Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΟ!


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΟ!

Το κείμενο αυτό το έγραψα το... 1960. Ήμουνα 16 χρονών! Το μεταφέρω έτσι όπως το έχω γράψει στο ημερολόγιο μου, χωρίς διορθώσεις και με την τότε ορθογραφία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΗΧΟΣ

Ομορφες παπαρούνες κουνούσαν τα κεφάλια τους, και μικρά κύματα από ένα ευχάριστο αεράκι του χάϊδευε τα μαλιά. Ο γέρο Ηλίας, ο τσοπάνος, άνοιξε τα μάτια του κοιτάζοντας περίεργα γύρω του. Κατάλαβε πώς είχε αποκοιμηθεί και μονολόγησε λέγοντας: "Φαίνεται πώς γέρασα ποιά. Ούτε που το κατάλαβα πώς με πήρε ο ύπνος". Κοίταξε για τα πρόβατα και τα είδε να βόσκουν αμέριμνα κάτω στον κάμπο. Ο ήλιος άρχισε να δύη και κατάλαβε ότι έπρεπε να επιστρέψει στο Μαντρί. Ανασυκώθηκε για να συνάξει τα πρόβατά του, το βιός του, τα παιδιά του, όπως τα έλεγε. Στα πόδια του πιστός φίλος του ο γέρικος σκύλος του ο Ντίκ άφησε το χουζούρι του και ακολούθησε το γέρο στο μάζεμα των προβάτων. Ηταν ένα πανέξυπνο σκυλί με μάτια που έλαμπαν και κατανοούσαν τα πάντα.

Κρατώντας τη γκλίτσα του ο γέρο Ηλίας προχωρούσε και στο μυαλό του παιρνούσαν διάφορες σκέψεις: "Μωρέ σα να μου φαίνεται πώς ονειρεύτηκα. Παράξενο μα την αλήθεια όνειρο. Εψαχνα λέει, έψαχνα να βρώ τον Θεί! Για σκέψου, λοιπόν, εγώ ο γέρο Ηλίας ξεκούτιανα, λόλεψα, έγινα αλαφροϊσκιωτος. Εγέρασα μωρέ Ντίκ, η καρδιά μου και η ψυχή μου ψάχνουν φοβισμένες να βρουν... Μά στάσου να σου πώ τι ακριβώς είδα και βοήθαμε λίγο μπας και βγάλω κρίση. Μ΄ ακούς; Ασε τα τσιμπούρια σου και πρόσεξέ με. Είμουνα λέει, καταμεσής του δρόμου και...".

Μπροστά στα θολά από τα γεράματα μάτια του ξετυλίχτηκε ολόκληρο το όνειρο που είδε: "Στάθηκα και κοίταξα. Από που να αρχίσω; Μπροστά μου απλώνονται δρόμοι. Πολλοί δρόμοι! Εποιασα αυτόν που ήταν αριστερά μου. Σπίτια κτισμένα με χάρη, όμορφοι κήποι, με μυρωδάτα λουλούδια που σκόρπιζαν μεθυστικές ευωδιές βρίσκονταν δεξιά μου και αριστερά μου. Παιδιά έτρεχαν χαρούμενα ξεφωνίζοντας και χοροπηδώντας. Στα πρόσωπα μικρών και μεγάλων διέκρινα αποτυπωμένη την ευτυχία. ΕΔΩ σκεύτικα. Αυτός ο δρόμος πρέπει να οδηγεί σ΄Αυτόν. Προχώρησα ποιο γρήγορα τώρα. Βιαζόμουν να βρεθώ Σιμά του. Να του μιλήσω, χωρίς φόβο και ντροπή. Σαν γιός στον Πατέρα του. σαν παιδί στο Δάσκαλό του. Νοικοκυρές μαγείρευαν λαχταριστά φαγητά, να έτσι πού να τρέχουν τα σάλια σου, και ανέμελοι άνδρες διάβαζαν εφημερίδες ή άκουγαν μουσική. Προχωρούσα Ντίκ, και τα πόδια μου ήταν λέει, τόσο ανάλαφρα σαν τότες που είμουν νιός κι έτρεχα σαν κατσίκι πάνω στα κατσάβραχα.

Ξαφνικά όμως σταμάτησα! Μπροστά μου έστεκε ένας πελώριος βράχος λες κι εφτανε έως τα σύνεφα. Πίσω από αυτό τον βράχο ήταν σκοτάδι. Μαύρο σκοτάδι. Ενα τρομαχτικό κενό που μ΄ έκανε να παραλίσω από φόβο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου φοβήθηκα πιστέ μου φίλε. Φώναξα μα μόνο ο αντίλαλος μού απάντησε και ήταν τόσο κοροηδευτικός.

Απελπισμένος πήρα το δρόμο του γυρισμού. Θα έπαιρνα όλους τους δρόμους και θα τον έβρισκα! Κάποιος απ΄ όλους θα οδηγούσε σ΄ Αυτόν. Και πήρα άλλον δρόμο.

Εδώ όμως δεν υπήρχαν ωραία σπίτια, ούτε ευτυχισμένα παιδιά. Μόνο καλύβες ελεεινές και άνθρωποι πεινασμένοι που άπλωναν τα χέρια τους καθώς περνούσα ζητώντας μου ελεημοσύνη. Αντίς για μυρωδάτα λουλούδια στους δρόμους σωριάζονταν σωροί σκουπιδιών.Οι νοικοκυρές εδώ, δεν μαγείρευαν. Ντίκ φίλε μου, αλήθεια σου λέω. Πίστεψα πώς ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΕ ΕΔΩ! Παρέα με τον πόνο. Σ΄ αυτούς που τον χρειάζονταν, στους πεινασμένους, στους δυστυχισμένους. Ετρεχα για να βρεθώ μπροστά Του. Πίσω από κάποιον τυφλό, αγγαλιά με κάποιο πεινασμένο παιδάκι. Κάπου εδώ θα βρίσκεται. Ομως ΟΧΙ! Ο ίδιος πελώριος βράχος και η διάψευση των ελπίδων μου. Ούτε εδώ! Οι δυστυχισμένοι ήταν μόνοι! Ο Θεός δεν ήταν μαζί τους. Τα γέρικά μου δόντια έτρεμαν και ξεκίνησα για άλλον δρόμο.

Θα τον βρώ! Πρέπει! Αισθάνομαι σα να με καλεί να τον βρώ. Τον ζητάω μα νοιώθω σαν κι αυτός να με ζητάει, σαν να ακούω μέσα μου τη φωνή του, να με καλεί. Πρέπει να ψάξω. Ως το τέλος. Θα τον βρώ.

Πήρα καινούργιο δρόμο. Σ΄ αυτόν συναντούσα σοβαρούς ανθρώπους, που διάβαζαν έγραφαν, ερευνούσαν. Βιβλιοθήκες, Μουσεία, Αγάλματα υπήρχαν παντού. Εδώ θα κατοικούν Σοφοί σκέφθηκα. Μα βέβαια. Επρεπε να το καταλάβω! Μέσα στη Σοφία, που αλλού θα μπορούσε να βρίσκετε ο Θεός; Προχώρησα ξεθαρεμένος τώρα ώσπου... Αλίμονο Ντίκ. Ο ίδιος παλιόβραχος και το ίδιο μαύρο σκοτάδι κι εδώ. Εσκυψα το κεφάλι και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Και πήρα κι άλλον δρόμο, κι άλλο, κι άλλο!... Ωσπου ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ! Τέλειωσαν όλοι και πουθενά ο Θεός! Κανένας δρόμος δεν οδηγούσε σ΄ αυτόν! Είχα σταθεί μαρμαρωμένος όταν το έδαφος άρχισε να σαλεύει κάτω από τα πόδια μου! Οι δρόμοι άρχισαν να κινούνται και έγιναν ένας μεγάλος κακοτράχαλος ανηφορικός δρόμος!

Τα έχασα Ντίκ κι εκεί που βρισκόμουν άρχισα να βουλιάζω! "Βοήθεια" φώναξα, όταν άκουσα μια φωνή: ΠΡΟΧΩΡΑ! Απελπισμένος και τρομαγμένος προσπάθησα να ξεκινήσω από εκεί που βρισκόμουν. Αρχισα να ανεβαίνω τον ανηφορικό κακοτράχαλο δρόμο. Είμουν σίγουρος τώρα ότι στο τέλος αυτού του δρόμου θα τον βρώ. Προχωρούσα και σε κάθε βήμα μου φύτρωναν αγγάθια. Λακούβες με έριχναν χάμω. Οσο ανέβαινα ένας δαιμονισμένος αέρας φυσούσε. Ακουγα φωνές μέσα στ΄ αυτιά μου και δεν έβλεπα γύρω μου παρά περίεργα σχήματα, τρομακτικά, και στην κορυφή του δρόμου ένα κόκκινο Φώς. Πάλευα απεγνωσμένα. Τα ποδάρια μου μάτωσαν, κρύωνα μα προχωρούσα. Δεν ήξερα που βρισκόμουν ούτε πού θα φτάσω. Για ένα μόνο νοιαζόμουν. Να φτάσω σ΄ Αυτόν, να του μιλήσω!

Οι κραυγές δυνάμωναν στ΄ αυτιά μου, χιλιάδες φωνές, εκατομμύρια φωνές, οι φωνές όλης της ανθρωπότητας, φώναζαν Ντίλ! Με παρακινούσαν να προχωρήσω. Αλλες ούρλιαζαν. Μα εγώ προχωρούσα, δεν θα σταματούσα ποτέ! Ψηλά στην κορυφή δίπλα σ΄ ένα κόκκινο Φώς διέκρινα αμυδρά να διαγράφεται η λέξης ΕΛΠΙΔΑ. Ανέβαινα και όλο ανέβαινα. Ομως ξάφνου... Φτάνοντας στο τέρμα το κόκκινο Φώς σβύνει! Είμουν ΜΟΝΟΣ πάνω από την άβυσσο ενώ κοντά μου έχασκε ένα χάος! Τα πάντα σταμάτησαν και οι φωνές και τα ουρλιαχτά, και ο αέρας! Απόλυτη ησυχία βασίλευε μα... πουθενά ο Θεός!

Και τότε Ντίκ έκανα κάτι τρομερό! Θύμωσα φίλε μου. Αγρίεψα και φώναξα: "Που κρύβεσαι λοιπόν Δημιουργέ; Εγώ ένα ασήμαντο σκουλίκι της Γης, ο γέρο Ηλίας, έφτασα μέχρις εδώ για να σε βρω. ΦΑΝΕΡΩΣΟΥ! Μίλησέ μου και πέσμου οτιδήποτε. Οτι είμαι ένα Τίποτα μέσα στο Σύμπαν και ότι δεν καταδέχεσαι να μου μιλήσεις. Ομως αυτό το Τίποτα Δημιουργέ, το έφτοιαξες εσύ. Και θέλω να μάθω: ΓΙΑΤΙ; Μα εσύ κρύβεσαι. Με θεωρείς ποιό ασήμαντο από το Τίποτα. Μα είμαι Εργο σου. Δε σε παρακαλώ ποιά! Σου φωνάζω σαν δημιούργημά σου: ΦΑΝΕΡΩΣΟΥ:

Και τότε Ντίκ ένα πελώριο μαύρο πουλί φάνηκε να έρχετε προς το μέρος μου! Και το πουλί αυτό μίλησε και είπε: "Τι θέλεις λοιπόν ελάχιστο ,όριο της Δημιουργίας; Να δεις Αυτόν που δεν τόλμησαν να ζητήσουν τ΄ αστέρια, οι ήλιοι, ο άνεμος και αυτή η σταγόνα του νερού που ξεδιψάει όλη την ανθρωπότητα; Θέλεις εσύ ένας ασήμαντος τσοπάνος να δεις Αυτόν; Τι να του πείς λοιπόν";

"Αυτή τη σταγόνα του νερού την έφτιαξε για μένα! Γιατί την έφτιαξε";

Και το πουλί μου απάντησε:

"Νομίζεις ότι εσύ άνθρωπε είσαι ο εκλεκτός του Θεού, νομίζεις τον εαυτό σου κατ΄ εικόνα και ομοίωση Εκείνου. Ρωτάς να μάθεις πράγματα που δεν τόλμησαν να ρωτήσουν όλα τα δημιουργήματα αυτού του Σύμπαντος; Ποιος σου είπε τσοπάνε ότι έχεις το δικαίωμα εσύ, μωρέ, φιλόδοξε, φαφλατά άνθρωπε να ελπίζεις ότι θα καταδεχθεί Αυτός να ασχοληθεί και με σένα";

Και τότε Ντίκ μίλησα και νόμιζα πώς μιλούσε ολόκληρη η ανθρωπότητα:

"Ρώτησε ποτέ πουλί, που τριγυρνάς μες τα σκοτάδια του χάους, ο ήλιος γιατί φέγγει; Αναρωτήθηκαν ποτέ τα ζώα γιατί ζουν; Το Σύμπαν όλλο ζεί και κινείτε χωρίς να ξέρει γιατί! Εσύ πουλί ξέρεις τον προορισμό σου; Εγώ δεν ξέρω και ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΑΘΩ! Είμαι μωρός γι΄ αυτό; Είμαι φιλόδοξος γιατί δεν καταδέχομαι να είμαι ένα Τίποτα χωρίς σκοπό, χωρίς ουσία; Ακου λοιπόν πουλί. Θέλω να μάθω. Μπορείς εσύ να μου πεις που θα τον βρώ";

"Ποιόν";

"Τον Θεό! Τον Θεό"!

Και τότε λες και ο αέρας αγρίεψε πάλι και μ΄ αρπάζει και με στριφογυρίζει στο χάος! Στ΄ αυτιά μου αντιχούν γέλια. Εκατομμύρια γέλια! Ολο το Σύμπαν γελάει υστερικά!

Μα ήταν τόσο γελοία η ερώτησή μου;

Και ξαφνικά βρέθηκα σε ένα καταπράσινο λιβάδι και δίπλα μου κατακκόκινες παπαρούνες κουνούσαν τα κεφάλια τους.

Είχα ξυπνήσει Ντίκ. Ολα αυτά ήταν ένα Ονειρο! Ενα παράξενο μα την αλήθεια όνειρο. Και τώρα δουλιά. Τα πρόβατα στο μαντρί γιατί βράδιασε με την κουβέντα και ούτε που το καταλάβαμε...

Καθόταν συλλογισμένος στην πλαγιά του λόφου, κοιτάζοντας τα πρόβατά του, που έβοσκαν αμέριμνα. Αυτός όμως δεν είχε ησυχασμό από χθές που είδε αυτό το παράξενο όνειρο.

Ακούμπισε το κεφάλι του σ΄ ένα κορμό δένδρου και σιγά σιγά οι φτερούγες του ύπνου τον πήραν αγγαλιά. Και είδε: Είδε μια πληγή. μια τεράστια πληγή, που όλο μεγάλωνε, κι έπιασε ένα ανθρώπινο κορμί που σφάδαζε από πόνο. Και είδε το κορμί να μεγαλώνει, να γίνετε τεράστιο και να σκεπάζει όλη τη Γή! Και όλο σφάδαζε και πονούσε! Και ήταν αυτός ο άνθρωπος, πολλοί άνθρωποι, ήταν η ανθρωπότητα ολόκληρη που πονούσε και ήταν όλη μια πληγή.

Ο γέρος αναταράχτηκε στον ύπνο του. Φώναξε δυνατά:

"Οχι! Είναι παράλογο! Είναι τρελλό! Δεν έχει νόημα τόσος πόνος. Είναι έγκλημα αυτό".

Και τότε η πληγή άλλαξε πρόσωπο!

Εγινε ένας απαίσιος δαίμονας που γελούσε με κακία και έδειχνε τα δόντια του που έσταζαν αίμα! Ηταν αίμα από τις πληγές του!

Ο γέρος έτρεμε σύγκορμος και φώναξε στον ύπνο του:

"Αυτό είναι δημιούργημα παράφρονης διάνοιας! Είναι φρικτό. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια".

Και τότε ο απαίσιος δαίμονας χάθηκε και στη θέση του είδε δυό μάτια όλο καλοσύνη που πάνω τους κυλούσαν δάκρυα.

Ο γέρος επιτέλους σταμάτησε να τρέμει και άπλωσε το χέρι του ικετευτικά στο γλυκό πρόσωπο:

"Πώς λέγεσαι πρόσωπο της αγάπης που κατοικείς μέσα σ΄ αυτό το σώμα που κάνει το μυαλό μου να σαλεύει και τη λογική να εξαφανίζεται";

"Το όνομά μου είναι Χριστός ή αν θέλεις Βούδας ή Βράχμα ή Βισνού δεν έχει σημασία! Είμαι το ίδιο πρόσωπο και μέσα μου κατοικεί και ο εωσφόρος! Είμαστε ΕΝΑ γέρο! Και είσαι κι εσύ μαζί μας και πονάς και βασανίζεις και κλαίς. Είσαι δικός μας γέρο Ηλία"!

Και τότε ο γέρος φώναξε με σπαρακτική φωνή:

"Πονεμένο σώμα, δαίμονα της κολάσεως, πρόσωπο της καλοσύνης, σας εξορκίζω πέστε μου ΓΙΑΤΙ;".

Και ο γέρος ξύπνησε ενώ στα μάτια του κυλούσαν δάκρυα και τα χείλη του ψιθύριζαν: Γιατί... γιατί...

Ποιος είναι ο προορισμός μου πάνω στη γη; Γεννήθηκα μόνο για να φυλάω πρόβατα;

Μιά φωνή μέσα του τού απάντησε:

"Και το τριαντάφυλλο δεν κάνει τίποτα πάνω στη Γη. Είναι άχρηστο κι αυτό";

Τότε ο γέρο Ηλίας συκώθηκε όρθιος και φώναξε. Τα φαράγγια πήραν τη φω

Και νή του και τη σκόρπισαν στην κοιλάδα:

"Πατέρα όλου του κόσμου! Δημιουργέ. Ξέρω πώς θα παιθάνω. Σε ικετεύω πές μου εσύ αυτό που δεν μου είπαν τα Ονειρά μου. Ποιός είμαι Θεέ μου. Από πού είρθα και πού πάω; Γιατί είρθα και γιατί φεύγω; Αυτό ήταν λοιπόν; Ο τάφος είναι το τέρμα;

Ο Θεός παίθανε, άκουσε μια φωνή!

Οχι! Αυτό είναι ακόμα ποιό παράλογο! Το Σύμπαν Ζεί. Ο αέρας φυσά, ο ήλιος φωτίζει, τα δένδρα καρπίζουν. Πνίγομαι ΛΙΓΟ ΦΩΣ!

Και ο αντίλαλος απάντησε κοροϊδευτικά:

Λίγο φώς... λίγο φώς...

Μια άλλη φωνή μέσα του τού ψιθύρισε:

"Ο Θεός ζεί! Βασίσου στη Σοφία του και κλείσε ήσυχα τα μάτια. Μη ζητάς αυτό που δεν έμαθε και δεν θα μάθει ποτέ κανείς".

Ο γέρος γονάτισε αποκαμωμένος και βόγγηξε:

"Εγώ θέλω να μάθω"!

"Ακου λοιπόν παράξενο ον. Τα πάντα ζουν και θα ζουν στους αιώνες. Η πλάση κρύβει την μετεμψύχωση!

"Αυτή είναι η αλήθεια";

Και τότε είδε το χώμα να σαλεύει κάτω στα πόδια του. Τα χώματα παραμέρισαν και ένα φρικτό κρανίο με μόνο δυο μάτια κόκκινα ξεπρόβαλε από το χώμα! Γέλασε σαρκαστικά και είπε:

"Μην ελπίζεις τίποτα γέρο! Το Σύμπαν είναι ένα απέραντο νεκροταφείο και στην κορυφή φαντάζει ένας μεγαλοπρεπείς τάφος. Είναι ο τάφος του Θεού, που εσύ δημιούργησε φιλόδοξο και ηλίθιο πλάσμα!".

"Ψέματα! Είσαι μια πλάνη του μυαλού μου. Είσαι ο απαισιόδοξος εαυτός μου. Είσαι το κρανίο μου όχι η ψυχή μου. δείξε μου την ψυχή μου βρωμερό πτώμα. δείχτη μου αν μπορείς. Α! Είσαι ένα σκέτο κρανίο"!

Ενώ τα μάτια του έσβηναν άκουσε ακόμα μια τελευταία φωνή, λίγο προτού να ξεψυχήσει:

"Όλα είναι παραισθήσεις του μυαλού σου γέρο. ΤΩΡΑ ΘΑ ΜΑΘΕΙΣ. Τώρα... τώρα... τώρα...".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου