου θα καπνίζει, οι θεατές θα αντιλαμβάνονται πόσο τυχεροί είναι που ζουν μια έντιμη, καθωσπρέπει ζωή», γράφει ειρωνικά ο Μίλερ. «Ίσως», συνεχίζει ο Μίλερ, «κάποιοι βρουν αυτή την εκδήλωση τόσο συναρπαστική που να διαπράξουν φόνο μόνο και μόνο για να πρωταγωνιστήσουν στο πρόγραμμα. Όμως καμία λύση για ένα κοινωνικό πρόβλημα δεν είναι τέλεια».

Επίσης είναι πολύ πιθανό, ύστερα από μερικές δεκάδες εκτελέσεις, το κοινό να βαρεθεί αυτό το θέαμα, που θα έχει γίνει μονότονο και προβλέψιμο. «Ίσως τότε να αναλογιστούμε ότι με την εφαρμογή της θανατικής ποινής απλώς αυξάνουμε τον αριθμό των οριστικά νεκρών χωρίς να μειώνουμε τον αριθμό των δολοφονιών… Η πλήξη, λοιπόν, ίσως μας αναγκάσει να σκεφτούμε γιατί οι Αμερικανοί διαπράττουν δολοφονίες πιο συχνά από ότι άλλοι λαοί. Προς το παρόν, δεν έχουμε μπουχτίσει αρκετά με τις εκτελέσεις ώστε να θέσουμε αυτό το ερώτημα…».

«Η πρότασή μου», καταλήγει ο Μίλερ «θα μας οδηγήσει ταχύτερα στην πλήξη (…) και ίσως σε μια πιο σοφή χρήση του εναλλασσόμενου ρεύματος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου