Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ


ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ

(- ΘΕΛΕΙ, ΛΕΕΙ, ΝΑ 'ΝΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ. ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΟΝ!)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


Ι

0 ήλιος είχε δύσει στον Καστέλο, είχε πλημμυρίσει τις στέγες, ξεχείλιζε τώρα και χύνονταν στα λοξά, όλο ανήφορο και κατήφορο σοκάκια και ξεσκέπαζε ανελύπητα την τραχιάν ασκήμια του χωριού. Άγριο, σταχτόμαυρο, τα σπίτια του όλο ξερολιθιά, οι πόρτες χαμηλές, Έσκυβες να μπεις, και μέσα σκοτάδι. Μύριζαν οι αυλές καβαλίνα, βερβελίδα και βαριά βόχα ανθρώπου. Κανένα σπίτι δεν είχε στην αυλή του δέντρο, μήτε κελαηδοπουλι στο κλουβί, μήτε γλάστρα στο παραθύρι με μια ρίζα βασιλικό ή μ' ένα κόκκινο γαρούφαλο' παντού πέτρα πάνω στην πέτρα. Κι οι ψυχές που κατοικούσαν ανάμεσα στις πέτρες ετούτες ήταν σκληρές κι αυτές κι αφιλόξενες. Βουνό, σπίτια, άνθρωποι, όλοι ήταν από την ίδια στουοναρόπετρα.
Σπάνια, και στα καλά τα χρόνια ακόμα, ακούγονταν στο χωρίο ετούτο γέλιο' ενάντια στη φύση τους φάνταζε, ξετσιπωσιά μεγάλη' οι γέροι στρέφονταν, μάζευαν τα φρύδια, και το γέλιο κόβονταν. Κι όταν έφταναν οι τρανές γιορτάδες, τα Χριστούγεννα, οι Απόκριες, η Λαμπρή, κι έτρωγαν οι κακόμοιροι οι άνθρωποι λίγο πιο πολύ, έπιναν λίγο πιο πολύ, και σήκωναν τον άχαρο λαιμό να τραγουδήσουν, τι μοιρολόι ήταν εκείνο, μονόκορδο, σπαραχτικό, που το 'παιρνε το ένα στόμα και το περνούσε στο άλλο και το τερέριζε θρηνητικά και δεν είχε τελειωμό! Τι παμπάλαιες τρομάρες και σφαγές και σκλαβιές και πείνα αιώνια! Περισσότερο κι από το κλάμα, το τραγούδι τους ξεσκέπαζε την αγιάτρευτη δοκιμασία της ζωής τους, τις χιλιάδες τα χρόνια που πέρασαν από πάνω τους, όλο πείνα και βούρδουλα και θάνατο ‘μα αυτοί, σαν τα γκρεμόχορτα, είχαν αγκριφωθεί από τις απάνθρωπες ετούτες γκρίζες πέτρες και πια δεν ξεκολνούσαν όσο να στέκεται ο κόσμος, οι ξεροκέφαλοι ετούτοι Ηπειρώτες δε θα ξεκολλήσουν.
Τα κορμιά τους κι οι ψυχές τους είχαν πάρει τα χρώματα και τη σκληράδα της πέτρας• είχαν γίνει ένα μαζί της, βρέχονταν, λιάζονταν, χιονίζουνταν μαζί, σα να 'ταν όλοι άνθρωποι, σα να 'ταν όλοι πέτρες. Κι όταν ένας άντρας και μια γυναίκα ξεμονάχευαν, κι έρχονταν ο παπάς και τους πάντρευε, λόγο τρυφερό δεν είχαν να πουν, δεν κάτεχαν αμίλητοι έσμιγαν κάτω από τις αδρές μάλλινες αντρομίδες κι ένα μονάχα είχαν στο νου τους: να κάμουν παιδιά, για να τους παραδώσουν τις πέτρες ετούτες, τα βουνά και την πείνα.
Γυναίκες περισσευούμενες, άντρες λιγοστοί• σαν παντρευτούν και μπιστευτούν, τις πρώτες νύχτες, το γιο στα σωθικά της γυναίκας, οι πιο πολλοί παίρνουν τα μάτια τους και ταξιδεύουνται' πως να ζήσουν στα κατσάβραχα ετούτα; Πάνε μακριά πολύ κι αργούν να γυρίσουν «μακροπεραματάρηδες κι άργοπογυριστάδες» τους ονοματίζει το τραγούδι και τους το 'χει παράπονο μεγάλο• γιατί παρατούν ολομόναχες τις γυναίκες τους, κι αυτές μαραίνονται, σακουλιάζει το στήθος τους, βγάζει τρίχες το απάνω χείλι τους• κι όταν πέφτουν τη νύχτα να κοιμηθούν, κρυώνουν.
Πόλεμος ακατάπαυτος με το Θεό, με τους αγέρηδες, με το χιόνι, με το θάνατο είναι η ζωή τους• γι' αυτό, όταν πλάκωσε ο άδερφοσκοτωμός, δεν ξαφνιάστηκαν οι Καστελιανοί, δεν τρόμαξαν, δεν άλλαξαν συνήθειες• μονάχα ό,τι ως τότε κουφόβραζε μέσα τους, βουβό κι αφανέρωτο, ξεσπούσε τώρα κι αυθαδίαζε λεύτερο• τινάχτηκε από τα στήθια τους αχαλίνωτη η αρχέγονη λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώσει. Καθένας είχε κι ένα γείτονα ή κι ένα φίλο ακόμα ή κι αδερφό, που τον μισούσε, χρόνια, χωρίς αφορμή, κάποτε χωρίς κι ο ίδιος να το ξέρει, στέρνιαζε χρόνια το μίσος και δεν έβρισκε κανάλι να βγει' και τώρα, να, ξαφνικά τους μοίραζαν τουφέκια και χειροβομβίδες, ανέμιζαν απάνω από τα κεφάλια τους τρισεύγενες σημαίες, τους ξόρκιζαν οι παπάδες, οι γαλονάδες, οι γαζετατζήδες, να σκοτώσουν το γείτονα και το φίλο και τον αδερφό, έτσι μονάχα, τους φώναζαν, η πίστη κι η πατρίδα θα σωθούν. Ο φόνος, η παμπάλαιη ανάγκη του άνθρωπου, έπαιρνε ένα υψηλό μυστικό νόημα, κι άρχισε το αδερφοκυνηγητό. Άλλοι κότσαραν κόκκινους σκούφους και πήραν τα βουνά, άλλοι, ταμπουρωμένοι στο χωριό, είχαν καρφωμένα τα μάτια τους αντίκρα στην κορφή του βουνού, στην Αετοράχη, όπου λημέριαζαν οι αντάρτες• πότε ροβολούσαν χουγιάζοντας οι κοκκινοσκούφηδες, πότε έκαναν γιουρούσι οι μαυροσκούφηδες και πιάνονταν μέση με μέση κι άρχιζε το γλυκό το άδερφοφάγωμα. Ξεπετιούνταν αναμαλλιάρες κι οι γυναίκες από τις αυλές, σκαρφάλωναν στις ταράτσες και σκλήριζαν, ν' αγκρίσουν τους άντρες• ούρλιαζαν και τα σκυλιά του χωριού, έτρεχαν ξεγλωσσισμένα πίσω από τ' αφεντικά τους κι έμπαιναν κι αυτά στο κυνήγι' ωσότου έπεφτε η νύχτα και κατάπινε τους ανθρώπους.
Ένας μονάχα στέκονταν ανάμεσα τους ξαρμάτωτος, απελπισμένος, με τις αγκάλες ανοιγμένες κι αδειανές, ο ιερέας του χωριού, ο παπα-Γιάνναρος. Κοίταζε πότε δεξά, πότε ζερβά, δεν ήξερε κατά που να πάρει' μέρα και νύχτα ένα μονάχα αναρωτιόταν με αγωνία, ετούτο: Αν κατέβαινε ο Χριστός, με ποιους θα πήγαινε; Με τους μαύρους; με τους κόκκινους; Η θα στέκονταν κι αυτός στη μέση, με τις αγκάλες ανοιχτές, και θα φώναζε: «Αδέρφια, αδερφωθείτε! Αδέρφια, αδερφωθείτε!» Όμοια στέκονταν κι ο αντιπρόσωπος του Θεού στον Κάστελο, ο παπα-Γιάνναρος, με ανοιχτές τις αγκάλες και φώναζε. Φώναζε, μα όλοι, μαύροι και κόκκινοι, προσπερνούσαν και τον γιουχάιζαν:
- Έαμοβούλγαρε, προδότη, μπολσεβίκο!
- Λαοπλάνε, φασίστα, ταυραμπά!
Κι ο παπα-Γιάνναρος κουνούσε τη βαριά κεφάλα του, ανταρεμένος, και προσπερνούσε.
«Ευχαριστώ σε, Θεέ μου» μουρμούριζε «ευχαριστώ σε, γιατί μ' έβαλες σ' ένα τέτοιο επικίντυνο πόστο να πολεμώ• όλους τους αγαπώ, κανένας δε με αγαπάει, μα αντέχω. Μα μην παρατεντώνεις το σκοινί, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι, δεν είμαι βουβάλι μήτε άγγελος, είμαι άνθρωπος, ως πότε θ' αντέχω; μια μέρα μπορεί και να σπάσω' σου το λέω, γιατί - ήμαρτον, Θεέ μου- καμιά φορά το ξεχνάς και ζητάς από τον άνθρωπο πιο πολλά κι από τους αγγέλους.»
Το πρωϊ που ξυπνούσε κι άνοιγε το σταυρωτό παραθυράκι του κελιού του κι έβλεπε κατάστηθά του το κακοτράχαλο βουνό, την Αιτοράχη, χωρίς νερά, χωρίς δέντρα, χωρίς πουλιά, όλο πέτρα, αναστέναζε• ο νους του έφευγε και γύριζε πίσω στο άρχοντοχώρι όπου τώρα κι εβδομήντα χρόνια είχε γεννηθεί, στον Αι-Κωνσταντίνο, πέρα, μακριά πολύ, σ' ένα αμμουδερό ακρογιάλι της Μαύρης θάλασσας. Τι ησυχία• τι ευτυχία, πόσο το φρόντιζε ο Θεός! Σίγουρα ό.τι ιστορούσε το μεγάλο κόνισμα, ζερβά του Χριστού, στο τέμπλο της εκκλησιάς του χωριού, δεν ήταν θεοπαρμένη φαντασία του ζωγράφου, ήταν αληθινό: ο προστάτης του χωριού, ο ισαπόστολος Κωνσταντίνος, κρατούσε στην απαλάμη του, σα μια φωλιά αυγά, το χωριό και το απίθωνε στα πόδια του Θεού. Κι όταν έμπαινε ο Μάης κι έφτανε η γιορτή του Άγιου, τι μεθύσι ιερό χωρίς κρασί, τι θεοκατάνυξη κυρίευε το χωριό! Πώς όλοι ξεχνούσαν τις καθημερινές έγνοιες, ξεχνούσαν πως ήταν ανθρώπινα σκουλήκια, και πετούσαν πολύχρωμες, μεγάλες ίσαμε τον ουρανό, φτερούγες! Μπορεί το λοιπόν ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον άνθρωπο; αναρωτιόταν ο παπα-Γιάνναρος- μπορεί, μπορεί, αποκρίνονταν ο ίδιος, μα μονάχα για μιαν ώρα, για δυο ώρες, μπορεί και για μια μέρα ολάκερη, μα φτάνει• αυτό θα πει αιωνιότητα, αυτό θα πει Πυρκαγιά Θεού, που οι απλοί άνθρωποι το λένε Παράδεισο.
Πολλές φορές είχε μπει στον Παράδεισο ετούτον ο παπα-Γιάνναρος, το αναθυμόταν στο άγριο πετροχώρι ετούτο κάθε πρωΐ, κι ο νους του έφευγε και ταξιδεύουνταν πέρα, ξαναγύριζε στη Μαύρη θάλασσα. Ήταν ένα ιερό αδελφάτο μέσα στο χωριό, εφτά νομάτοι, οι Αναστενάρηδες, αυτό ήταν το ιερατικό τους τ' όνομα, κι αυτός, ο παπα-Γιάνναρος, ήταν ο αρχηγός, ο Αρχιαναστενάρης. Παλιά, παμπάλαιη τελετή, που μπορεί να ξεπερνούσε τα χρόνια της χριστιανοσύνης και ν' απόκρατούσε από την παμπάλαιη ειδωλολατρία. Άναβαν μεγάλη φωτιά στη μέση του χωριού, μαζεύονταν ψαλμουδώντας τριγύρα ο λαός, έρχονταν οι μουζικάντες με τη λύρα και την γκάιδα, άνοιγε η πόρτα της εκκλησιάς και πρόβαιναν γυμνοπόδαροι οι Αναστενάρηδες, σφίγγοντας στην αγκαλιά τους τους «παππούδες» τα παλιά κονίσματα του Αγίου Κωνσταντίνου και της μάνας του της Αγίας Ελένης. Δεν ήταν οι άγιοι αυτοί ζωγραφισμένοι, όπως συνηθίζεται πάντα, σε ιερατική ακινησία• είχαν ανασηκωμένα τα πόδια τους, ανασκούμπωναν τα χρυσά ρούχα τους και πηδούσαν στον αέρα χορεύοντας.
Ως να τους δουν, αγρίευαν η λύρα κι η γκάιδα, πηδούσε ξεφρενιασμένος ο αχός, έσερνε φωνές ο λαός, πολλές γυναίκες έπεφταν κάτω και σπάραζαν κι οι Αναστενάρηδες προχωρούσαν γοργά, ο ένας πίσω από τον άλλο, και τραβούσε μπροστά ο παπα-Γιάνναρος, βιαστικός, με σηκωμένο το λαιμό, και τραγουδούσε άγρια ερωτικά τραγούδια στο θάνατο το θυροκράτη, που μας ανοίγει - ας είναι καλά!- τη θύρα και μπαίνουμε στην αιωνιότητα. Οι φλόγες είχαν κατακάψει τ' αγιασμένα ξύλα, τριζοκοπούσε η θρακιά, και μ' ένα πήδο σάλτερνε μέσα ο παπα-Γιάνναρος και πίσω του το αδελφάτο όλο, οι πυροβάτες, λαχπατούσαν τ' αναμμένα κάρβουνα κι άρχιζαν το χορό• κι ο παπα-Γιάνναρος Έσκυβε, φούχτωνε αναμμένα κάρβουνα και τα πετούσε, τραγουδώντας, στο λαό' σα να κρατούσε αγιαστούρα και ράντιζε τους πιστούς με αγιασμένο νερό. Τι θα πει Παράδεισο κι αιώνια ζωή και Θεός; Να, ετούτη η φωτιά είναι η Παράδεισο, ετούτος ο χορός είναι ο Θεός και δε βαστούσε μια μονάχα στιγμή, μα στους αιώνες των αιώνων!
Κι όταν ξεθηκάρωναν έξω από την άγια πυρκαγιά, μήτε μια τρίχα των ποδιών τους δεν είχε τσουρουφλιστεί, μήτε μια καηματιά στις πατούσες. Στραφτάλιζαν τα κορμιά τους, σα να 'βγαιναν, το καλοκαίρι, από τη δροσάτη θάλασσα.
Ολάκερο το χρόνο φωτίζονταν οι ψυχές από το αντιλάμπισμα της αγίας ετούτης φωτιάς. Και βασίλευε αγάπη, ειρήνη, ευτυχία στους ανθρώπους, στα ζά, στα σπαρμένα. Παχιά χώματα, πλούσια τα ελέη του Θεού, τ' αστάχια καρδάμωναν ένα μπόι, οι ελιές φορτώνονταν με τον ευλογημένο καρπό, σωροί στο κάθε μποστάνι τα πεπόνια, τα καρπούζια, τα φλογοσπειρωτά τ αραποσίτια. Κι η τόση καλοπέραση δεν εξευτέλιζε τους ανθρώπους• γιατί, εκεί που πήγαινε να παραπαχύνει η ψυχή και να γίνει σάρκα, έρχονταν η γιορτή πάλι του Αγίου, άναβαν πάλι οι μεγάλες φωτιές και ξαναπετούσαν οι άνθρωποι φτερούγες.
Μα ξαφνικά, γιατί; ποιος έφταιξε; Καμιά μεγάλη αμαρτία δεν πλάκωσε το χωριό• όπως πάντα οι χωριανοί νήστευαν τις σαρακοστές, Τετάρτη και Παρασκευή δεν έτρωγαν κρέας και ψάρι, δεν έπιναν κρασί, πήγαιναν κάθε Κυριακή στη λειτουργία, έφερναν πρόσφορα, έκαναν κόλλυβα, ξομολογούνταν και μεταλάβαιναν, γυναίκα δε σήκωνε τα μάτια της να κοιτάξει ξένον άντρα, άντρας δε σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει ξένη γυναίκα, όλοι ακλουθούσαν τη στράτα του Θεού. .. Όλα πήγαιναν καλά• και ξαφνικά, εκεί που ήταν ο Θεός σπλαχνικά σκυμμένος κατά το ευτυχισμένο χωριό, απόστρεψε πέρα το πρόσωπο του• το χωριό ευτύς σκοτείνιασε, κι ένα πρωΐ φωνή σπαραχτικιά ακούστηκε στην πλατεία του χωριού: «Ξεριζωθείτε, οι Δυνατοί της Γης προστάζουν, φύγετε! Όλοι οι "Έλληνες στην Ελλάδα, όλοι οι Τούρκοι στην Τουρκιά! Πάρτε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα κονιάματα, ξεκουμπιστείτε! Δέκα μέρες διορία!»
θρήνος σηκώθηκε μέσα στο χωριό, σάστισαν γυναίκες κι άντρες, πήγαιναν κι έρχονταν κι αποχαιρετούσαν τους τοίχους, τους αργαλειούς, τη βρύση του χωριού, τα πηγάδια• κατέβαιναν στην ακρογιαλιά, κυλιούνταν στα χοχλάδια του γιαλού, αποχαιρετούσαν τη θάλασσα κι έσερναν μοιρολόι. Δύσκολα, δύσκολα πολύ, μαθές, ξεκολνάει η ψυχή από τα γνώριμα της νερά κι από τα χώματα. Κι ένα πρωΐ ο γέρο παπα-Δαμιανός, μοναχός του, δεν αφήκε τον τελάλη, μήτε τον άλλο νιότερο παπά, τον παπα-Γιάνναρο, μοναχός του σηκώθηκε αξημέρωτα, πήρε σβάρνα το χωριό, γύριζε από πόρτα σε πόρτα, φώναζε: «Στ' όνομα του Θεού, παιδιά, ήρθε η 'ώρα!»
Από τις βαθιές αυγές χτυπούσαν λυπητερά οι καμπάνες, όλη νύχτα οι γυναίκες ζύμωναν, οι άντρες διαγούμιζαν βιαστικά από τα σπίτια τους ό.τι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, κάπoυ κάπoυ μια γριούλα έσερνε ακόμα το μοιρολόι, μα οι άντρες, με πρησμένα μάτια, γύριζαν και της φώναζαν να πάψει. Τι φελούν τα κλάματα; είπε ο Θεός θα γίνει, ας γίνει το λοιπόν να ξεμπερδεύουμε! Και γρήγορα γρήγορα, προτού να λυγίσει η ψυχή μας και πριν καλά καλά να καταλάβουμε τη συφορά. Ελατέ, γρήγορα χέρια, βρε παιδιά! "Ας φουρνίσουμε τα ψωμιά, ας σακιάσουμε όσο αλεύρι μπορούμε, μακρινή πολύ 'ναι η στράτα, ας πάρουμε μαζί μας ό.τι μας χρειάζεται για να ζήσουμε, τσουκάλια, σκάφες, στρώματα, άγια κονίσματα, μη φοβάστε, αδέρφια! Οι ρίζες μας δεν είναι μονάχα εδώ κάτω στη γης, πιάνουν και τον ουρανό και θρέφονται και γι' αυτό η ράτσα μας είναι αθάνατη. Όρτσα το λοιπόν, παιδιά, κουράγιο!
Φυσούσε αγέρας, χειμώνας καιρός, τα κύματα είχαν αγριέψει, ο ουρανός γεμάτος σύννεφα, κανένα αστέρι. Οι δυο παπάδες του χωριού, ο γερο-Δαμιανός κι ο μαυρογένης παπα-Γιάνναρος, πηγαινόρχονταν μέσα στην εκκλησιά, μάζευαν τα κονιάματα, το άγιο δισκοπότηρο, τ' ασημένιο Βαγγέλιο, τα χρυσοκέντητα άμφια, στέκονταν κι αποχαιρετούσαν τον Παντοκράτορα, που ενέδρευε ζωγραφισμένος στον τρούλο• ο γερο-Δαμιανός γούρλωνε τα μάτια και τον κοίταζε' πρώτη φορά είχε δει πόσο ήταν άγριος, πως έσφιγγε τα χείλια του με θυμό και καταφρόνεση και κρατούσε το Βαγγέλιο σαν κοτρόνα κι ετοιμάζονταν ν' το σφεντονίσει κατακέφαλα στους ανθρώπους.
Κούνησε ο γερο-Δαμιανός το κεφάλι• ήταν χλωμός, αδύναμος, ρουφηγμένα τα μαγουλά του, δεν του 'μεναν στο πρόσωπο παρά δυο μάτια μεγάλα' του 'χαν φάει το κορμί η νηστεία, η προσευκή κι η αγάπη για τους ανθρώπους. Κοίταζε με τρόμο τον Παντοκράτορα, τόσα χρόνια και πως να μην τον δει! Στράφηκε στον παπα-Γιάνναρο : «Έτσι άγριος ήταν πάντα;» έκαμε να τον ρωτήσει, μα ντράπηκε.
- Παπα-Γιάνναρε, είπε, κουράστηκα• μάζεψε εσύ τα κονίσματα που θα πάρουμε μαζί μας και τ' άλλα να τα κάψουμε, παιδί μου, κι ο Θεός θα μας συχωρέσει, να τα κάψουμε να μην τα μαγαρίσουν οι Αγαρηνοί. Και μάζεψε τη στάχτη, μοίρασε τη στους χωριανούς, να την κρατούν φυλαχτό. Κι εγώ θα σηκωθώ να κουρταλώ τις πόρτες και να φωνάζω: Ήρθε η ώρα!
Πήρε να ξημερώσει• μέσα από μαύρα σύννεφα πρόβαλε ο ήλιος, φαλακρός, άρρωστος• ένα φως θλιμμένο άγλειψέ το χωριό, ξεχάσκισαν οι πόρτες, κατάμαυρες• λάλησαν λιγοστά κοκόρια, για στερνή φορά, απάνω στις κοπριές της αυλής• άνοιγαν οι στάβλοι, πρόβαιναν τα βόδια, τα μουλάρια, τα γαϊδουράκια και πίσω τους τα σκυλιά κι οι άνθρωποι. Μύριζε το χωριό ψωμί ξεφουρνισμένο.
- Να 'χετε την ευκή του Θεού, παιδιά μου, παρακαλούσε ο γερο-Δαμιανός και πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο, μην κλαίτε, μη βλαστημάτε. Θεού 'ναι θέλημα, μπορεί και για καλό μας• σίγουρα για καλό μας! Πατέρας μαθές είναι ο Θεός - γίνεται Ένας πατέρας να θέλει το κακό των παιδιών του; δε γίνεται! θα δείτε το λοιπόν, παιδιά μου, πως ο Θεός μας έχει ετοιμάσει εκεί πέρα πιο καρπερά χωράφια να ριζώσουμε. Σαν τους Οβραίους ξεσηκωνόμαστε κι εμείς από τη γη των άπιστων και πάμε στη Γη της Επαγγελίας! Εκεί τρέχει το μέλι και το γάλα, και τα σταφύλια γίνονται ένα μπόι ανθρώπου.
Την παραμονή του μισεμού κίνησαν όλοι μαζί, λιτανεία, άντρες και γυναικόπαιδα, για το μικρό χαριτωμένο νεκροταφείο απόξω από το χωριό, ν' αποχαιρετήσουν τους προγόνους. Ανακλαημένος ήταν ο καιρός, τη νύχτα είχε βρέξει και κρέμονταν ακόμα στα φύλλα της ελιάς σταλαγματιές βροχή• και κάτω το χώμα ήταν μαλακό και μύριζε. Ο παπα-Δαμιανός πήγαινε μπροστά, ντυμένος τα καλά του άμφια, με το χρυσοκεντημένο πετραχήλι του και με το ασημένιο Βαγγέλιο στην αγκαλιά του• πίσω του ακολουθούσε ο λαός, και στερνός, ουραγός, ο παπα-Γιάνναρος, με το ασημένιο σικλί γεμάτο αγιασμό και με την αγιαστούρα του από φουντωμένο δεντρολίβανο. Δεν έψελναν, δεν έκλαιγαν, δε μιλούσαν, πήγαιναν βουβοί, σκυφτοί και μονάχα κάπoυ κάπoυ μια γυναίκα στέναζε, ένα βαθύ Κύριε, κλέηοον' ακούγονταν από κανένα γέρικο στόμα κι οι νέες μανάδες είχαν ανοίξει τον κόρφο τους και βύζαιναν τα μωρά τους.
Έφτασαν στα κυπαρίσσια, έδωκε μια ο παπάς, άνοιξε την πορτούλα, μπήκε, και πίσω του ο λαός. Οι μαύροι ξύλινοι σταυροί ήταν μουσκεμένοι, μερικά, φαναράκια έκαιγαν στους τάφους, μισοσβημένες φωτογραφίες πίσω από το γυαλί μαρτυρούσαν πως ήταν οι κοπέλες, πως ήταν οι λεβέντες με τα στριφτά μουστάκια, όταν ζούσαν. Κατασκορπίστηκε ο λαός, βρήκε καθένας τον αγαπημένο του τάφο, Έπεσαν κάτω οι γυναίκες και προσκύνησαν το χώμα• οι άντρες, όρθιοι, έκαναν το σταυρό τους και σφούγγιζαν με την άκρα του μανικιού τους τα μάτια.
Ο παπα-Δαμιανός στάθηκε στη μέση του κοιμητηρίου, σήκωσε τα χέρια:
- Πατέρες, φώναξε, παππούδες, έχετε γεια! Έχετε γεια, φεύγουμε! Δε μας αφήνουν πια οι Δυνατοί της Γης να ζούμε πλάι σας, να πεθάνουμε και να ξαπλώσουμε πλάι σας, να ξαναγίνουμε κι εμείς χώμα μαζί σας• μας ξεριζώνουν!
Ανάθεμα στους αίτιους! Ανάθεμα στους αίτιους! Ανάθεμα στους αίτιους!
Σήκωσε ο λαός τα χέρια στον ουρανό, σήκωσε βουή μεγάλη:
-Ανάθεμα στους αίτιους!
Κυλίστηκαν όλοι χάμω, φιλούσαν το μαλακωμένο από τη βροχή χώμα, το 'τριβαν στην κορφή του κεφαλιού τους, στα μάγουλα, στο λαιμό, έσκυβαν, το ξαναφιλούσαν φιλούσαν τους πατέρες και τους παππούδες, φώναζαν: «Έχετε γεια !»
Προχώρησε με την αγιαστούρα του ο παπα-Γιάνναρος και πήρε αράδα να ραντίζει τα μνήματα.
-Έχετε γεια! Έχετε γεια! φώναζαν ακολουθώντας οι συγγενείς των πεθαμένων, έχετε γεια, αδέρφια, ξαδέρφια, παππούδες! Σχωρέστε μας που σας αφήνουμε στα χέρια των Αγαρηνών, δε φταίμε εμείς, ανάθεμα στον αίτιο!
Γονάτισε ο παπα-Δαμιανός απάνω στο χώμα, άνοιξε το Βαγγέλιο κι άρχισε ν' αναγνώθει το Βαγγέλιο της Ανάστασης• η φωνή του ξαφνικά είχε δυναμώσει, δεν έτρεμε. Όταν, τώρα που κίνησαν, σήκωσε από την Άγια Τράπεζα το Βαγγέλιο, το άνοιξε και σημάδεψε με μιαν κόκκινη κορδέλα το Βαγγέλιο της Σταύρωσης• αυτό είχε πάρει απόφαση να διαβάσει• μα τώρα, ανάμεσα στους αγαπημένους νεκρούς, δεν το βάσταξε η καρδιά του να τους αφήσει λόγο στερνό το Ηλί, Ηλί, λάμα σαβαχθανί! αποφάσισε λοιπόν ξαφνικά να τους πει ένα καλό, χαρούμενο λόγο: Ο Χριστός ανέστη! Διάβασε το Βαγγέλιο της Ανάστασης κι ύστερα έσυρε φωνή μεγάλη:
- Κάντε υπομονή, παππούδες, καλήν αντάμωση στη Δευτέρα Παρουσία! Ο Χριστός ανέστη, νικήθηκε ο θάνατος, δεν υπάρχει θάνατος, ο άνθρωπος θ'αναστηθεί, κάντε το λοιπόν υπομονή, παππούδες, καλήν αντάμωση!
Σηκώθηκε ο λαός από τα μνήματα, με τα χώματα ακόμα στα μαλλιοκέφαλα τους και στα μούτρα, πήραν κι αυτοί κουράγιο, άπλωσαν κι έσμιξαν τα χέρια, σα να 'θελαν να παρηγορήσει ο ένας τον άλλον και, χωρίς να το 'χουν στο νου τους, πήραν, γαληνά, αργοκίνητα, γύρα από τους τάφους να χορεύουν κι ήταν τα μάτια τους κι οι λαιμοί γεμάτα κλάματα. Χόρευαν ήσυχα, είχαν τα μάτια τους καρφωμένα στους ξύλινους σταυρούς, συλλάβιζαν τα χαραγμένα απάνω τους αγιασμένα ονόματα, κοίταζαν ολούθε αρπαχτικά, λες κι ήθελαν να σηκώσουν να πάρουν μαζί τους όλους ετούτους τους μουσκεμένους σταυρούς και τις φωτογραφίες και τα τενεκεδένια στεφάνια και τα κυπαρίσσια και τα χώματα και τα κόκαλα που ήταν απλωμένα κάτω από τα χώματα. Να τα πάρουν μαζί τους και να φύγουν. Να σηκώσουν τις ρίζες τους και να φύγουν. Χόρευαν ήσυχα, γαληνά, και ξάφνου, εκεί που χόρευαν, σήκωσαν τα μάτια κι είδαν ν' απλώνεται στον ουρανό και ν' ακουμπούν τα πόδια του στη γης, πράσινο, κόκκινο, χρυσό, το ούρανοδόξαρο.
- Καλό σημάδι, αδέρφια, φώναξε ο παπα-Γιάνναρος, τούτη είναι η Ζώνη της Παναγίας κι απλώθηκε από πάνω μας, σκέπη και παρηγοριά μας. Σηκώσαμε τα χέρια μας στον ουρανό, φωνάξαμε το Θεό, κι αυτός αποκρίθηκε: «Αντέστε στην ευκή μου, παιδιά μου» αποκρίθηκε. «Άντέστε στο καλό, η Παναγιά 'έρχεται μαζί σας• να την Άγια Ζώνη της!»
Μπήκε πάλι μπροστά ο παπα-Δαμιανός, γύρισαν στερνή φορά να δουν τους πεθαμένους• μα δεν είδαν τίποτα' όλα τα μάτια είχαν θαμπώσει, ο κόσμος γίνηκε ένα σύννεφο γεμάτο κλάματα' έσυραν φωνή οι ζωντανοί, τρόμαξαν:
- Κουράγιο, παιδιά μου, κουράγιο, φώναζε ο παπα-Δαμιανός, έχετε τα θάρρη σας στο Θεό, μην κλαίτε ‘κι έκλαιγε.
Έκαναν υπομονή, ανακρατούσαν τα κλάματα ώσπου έφτασαν στο χωριό• σαν έφτασαν, κλείστηκαν στα σπίτια τους κι άρχισαν το θρήνο.
Την άλλη μέρα, πρωΐ πρωΐ, φόρτωσαν τα γαϊδουράκια τους και τα μουλάρια, βροντές ακούστηκαν, άρχισε να πέφτει ψιλή βροχή. Μονητάρισαν, όλα μαζί, τα πρόβατα και τα γίδια του χωριού και τα βόδια, κοντοστέκονταν ακόμα οι νοικοκυράδες στα κατώφλια των σπιτιών τους, δεν τους έκανέ καρδιά να ξεκολλήσουν. Στην αυλή της εκκλησιάς ο παπα-Γιάνναρος είχε σωριάσει τα κονίσματα που δε θα 'παιρναν, έκαμε το σταυρό του και τους έβαλε φωτιά. 0ι Χριστοί, οι Παναγιές, οι Απόστολοι, οι Άγιοι, έγιναν στάχτη• μ' ένα ξύλινο φτυάρι ο παπα-Γιάνναρος σήκωνε αψηλά τη στάχτη και τη λίχνιζε στον αγέρα.
Έτοιμοι. Έκαμαν το σταυρό τους, έπεσαν όλοι χάμω και φίλησαν τα χώματα. Έζησαν εδώ χιλιάδες χρόνια, γενεές και γενεές παππούδες, όλα ετούτα τα χώματα ήταν καμωμένα από τη στάχτη τους, από τα αίματα και τον ιδρώτα. Τα φίλησαν, έσκαβαν με τα νύχια τους, έπαιρναν ένα σβώλο χώμα και τον έκρυβαν στον κόρφο τους• Έκαναν υπομονή, μουρμούριζαν από μέσα τους: «Ο Θεός είναι μεγάλος, ο Θεός αγαπάει τους ανθρώπους, ο Θεός ό.τι κάνει το κάνει για καλό μας»• σιργούλευαν την καρδιά τους να μη φωνάξει, μα άξαφνα δεν μπόρεσαν πια να βαστάξουν, και πρώτος σήκωσε θρήνο ο γερο-Δαμιανός.
- Έχετε γεια, Έχετε γεια, χώματα, φώναζε• Έχετε γεια, παππούδες!
Έτρεχαν τα δάκρυα του στα χώματα κι ήταν τα γένια του, τα φρύδια του, τα χείλια του γεμάτα λάσπη.
Η βροχή τώρα έπεφτε δυνατή κι έσμιγαν λάσπη κι άνθρωποι...
Χρόνια και χρόνια πέρασαν μα το μαύρο ετούτο ξημέρωμα κι η λάσπη κι ο θρήνος δεν περνούν. Πήραν τη στράτα της εξορίας, μέρες, νύχτες, βδομάδες, κρύωναν, πεινούσαν, η γυναίκα του παπα-Γιάνναρου, ψιλομαθημένη ως ήταν, δεν μπόρεσε να βαστάξει την κακοπέραση της στράτας, αρρώστησε, ξεψύχησε μέσα στις αγκάλες του παπα-Γιάνναρου. Κι αυτός δεν έκλαψε, σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό, το στόμα, του ήταν γεμάτο παράπονο, παράπονο και θυμό, μα κρατήθηκε, δεν το άνοιξε• κατέβασε πάλι τα χέρια του στη γης, στο πεθαμένο αγαπημένο κορμί, έσκαψε μοναχός του στην άκρα του δρόμου ένα λάκκο, το έχωσε και πήρε πάλι αργά, πίσω από τους συντρόφους τη στράτα. Μέρες, νύχτες, βδομάδες• κι ένα βράδυ έφτασαν σ' ένα αδειασμένο τουρκοχώρι, έκαμαν οι δυο παπάδες αγιασμό, ράντισαν αράδα όλα τα σπίτια, ξόρκισαν το Μουχαμέτη, βάφτισαν το χωριό και το 'βγαλαν Αι-Κωνσταντίνο, έκαμαν το σταυρό τους και μπήκαν μέσα στα σπίτια. Μα το χωριό ήταν μικρό, δε χωρούσε δυο παπάδες, κι ο παπα-Γιάνναρος μπήκε πάλι στη στράτα, με το πετραχήλι παραμάσκαλα, μ' ένα δισάκι στον ώμο' ό.τι είχε, τα δυο βόδια του, τα λίγα πρόβατα, τη ρουχική και το σιτάρι που 'χε πάρει μαζί του, τα χάρισε στο χωριό κι έφυγε. Που να πάει; τι θ' απογίνει; Στάθηκε στη μέση του δρόμου και συλλογίζονταν ολομόναχος, η γυναίκα του είχε πεθάνει, ο γιος του, ο μοναχογιός, χρόνια τώρα είχε βάλει. φωτιά στο πατρικό σπίτι, είχε πάρει τα μάτια του, γύριζε από λιμάνι σε λιμάνι, αλώνιζε τις θάλασσες, κοντραμπατζής και καπετάνιος. Έρμος, παντέρμος τώρα που να πάει; Στέκονταν αναποφάσιστος, στη μέση του δρόμου κι έπεφτε η νύχτα• κι ούτε ένα φως, να πάει να χτυπήσει μιαν πόρτα, να βρει ζεστασιά ανθρώπου. Έκαμε να γυρίσει πίσω, ντράπηκε: «Εδώ σε θέλω, παπα-Γιάνναρε» Έκαμε «τώρα θα φανεί αν έχεις ψυχή μέσα σου για λάσπη. Σήκω απάνω, περπατά! Περπατά, κι όπου σε βγάλει ο δρόμος• άσε το Θεό να οδηγάει' κατέχει Αυτός.» Τρεις μέρες περπατούσε.
Πήγαινε, πήγαινε• δε ρωτούσε πια που πήγαινε, ήξερε• ο Αόρατος οδηγούσε κι ο παπα-Γιάνναρος ακολουθούσε μ' εμπιστοσύνη. «Τι ευτυχία» συλλογίζονταν «να μη ρωτάς, να μην έχεις ανησυχία καμιά, να μην αφήνεις το μυαλό να κουμαντάρει, να μην μπιστεύεσαι στα ορατά, να μπιστεύεσαι στον Αόρατο και να πηγαίνεις!»
Σ' ένα μικρό πεντακάθαρο ρυακάκι είδε ένα γέρο να σκύβει και να βλέπει, βαθιά αφοσιωμένος, το νερό να τρέχει. Ζύγωσε• έσκυψε να δει τι να θωρούσε με τόση προσοχή ο γερός• δεν είδε τίποτα, μονάχα το νερό να τρέχει.
- Τι βλέπεις, παππού; ρώτησε παραξενεμένος. Σήκωσε ο γέρος το κεφάλι, χαμογέλασε θλιμμένος:
- Τη ζωή μου που τρέχει και χάνεται, παιδί μου, αποκρίθηκε• τη ζωή μου που τρέχει και χάνεται...
- Μη θλίβεσαι, παππού, ξέρει αυτή που πάει, κατά τη θάλασσα• όλες οι ζωές του κόσμου κατακεί πάνε, παππούλη.
Ο γέρος αναστέναξε:
- Ναι, παιδί μου, είπε• και γι' αυτό η θάλασσα είναι αρμυρή• είναι από τα δάκρυα.
Έσκυψε πάλι στο νερό που έτρεχε και χάνονταν και πια δε μεταμίλησε.
«Δεν πιστεύει στο Θεό, γι' αυτό φοβάται το θάνατο...» συλλογίστηκε ο παπα-Γιάνναρος και πήρε πάλι δρόμο. Περνούσε χωριά, χτυπούσε τις πόρτες, όλα είχαν παπά, έφευγε• κρατούσε παραμάσχαλα το πετραχήλι του και το Βαγγέλιο και πήγαινε. «Οδήγα, Χριστέ μου» Έλεγε και ξανάλεγε «οδήγα, Χριστέ μου, ακλουθώ.»
Ένα αψηλό χιονοσκέπαστο βουνό μέρες τώρα έρχονταν ολοένα καταπάνω του και μεγάλωνε• ο παπα-Γιάνναρος το κοίταζε ξαφνιασμένος• ποτέ του δεν είχε δει βουνό με τέτοια θεϊκιά, απόκοσμη γαλήνη• σαν τον Πατέρα Θεό έμοιαζε, με τα κάτασπρα πέπλα, με τα κάτασπρα γένια, με τις αγκάλες ανοιχτές κι έσκυβε με αυστηρή καλοσύνη απάνω από την καταπράσινη γης. Είχε μπει ο παπα-Γιάνναρος σε μια λαγκάδα, στάθηκε αλλοπαρμένος• τι πρασινάδα, τι μυρωδιά, τι ερημία! Πουρνάρια ολούθε, σκίνα, μερτιές, κουμαριές, καστανιές θεόρατες. Τόπος ιερός, μύριζε σαν εκκλησιά το Μεγάλο Σάββατο, ένιωσε ο παπα-Γιάνναρος πως εδώ θα τον πρόσταζε ο Θεός να σταματήσει, μέσα στην αμόλευτη ετούτη μοναξιά, τέσσερις μέρες τώρα και τέσσερις νύχτες που τον οδηγούσε.
Ο ουρανός είχε καθαρίσει, σύννεφο κανένα, οι πρώτες αχτίδες του ήλιου έπεσαν από τον ουρανό κι η γης ξυπνούσε. Προχώρεσε• άκουσε τώρα κοκόρια να κράζουν, κι άξαφνα, ανάμεσα από τις καστανιές, ξέκρινε τη θάλασσα να γυαλίζει. Μακριά, γλυκό πολύ, μέσα στον υγρόν αέρα, ένα ξύλινο σήμαντρο λάλησε• έβγαλε το σκούφο του ο παπα-Γιάνναρος, έκαμε το σταυρό του: «θα 'ναι κάποιο μοναστήρι εδώ κοντά, σημαίνει τον όρθρο» συλλογίστηκε.
Πήρε φόρα, σκαρφάλωσε ένα ύψωμα, αγνάντεψε• απάνω από τη θάλασσα, σφηνωμένο στους βράχους, ένα χτίρι με πολλά πατώματα, κάτασπρο, με πλήθος πορτοπαράθυρα, με πύργους, με κυπαρίσσια... Ένας καλόγερος περνούσε κάτω στο μονοπάτι, με μιαν τσάπα στον ώμο• κατηφόρισε ο παπα-Γιάνναρος βιαστικά, έγνεψε από μακριά στον καλόγερο, φώναξε:
- Που βρίσκομαι, πάτερ άγιε; τι 'ναι αυτό που βλέπω; Για μπας κι ονειρεύομαι;
Ο καλόγερος σταμάτησε• ήταν νέος ακόμα, μαυροσγουρογένης, με καφετή μυτερό μάλλινο σκούφο, με πέτσινη ζώνη' και τα μάτια του γυάλιζαν μικρά, παμπόνηρα• είχε άνασκωμένο το ράσο του και περπατούσε ξυπόλυτος. Έκαμε κάμποση ώρα να δώσει απόκριση • κοίταζε τον παπα-Γιάνναρο από τα νύχια ως την κορφή.
- Είσαι Ιερέας; είπε τέλος• πούθε έρχεσαι; τι γυρεύεις εδώ;
- Τι 'ναι αυτό που βλέπω; σε ρωτώ• ύστερα κάνεις ανάκριση, αντιμίλησε ο παπα-Γιάνναρος νευριασμένος.
-Μη θυμώνεις, γέροντα!
- Δε θυμώνω' ρωτώ: τι 'ναι αυτό που βλέπω;
- Το Άγιον Όρος, αποκρίθηκε ο καλόγερος' και το μάτι του έπαιξε σατανικά• ήρθες και του λόγου σου ν' ασκητέψεις; Βοήθεια σου!
Κατέβασε την τσάπα από τον ώμο του, γέλασε:
- Αν έχεις γυναίκα, μην τη φέρεις• αν έχεις κατσίκα, όρνιθα, πρόβατα, σκύλα, μην τη φέρεις• εδώ 'ναι ο κήπος της Παρθένας, θηλυκό δεν μπαίνει, κάμε το λογαριασμό σου!
Έσκυψε ο παπα-Γιάνναρος ως τη γης, έβαλε μετάνοια:
- Αμόλευτο βουνό της θεοφίλητης Παρθένας, μουρμούρισε, καλώς σε βρήκα!
Ο καλόγερος τον κοίταζε και τα μάτια του, τα φρύδια του, τα γένια του γελούσαν.
- Ποιος σ' έφερε εδώ; έκαμε τέλος κι έβαλε την απαλάμη στα χείλια του, να κρύψει το γέλιο.
-Ο Θεός, αποκρίθηκε ο παπα-Γιάνναρος.
- Καλά ξεμπερδέματα, το λοιπόν! είπε, απίθωσε πάλι την τσάπα στον ώμο του, πήρε δρόμο.
Προχώρεσε λίγο, μα ο δαίμονας τον κεντούσε, σταμάτησε:
- Μη σεκλεντίζεσαι, παπά μου, φώναξε, δεν έχουμε εδώ γυναίκες, μα έχουμε νεράιδες, και με αυτές κάνουμε τη δουλειά μας!
Ξέσπασε τώρα σε γέλιο κι αφανίστηκε ανάμεσα στις μερτιές.
- Πολύ άσκημα μπαίνω στον κήπο σου, Παρθένα μου, μουρμούρισε ο παπα-Γιάνναρος κι είχε πιαστεί η καρδιά του• τι κηπουρούς έχεις στη δούλεψη σου, Μαρία!
Έκαμε πάλι το σταυρό του, άπλωσε το δεξί του πόδι και μπήκε στον κήπο της Παναγιάς.
Πόσον καιρό έμεινε στο Άγιον Όρος, σε ποια Μοναστήρια ασκήτεψε, γιατί ξετίναξε μια μέρα τον κουρνιαχτό από τα πόδια του κι έφυγε, ποτέ ο παπα-Γιάνναρος δεν το ξεμυστηρεύτηκε σε κανένα. Μιλούσε μονάχα κάποτε για τη Σκήτη των Ίωσαφαίων δυο χρόνια είχε μείνει εκεί και μάθαινε να ζωγραφίζει.
Δέκα πατέρες, μια τζαμωτή' βεράντα το αργαστήρι, από ένας κάθε βδομάδα μαγέρευε, έπλενε, σκούπιζε, κι οι άλλοι εννιά, λευτερωμένοι από τις καθημερινές έγνοιες, ζωγράφιζαν. Περίσσια κόκκινα έκαναν τα μάγουλα του Χριστού, περίσσια καλοθρεμμένους και καλοντυμένους τους αγίους• γιατί κι αυτοί που τους ζωγράφιζαν καλοπερνούσαν, γεμάτα θροφές τα κελάρια τους, γεμάτα κόκκινες μπογιές τα πινέλα τους, κι οι καρδιές τους γαληνεμένες• η άσκηση στην άγια Σκήτη ετούτη είχε γίνει σανίδι και κόκκινη μπογιά και καλοπέραση.
Μα πολλά βολεμένη του φάνηκε στη Σκήτη ετούτη η ζωή, δεν είναι ετούτο' Άγιον Όρος, ξαφνικά ένιωσε πως η ευτυχία είναι παγίδα του Σατανά, τρόμαξε• λαχτάρησε να ταλαιπωρηθεί, να πεινάσει* να πάρει τον ανήφορο, να σούρνεται με τα γόνατα απάνω στις πέτρες, να βρε! το θεό• αυτό θα πει Άγιον Όρος.
- Έφυγα το λοιπόν, τέλειωνε την κουβέντα του ο παπα-Γιάνναρος, έφυγα από τη βολεμένη Σκήτη των Ίωσαφαίων, γύρισα και τα είκοσι Μοναστήρια να βρω το πιο ασκητικό ν' ασκητέψω... Και λοιπόν, γέροντα; τον ρωτούσαν.
Μα αυτός δάγκανε τα χείλια του και σώπαινε• σώπαινε κάμποση ώρα και σε λίγο άρχιζε με αγριεμένη φωνή να σιγοψέλνει: Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματι μου...
Μια μέρα όμως δεν κρατήθηκε• είχαν έρθει δυο καλόγεροι από ένα Μοναστήρι, τους φίλεψε στο κελί του, μύριζαν λιβάνι και σκόρδο και ταγκό λάδι, άνοιξε το παράθυρο να καθαρίσει ο αγέρας. Σώπαινε' μα οι καλόγεροι ήθελαν κουβέντα. Ο ένας ήταν γέρος παμπόνηρος, ροδομάγουλος, κοιλαράς, με ποταμό τα γένια' ο άλλος νιούτσικος, γεμάτο σπυριά το μούτρο του, με αριό γενάκι, με ύπουλα ματάκια και τσέβδιζε. Σταύρωσε ο γέρος τις απαλάμες του απάνω στην κοιλιά του κι άρχισε, με αυστηρή φωνή, σα να μάλωνε:
- Ήσουν, έχω ακουστά, στο Άγιον Όρος, παπα-Γιάνναρε• γιατί παράτησες την άγια μοναξιά και κατέβεις στον κόσμο; Μπορώ να σε ρωτήσω;
Τα μάτια του παπα-Γιάνναρου άστραψαν.
- Την άγια μοναξιά; έκαμε κι έσφιξε τη γροθιά του' την άγια μοναξιά; Να κάνω τι - δε μου λες, πανοσιότατε; Τα Μοναστήρια σήμερα κατάντησαν κυψέλες από κηφήνες• δεν κάνουν πια μέλι. Αυτός ασκητισμός; αυτός χριστιανισμός; Αυτό ήθελε ο Χριστός; Όχι, όχι! Η προσευχή σήμερα λέγεται πράξη. Ν' ασκητεύεις σήμερα θα πει: να ζεις με τους ανθρώπους, να παλεύεις με τους ανθρώπους και ν' ανεβαίνεις 'κάθε μέρα, κάθε μέρα κι όχι μονάχα τη Μεγάλη Παρασκευή, με το Χρίστο το Γολγοθά. Και να σταυρώνεσαι.
Έκαμε να σωπάσει, μα είχε πια ανοίξει το στόμα του, είχε ανοίξει η καρδιά του, πήρε φόρα• κόχεψε τους δυο καλόγερους, κούνησε το κεφάλι του:
- Να ζω μακριά από τους ανθρώπους, ολομόναχος, ξεκρέμαστος, όχι, δεν ήθελα. Ντρέπουμουν. Ντρέπουμουν, πατέρες μου, και να με συμπαθάτε. Δε θέλω να 'μαι μια πέτρα ξεκάρφωτη στην άκρα του δρόμου θέλω να 'μαι μια πέτρα χρήσιμη κι εγώ, χτισμένη σ' ένα μεγάλο χτίρι.
- Ποιο χτίρι; δεν καταλαβαίνω, τσέβδισε ο σπυριασμένος καλόγερος.
- Ποιο χτίρι; την Ελλάδα, τη χριστιανοσύνη ξέρω κι εγώ πως να το πω; Ένα μεγάλο χτίρι, το Θεό.
- Αυτό λέγεται αλαζονεία, έκαμε ο γέρος και ξεκόλλησε τις φούχτες του από την κοιλιά του.
- Αυτό λέγεται, αντιμίλησε ο παπα-Γιάνναρος με θυμό, αυτό λέγεται, πάτερ άγιε: ακολουθώ τ' αχνάρια του Χριστού. Δεν έμεινε, μαθές, ο Χριστός παρά σαράντα μέρες στην έρημο• ύστερα κατέβηκε από την κορφή της μοναξιάς, πόνεσε, πείνασε, πάλεψε με τούς' ανθρώπους, σταυρώθηκε. Ποιο 'ναι λοιπόν το χρέος του αληθινού χριστιανού; Το 'πα, το ξαναλέω: ν' άκολουθάει, απάνω στη γης, τ' αχνάρια του Χριστού.
- Ώστε λοιπόν εμείς; τσέβδισε πάλι ο νεαρός. Μα ο παπα-Γιάνναρος δεν τον άκουσε• είχε ανάψει.
- Είδα πολλή ατιμία, πολλή υποκρισία, πολλή ψευτιά σε λαϊκούς και σε καλόγερους, δε βαστώ πια! Κάποτε, ήμαρτον, Θεέ μου! Η ψυχή μου γίνεται δαυλός αναμμένος και θέλει να κάψει τον κόσμο και ν' αρχίσει από τα Μοναστήρια.
- Τι σου κάνει ο κόσμος; έκαμε ο γέρος και ρούφηξε το κρασί που 'χ« απομείνει στο ποτήρι του• τι σου 'κάμε ο κόσμος, παπα-Γιάνναρε; Γιατί θες να τον κάψεις; Καλός είναι, έργο του Θεού.
- Έργο του Σατανά! Ήταν, δεν είναι πια έργο του Θεού. Τι μου γουρλώνετε τα μάτια, άγιοι πατέρες; Γυρίζει ο Χριστός από πόρτα σε πόρτα, πεινάει, κρυώνει, και καμιά πόρτα, καμιά καρδιά δεν ανοίγει να του πει : «Καλωσόρισες, Χριστέ μου, έμπα μέσα!» Μα που να τον ακούσετε εσείς, που να τον δείτε• τα μάτια σας, τ' αυτιά σας, ή καρδιά σας έχουν γεμίσει ξίγκια.
- Πάμε να φύγουμε, έκαμε ο γέρος και σκούντηξε με το γόνατο του το γόνατο του νέου• ο κόσμος έχει πολλούς πειρασμούς, δεν πρέπει ν' ακούμε, δεν πρέπει να βλέπουμε, πάμε να φύγουμε. Κοίτα, ο παπα-Γιάνναρος άνοιξε το στόμα του, κι ως άνοιξε το στόμα του άρχισε, χωρίς να το καταλαβαίνει, να βλαστημάει. Γιατί; Γιατί βρίσκεται στον κόσμο, στο βασίλειο του Πειρασμού!
- Πάμε να φύγουμε! τσέβδισε με την ψιλή φωνή του κι ο νεαρός• αψηλά είναι τα τείχη του Μοναστηριού, Πειρασμός δεν μπαίνει.
Ο παπα-Γιάνναρος γέλασε• τράνταξε το μικρό κελί.
- Ε, ε, σιγά τον πολυέλαιο, άγιοι πατέρες! Ένα παραμύθι θα σας πω, που δεν είναι παραμύθι. Ήταν μια φορά ένα Μοναστήρι κι είχε τριακόσιους καλόγερους κι ο κάθε καλόγερος είχε τρεις αρμάτες και τρία άλογα• το ένα άλογο ήταν άσπρο, το άλλο κόκκινο, το τρίτο μαύρο. Έφερναν καθεμέρα γύρα το Μοναστήρι για να μην αφήσουν τον Πειρασμό να μπει• το πρωΐ με τ' άσπρα, το μεσημέρι με τα κόκκινα, το βράδυ με τα μαύρα άλογα' μα ο Πειρασμός πήρε την όψη του Χριστού και μπήκε.
- Του Χριστού! ξεφώνισαν οι καλόγεροι και χτύπησαν τα μεριά τους• άρχισες πάλι τις βλαστήμιες, παπα-Γιάνναρε!
- Του Χριστού! του Χριστού! μούγκρισε ο παπα-Γιάνναρος χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι• του Χριστού όπως τον καταντήσατε, καλόγεροι υποκριτή, τεμπέλη, φαγά! θαρρείτε πως είναι ο Χριστός κι άκολουθάτε τ αχνάρια του, πολύ καλά σας βολεύει, υποκριτές, τεμπέληδες, φαγάδες• μα δεν είναι ο Χριστός, δυστυχισμένοι, είναι ο Πειρασμός που πήρε το σχήμα του Χριστού και μπήκε. Το είπα, το ξανάλεω: ο αληθινός Χριστός περπατάει κι αγωνίζεται και σταυρώνεται κι ανασταίνεται μαζί με τους ανθρώπους.
- Πάμε να φύγουμε! ξαναβρουχήθηκε ο γέρος κι έβαλε όλη του τη δύναμη ν' αναμαζώξει τις κοιλιές του και να σηκωθεί.
Έτρεξε ο νεαρός και τον βοήθησε. Στράφηκε στον παπα-Γιάνναρο:
- θαρρώ πως μας βρίζεις, γέροντα, είπε με κακία• καλά μου το 'χε πει ο Δεσπότης• είσαι μέσα στην Εκκλησία ένας αντάρτης, σηκώνεις δικιά σου παντιγέρα.
- Ναι, δικιά μου παντιγέρα, έκαμε ο παπα-Γιάνναρος και τα μάτια του άστραψαν κι απάνω στην παντιγέρα αυτή είναι ζωγραφισμένος, ξέρεις ποιος, πάτερ άγιε;
- Ποιος, αντάρτη;
- Ο Χριστός με το φραγγέλιο. Αυτό να πεις στο Δεσπότη• αυτό να πεις στον Ηγούμενο του Μοναστηρίου σου' αυτό να πεις σε όλους τους Δεσποτάδες και τους Ηγούμενους του κόσμου. Καταβόδιο, άγιοι πατέρες! είπε και τους άνοιξε, και δε γελούσε πια, την πόρτα.
θυμάται ο παπα-Γιάνναρος με αναγάλλια το πρωΐ που 'τίναξε από τα πόδια του τον κουρνιαχτό κι έφυγε κρυφά, χωρίς να τον δει κανένας, από το Άγιον Όρος. Έλαμπε ο ήλιος σαν την πρώτη μέρα που βγήκε από τα χέρια του Θεού 'ή χιονοσκέπαστη άγια κορφή χαμογελούσε, όλο τριαντάφυλλο, στο φως της αυγής• θαρρείς κι ο Θεός Πατέρας κοίταζε και χαμογελούσε, κάτω στη γης, το μερμήγκι αυτό να τινάζει από τα πόδια του τον αγιορείτικο κουρνιαχτό και να φεύγει γρήγορα γρήγορα ανάμεσα από τις μερτιές και τα σκίνα. Κάμποσες φορές είχε νιώσει ο παπα-Γιάνναρος να φυσάει απάνω στο φλογισμένο μέτωπο του το παγωμένο αεράκι της λευτεριάς κι ένιωθε χαρά μεγάλη• μα η χαρά εκείνο το πρωΐ δεν είχε το ταίρι της• όμοια χαρά θα νιώθει και το κούτσουρο όταν πέφτει απάνω του η άνοιξη. «Σήμερα γεννήθηκα, σήμερα γεννήθηκα...» τραγουδούσε καβαλικεύοντας τις μερτιές και τα σκίνα' και μήτε μια φορά δε στράφηκε πίσω του να δει το Μοναστήρι, που χάνονταν πια στ' απογύρισμα της λαγκαδιάς.
Από χωριό σε χωριό, από βουνό σε βουνό, καταστάλαξε στο πετροβούνι ετούτο και θρονιάστηκε στον Κάστελο. Στην αρχή δεν τον χωρούσε ο τόπος, στενός ήταν, ξερός, πνίγουνταν λαχτάριζε να δει λίγο αφράτο χώμα, μια μυγδαλιά ανθισμένη, ένα πρόσωπο ανθρώπου να γελάει• μια φλέβα νερό να τρέχει. Μα σιγά σιγά, με τον καιρό, αγάπησε και τις πέτρες ετούτες, πόνεσε και τους ανθρώπους ετούτους• αδέρφια του κι αυτοί• στο πρόσωπο τους έβλεπε τον πόνο και την τρομάρα του ανθρώπου. Πιάστηκε λοιπόν κι από τ' άγρια κατσάβραχα ετούτα η ψυχή του κι έριξε ρίζες.
Βολεύτηκε ο παπα-Γιάνναρος σαν τους Καστελιανούς στην παντερμιά και στην κακοπέραση• πεινούσε πολλές φορές, κρύωνε, δεν είχε άνθρωπο ν' αλλάξει μιαν κουβέντα μαζί του, ν' αλαφρώσει' μα δεν παραπονιόταν «εδώ 'ναι το πόστο μου» έλεγε «εδώ θα πολεμήσω».
Ωσότου άδειασε ο Θεός απάνω από την Ελλάδα τις εφτά κούπες της οργής του και ξέσπασε το άδερφοφάγωμα. Ξέσπασε το άδερφοφάγωμα, κι ο παπα-Γιάνναρος στάθηκε στη μέση• με ποιους να πάει; Όλοι παιδιά του, όλοι αδέρφια• στα πρόσωπα ολωνών ξεχώριζε τα δαχτυλικά αποτυπώματα του Θεού. Φώναζε: «Αγάπη! Αγάπη! Ομόνοια!» μα ο λόγος του κυλούσε στην άβυσσο• κι από την άβυσσο ανέβαιναν, δεξάθε, ζερβάθε, βρισιές και βλαστήμιες:
- Εαμοβούλγαρε, προδότη, μπολσεβίκο!
- Λαοπλάνε, φασίστα, ταυραμπά!
Τα χιόνια στην κορφή του βουνού είχαν αρχίσει να λιώνουν, ο ήλιος δυνάμωσε, τα ξεπαγιασμένα χώματα πήραν να ζεσταίνονται. Τα πρώτα πράσινα φυλλαράκια τρυπούσαν τη γης και ξεπρόβαιναν φοβισμένα• λιγοστά• ταπεινά αγριολούλουδα αναμέριζαν τις πέτρες, να ξεπροβάλουν κι αυτά να δουν τον ήλιο. Αθόρυβες μεγάλες δυνάμες δούλευαν κάτω από τα χώματα, όλη η ταφόπετρα του χειμώνα ανασηκώνουν-' ταν, η πλάση ανασταίνονταν. Χλιαρό αγεράκι φυσούσε και μύριζε πότε αγριολούλουδο από τις χλοϊσμένες πέτρες, πότε ψοφίμι από τους νεοσκοτωμένους ανθρώπους.
Απρίλης, Κυριακή των Βαγιών τ' Άγια Πάθη κινούσαν απόψε θα 'μπαινε ο Χριστός, καβάλα σε γαϊδουράκι, στην άγρια Ιερουσαλήμ που σκοτώνει τους προφήτες. Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της ννχτός θα βροντοφωνήσει ο παπα-Γιάνναρος καλωσορίζοντας το Σωτήρα, που έμπαινε, πικρά χαμογελώντας, στα θανατερά δίχτυα των ανθρώπων. Και θα χτυπούσε λυπητερά την καμπάνα, να καλέσει τους χριστιανούς στην εκκλησιά να δουν τι υπόφερε και τι υποφέρει ο Θεός από τους ανθρώπους.
«Δε γίνεται» συλλογίζουνταν ο παπα-Γιάνναρος «ακόμα και τα θεριά, οι λύκοι, τα τσακάλια, τ' αγριογούρουνα, έχω ακουστά, τις άγιες ετούτες μέρες, χωρίς να ξέρουν το γιατί, μερώνουν μια στάλα• άνεμος χλιαρός, πονετικός φυσάει, μεγάλη φωνή γρικιέται στον αέρα, γεμάτη αγάπη, γεμάτη πόνο, τα θεριά δεν ξέρουν ποιος είναι αυτός που φωνάζει, μα οι άνθρωποι το ξέρουν, είναι ο Χριστός. Γιατί, μαθές, ο Χριστός δεν κάθεται απάνω από τα σύννεφα, σε θρόνο, όχι παλεύει απάνω στα χώματα, πονάει κι αυτός, αδικιέται κι αυτός και πεινάει και σταυρώνεται μαζί μας. Ακούν οι άνθρωποι όλη τη Μεγάλη Βδομάδα την κραυγή του Χριστού που πονάει, δε γίνεται το λοιπόν, θα πονέσει κι η καρδιά τους.»
Αυτά συλλογίζουνταν ο παπα-Γιάνναρος πρωΐ πρωΐ, όρθιος στο κατώφλι της εκκλησιάς κι αφουκράζουνταν το χωριό που ξυπνούσε• ένιωθε τις πόρτες, τα σπίτια, τις καμινάδες που δεν έβγαζαν πια καπνό, τα δρομάκια του χωριού, τις φωνές των αντρών και τις βλαστήμιες, τα κλάματα των παιδιών που πεινούνε, όλα, όλα τά 'νιωθε ο παπα-Γιάνναρος απάνω του, μέσα του, όπως ένιωθε τις φλέβες στο λαιμό και στα μελίγγια του να χτυπούν, τα ρουθούνια του ν' ανοιγοκλείουν και τα κόκαλα του να τρίζουν. Ήταν ένα με τις πέτρες και με τους ανθρώπους, σαν τα τέρατα που λεν τα παραμύθια, μισό άνθρωποι, μισό, από τα νεφρά και κάτω, άλογα• όμοια κι ο παπα-Γιάνναρος από τα νεφρά και κάτω ήταν χωριό, ο Καστέλος. Ένα σπίτι να καεί, καίγουνταν, ένα παιδί να πεθάνει, πέθαινε• κι όταν γονάτιζε στην εκκλησιά, ομπρός στο θαματουργό κόνισμα της Παναγιάς της Μεγαλομάτας, της προστάτισσας του Κάστελου, δεν ήταν μονάχα αυτός, ο παπα-Γιάνναρος που γονάτιζε• γρικούσε πίσω του ολάκερο το χωριό, σύσπιτο, σύψυχο, να γονατίζει. «Δεν είμαι πια Γιάνναρος» χωράτευε συχνά με το νου του και γελούσε «δεν είμαι πια Γιάνναρος, είμαι Κάστελος!»
Μα εκεί που αφουκράζουνταν ο παπα-Γιάνναρος το χωριό να ξυπνάει και ξυπνούσε κι αυτός μαζί του, ακούει εκεί κοντά, από τη μικρή πλατεία του χωριού, την καμπανιστή φωνή του τελάλη του Κυριάκου• κάποιο τρανό μαντάτο θα διαλαλούσε, γιατί οι πόρτες άνοιγαν καταχτυπώντας, κουβέντες και φωνές γρικήθηκαν, το χωριό ξαφνικά αναστατώθηκε. Έστησε τη μαλλιαρή του αυτούκλα ο γέροντας, άκουγε• κι όσο άκουγε, το αίμα του έβραζε. Έδωκε μια δρασκελιά, πετάχτηκε στη μέση του δρόμου. Μια στιγμή σιωπή• πορτοπαράθυρα ανοιγόκλεισαν, γυναίκες σκλήριξαν, ένα σκυλί γάβγισε• κι ευθύς πάλι η φωνή του τελάλη:
- Ε, Ε χριστιανοί, ακούστε! Η Παναγιά έρχεται σήμερα στο χωριό μας• ένας καλόγερος, να 'χουμε την ευκή του, φέρνει από το Άγιον Όρος, σε ασημένια θήκη, την Τιμία Ζώνη της Παρθένας, θα σταθεί στην πλατεία του χωριού, τρεχάτε όλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, προσκυνήστε!
Ο παπα-Γιάνναρος άρπαξε τα γένια του να τα ξεριζώσει, μια βλαστήμια έπλεε στο στόμα του μα την κατάπιε.
- Παναγιά μου, μουρμούρισε, συχώρεσε με, μα φοβούμαι τους καλόγερους• να 'ναι αλήθεια αυτή η αγία Ζώνη σου, Παρθένα μου;
Είχε σκύψει, χρόνια τώρα, στον Άγιον Όρος, στο Βατοπέδι, και την είχε προσκυνήσει' από καστανό μαλλί, με χρυσές κλωστές υφασμένη, ξεφτίδια από την πολυκαιρία. Η Παναγιά ήταν μια γυναίκα φτωχιά, κι ο Χριστός, όσο ήταν στη γης, φτωχός κι αυτός• πως μπορούσε, το λοιπόν, η Παναγιά να φοράει τόσο ακριβή, χρυσοπλεμένη ζώνη; Μιαν άλλη μέρα, σ' ένα άλλο Μοναστήρι, του είχαν δείξει, μέσα σε χρυσό κουτί, ένα παιδιάτικο κρανίο: «Είναι του Άγιου Κηρύκου» του 'πε ο βηματάρης, ο καλόγερος που κρατούσε τα κλειδιά του σκευοφυλακίου• ύστερα από λίγες μέρες, σ' ένα άλλο Μοναστήρι, μιαν άλλη, πολύ μεγαλύτερη κάρα: «Του Άγιου Κηρύκου» του 'πε ο βηματάρης. Ο παπα-Γιάνναρος δε βάσταξε: «Μα προχτές μου 'δειξαν μιαν παιδιάτικη κάρα του ίδιου αγίου!
- Ε! έκαμε ο βηματάρης «θα 'ταν όταν ο Άγιος ήταν μικρός!»
Κάτεχε λοιπόν ο παπα-Γιάνναρος τις καλπουζανιές των καλόγερων, κι όταν στο Βατοπέδι προσκύνησε την Τιμία Ζώνη, στράφηκε στο βηματάρη, ένα σεβάσμιο κοιλαρά καλόγερο, και τον ρώτησε εμπιστευτικά: «Να 'χω την ευκή σου, πάτερ άγιε, λες να 'ναι ετούτη αληθινά η Ζώνη τής Παναγιάς;» Κι ο παμπόνηρος καλόγερος χαμογέλασε: «Μην πολυσκαλίζεις, παπα-Γιάνναρε» του αποκρίθηκε• «να κάμει ένα δυο θάματα, κι αν δεν είναι, θα γίνει!»
- Συχώρεσέ με, Παναγιά μου, μουρμούρισε πάλι, μα φοβούμαι τους καλόγερους, δεν τους θέλω!
Ο τελάλης είχε σταθεί να πάρει ανάσα• έκαμε ο παπα-Γιάνναρος να δώσει ακόμα μια δρασκελιά, να ζυγώσει, μα η φωνή πάλι τινάχτηκε• με το ένα πόδι ανάερο, με το αυτί τρουλωμένο, τρεμάμενος όλος, ο παπα-Γιάνναρος άκουγε:
- Ακούστε, ακούστε, χριστιανοί! Όσοι έχετε άρρωστους, όσοι έχετε αρρώστιες, ελάτε! Ο καλόγερος ‘να 'χουμε την ευκή του! πήρε από την Παναγιά τη χάρη να γιαίνει την κάθε αρρώστια, είτε από συνεργεία δαιμόνου, είτε από δάγκαμα φιδιού, είτε από κακό μάτι ανθρώπου! Νάτος! νάτος, έφτασε!
Κι αλήθεια, σε λίγο, από την άκρα του δρόμου, καβάλα σε γκρίζο γαϊδουράκι, παχύς, γελαστός, με τα μαλλιά κότσο στο κορφοκέφαλο, ξεσκούφωτος, πρόβαλε ο καλόγερος. Δεξά ζερβά του, φορτωμένα στο γαϊδουράκι, δυο κοφίνια γεμάτα μπουκάλες και ζωοτροφές. Πίσω του μια τσούρμα παιδιά, με πρησμένες κοιλιές, με καλαμένια ποδάρια, κι άλλα ακουμπώντας σε δεκανίκια, έτρεχαν παλεύοντας ποιο να πρωταρπάξει ένα κουκί, ένα ρεβίθι, ένα ξερό σκουληκιασμένο σύκο, που κάπoυ κάπoυ τους πετούσε ο καλόγερος, από τις φαρδιές τσέπες του, και σκούσε στα γέλια.
Έτρεξε ο Κυριάκος, αγκάλιασε όσο μπορούσε το φαρδύ κορμί του καλόγερου και τον βοήθησε να πεζέψει στη μέση της πλατείας. Άντρες, γυναίκες ωστόσο είχαν μαζευτεί και χύθηκαν να φιλήσουν το παχουλό χέρι του Αγιορείτη.
- Έχετε την ευκή μου, παιδιά μου, έλεγε αυτός με βαριά ψαλμουδίστικη φωνή, έχετε την ευκή και της Παναγιάς, φέρτε από τα σπίτια σας ό.τι χάρισμα μπορείτε για την Παρθένα, λεφτά, ψωμί, κρασί, αυγά, τυρί, μαλλί, λάδι, ό.τι έχετε, κι ελάτε να προσκυνήστε.
Κι ως έβλεπε τους κακόμοιρους Καστελιανούς να κοντοστέκουνται, να συλλογούνται τι έχουν να δώσουν στη χάρη της, ο παμπόνηρος, άνοιξε το ράσο του κι έβγαλε ένα μακρύ ασημένιο κουτί που κρατούσε παραμάσκαλα' σταυροκοπήθηκε τρεις φορές, το σήκωσε αψηλά, το γύρισε ολούθε να το καμαρώσουν όλοι.
- Γονατιστέ! πρόσταξε• εδώ μέσα κείτεται η Τιμία Ζώνη της Παρθένας Μαρίας! Τρεχάτε στα σπίτια σας, φέρτε της ό.τι μπορείτε, κι ελατέ να προσκυνήστε! Κι ελάτε εδώ δε μου λέτε, πως τα πάτε με τους αντάρτες;
- Δε βαστούμε πια, πάτερ άγιε, λιώσαμε.
- Σκοτώνετε! Σκοτώνετε! αυτά μου παράγγειλε η Παναγιά να σας πω, σκοτώνετε τους αντάρτες• δεν είναι αυτοί άνθρωποι, είναι σκύλοι!
Σκόρπισε ο λαός να δει τι να βρει να φέρει, κάθισε ο καλόγερος στο πεζούλι, απέξω από τον καφενέ, που μήνες τώρα ήταν κλειστός, που να βρει ο καφετζής καφέ, ζάχαρη, λουκούμι τουμπεκί για τους ναργελέδες; Κάθισε το λοιπόν ο καλόγερος στο πεζούλι, ξετύλιξε από τον κόρφο του ένα μαντίλι τετράδιπλο, γαλάζο με άσπρες βουλές, και πήρε να σφουγγίζει τον ιδρώτα του. Έβηξε, έφτυσε, σηκώθηκε, διάλεξε από το κοφίνι ένα σύκο που δεν είχε σκουλήκια κι άρχισε να μασουλίζει• έβγαλε και μια μποτίλια, ήπιε κάμποσες ρουφιές ρακή.
- Τι καπνό φουμάρει ο παπάς του χωριού σας; ρώτησε άξαφνα τον Κυριάκο, που στέκουνταν πλάι του, σταυρό τα χέρια, και τον καμάρωνε.
Δεν τον είχε ακόμα αξιώσει ο Θεός να δει ασκητή από το Άγιον Όρος και τώρα δεν αποχόρταινε να βλέπει το αγιασμένο ετούτο ιδρωμένο κορμί και τον κότσο στην κορφή του κεφαλιού και τις φαρδιές αγιορείτικες ποδάρες• κι άνοιγε αχόρταγα τα στενά ρουθούνια του και ρουφούσε την αγιορείτικη ιδρωτίλα.
Βυθισμένος στην έκσταση ετούτη ο Κυριάκος άργησε να δώσει απάντηση. Ο καλόγερος νεύριασε.
- Τι καπνό φουμάρει ο παπάς του χωριού σας, σε ρωτώ για να ξέρω.
Ο Κυριάκος ξεροκατάπιε• κοίταξε γύρα του, μην τον ακούει κανένας, χαμήλωσε τη φωνή:
- Τι να σου πω, πάτερ άγιε; Φόβος και τρόμος• αγριάνθρωπος• δεν κάνει χωριό με κανένα. Ό.τι κι αν πεις, ό.τι κι αν κάμεις, ξινίζει τα μούτρα του, δεν του αρέσει• ό.τι πει αυτός! Λες και κρατάει το Θεό από τα γένια. Άγιος άνθρωπος, μα ανυπόφορος έχε το νου σου, πάτερ άγιε!
Ο καλόγερος έξυσε το κεφάλι:
- Το καλύτερο, το λοιπόν, είπε ύστερα από συλλογή, να μην έχω νταραβέρια μαζί του• να κάμω γρήγορα τη δουλειά μου και να φύγω.
Ακούμπησε στον τοίχο του καφενέ, αναστέναξε:
- Κουράστηκα, αδερφέ μου... πως σε λένε;
- Κυριάκο' είμαι ο τελάλης του χωριού κι αφήνω τα μαλλιά μου για να γίνω παπάς.
- Κουράστηκα, αδερφέ μου Κυριάκο• έργο βαρύ μου μπιστεύτηκε η χάρη της• τρεις μήνες περιφέρω, χώρες και χωριά, την άγια Ζώνη της, κατάντησα, κοίτα, πετσί και κόκαλο, έλιωσα... είπε κι έδειξε τις κοιλιές του και τά διπλά προγούλια.
Έκαμε το σταυρό του, έκλεισε τα μάτια.
- Ας τον πάρω, είπε, μια στάλα• ωσότου έρθουν οι χριστιανοί να προσκυνήσουν. Έχε το νου σου, Κυριάκο παιδί μου, να μη ζυγώσει κανένας στα κοφίνια.
Κουκούβισε ο Κυριάκος στα πόδια του, δεν του 'κανε καρδιά ν' αποχωριστεί από τον άγιο ετούτον αποσταλμένο του Θεού.
Μα εκεί που ρουφούσε τη μακαριότητα και την ένιωθε να μπαίνει μέσα του από τα μάτια, από τα ρουθούνια, από τ' αυτιά του - γιατί ο καλόγερος είχε αρχίσει τώρα να ροχαλίζει - τινάχτηκε απάνω ξαφνιασμένος• ο παπα-Γιάνναρος στέκουνταν μπροστά του και τα φρύδια του ανεβοκατέβαιναν αναχεντρωμένα.
- Πολύ άσκημα, θαρρώ, ακονίζεσαι για παπάς, Κυριάκο, του πέταξε με θυμό• τι μου τον κουβάλησες ετούτον στο χωριό;
Εγώ; έκαμε ο κακόμοιρος ο Κυριάκος• ήρθε μοναχός του, γέροντα μου.
- Μα η αφεντιά σου μου τον τελαλίζεις!
Έδωκε μια με την πατερίτσα του, σκούντηξε τις αγιορείτικες ποδάρες.
- Ε πάτερ άγιε, έχω ένα λόγο να σου πω, ξύπνα! Άνοιξε ο καλόγερος τ' αυγουλωτά του μάτια, είδε τον παπά, κατάλαβε.
- Γέροντα μου, είπε, καλώς σε βρήκα.
- Τι γυρεύεις εδώ στο χωριό μου;
- Μ' έφερε η χάρη της, αποκρίθηκε ο καλόγερος κι έδειξε το ασημένιο κουτί. Εγώ πάω όπου αυτή με πάει.
- Η χάρη της μ' έπεψε και μένα να σου πω: φεύγα! Πάρε το κουτί, τα κοφίνια σου, το γαϊδουράκι, τα γιατροσόφια σου, φεύγα!
- Η Παναγιά Παρθένα...
- Σώπα! Μη μαγαρίζεις το άγιο τ' όνομα της Μάνας του Θεού. Να σ' έστελνε η χάρη της, θα σε φόρτωνε από το Άγιον Όρος σιτάρι και λάδι και ρουχική, ό.τι περισσεύει από τους καλόγερους, να 'ρθεις εδώ να τα μοιράσεις στο λαό της που γυρίζει γυμνός και ξυπόλυτος και πεθαίνει της πείνας. Όχι να θες να βγάλεις από το στόμα τους και μια μπουκιά ψωμί που τους απομένει... Σώπα, σου λέω! Έκαμα κι εγώ Αγιορείτης, έμαθα τα μυστικά σας, υποκριτές, τεμπελχανάδες, αγιογδύτες!
Τον έπιασε από το μπράτσο.
- Και τι 'ναι τα λόγια που ξεστομίζεις, δε μου λες; Σκοτώνετε! Σκοτώνετε! Αυτά σου παράγγειλε η Παρθένα; Γι αυτό, το λοιπόν, μπήκε σήμερα στην Ιερουσαλήμ ο Γιος της, να σταυρωθεί; Ιούδα! Ως πότε, μωρέ, θα προδίνεις το Χριστό;
Είχε σκύψει απάνω του και του μιλούσε κι έτρεμε μανιασμένος.
- Ιούδα! Ιούδα!
Μιλούσε ακόμα, κι ο λαός είχε ξαναρχίσει να μαζεύεται, ξεσκούφωτος, αμίλητος, με τα μάτια στυλωμένα με τρόμο στο ασημένιο κουτί απάνω στο πατάρι. Καθένας κρατούσε στα χέρια του ή μέσα στο σκούφο του ένα κρεμμύδι ή μια φούχτα σιτάρι ή λίγο μαλλί από το πρόβατο του, ό.τι είχε, να το χαρίσει στην Παναγιά. Μια γυναίκα δεν είχε τίποτα, είχε βγάλει την μπολίδα της να τη δώσει• ένας γέρος, μιαν παλιάν αντίκα που 'χε βρει μια μέρα σκάβοντας στο χωράφι του.
Στράφηκε ο παπα-Γιάνναρος, κοίταξε το λαό, η καρδιά του σφίχτηκε.
- Παιδιά μου, είπε, προσκυνήστε την αγία Ζώνη, μα μη δώστε μήτε ένα σπυρί σιτάρι στον καλόγερο• φτωχοί είστε, πεινάτε, πεινούν τα παιδιά σας, κι η Παναγιά δεν έχει ανάγκη από χαρίσματα. Αυτή να σας πάρει; Θεός φυλάξει! αυτή να σας δώσει! Γιατί τη λένε Μάνα της Χριστιανοσύνης; Μπορεί να βλέπει τα παιδιά της να πεινούνε και να μην απλώνει το σπλαχνικό χέρι της να τους δώσει μια φέτα ψωμί; Και να τώρα ο αγαθός ετούτος άνθρωπος που ήρθε στο χωριό μας να γεμίσει τα κοφίνια του και να φύγει, είδε τη φτώχεια μας, είδε τα παιδιά που έτρεχαν πίσω του λιμασμένα κι η καρδιά του πόνεσε. Δούλος, μαθές, πιστός δεν είναι της Παναγιάς; Δεν κάθεται η Παναγιά μέσα στην καρδιά του; Τι ανάγκη έχει αυτός από φαγιά και καλοπέραση; Από χρόνια έχει καταφρονέσει τ' αγαθά του μάταιου κόσμου και πήγε στο Άγιον Όρος ν' αγιάσει... Πόνεσε το λοιπόν στη συφορά μας και πήρε την απόφαση - ο Θεός να τον έχει καλά! - να σας μοιράσει ό.τι ως τώρα μάζεψε από τα χωριά που πέρασε και• βρίσκεται στα κοφίνια του!
Ν' ακούσει ο λαός τα λόγια ετούτα έσυρε φωνή κι οι γυναίκες έβαλαν τα κλάματα• χύθηκαν όλοι στον καλόγερο, του άρπαζαν το χέρι και το φιλούσαν κι έκλαιγαν. Κι ο καλόγερος είχε γίνει κατακόκκινος, έβραζε μέσα του, βλαστημούσε το διαολόπαπα που του 'παιξε ένα τέτοιο παιχνίδι και τον λήστεψε. Μα τι μπορούσε πια να κάμει; ντρέπουνταν, όχι, δεν ντρέπουνταν, φοβόταν ν' αρνηθεί, είχαν κιόλα μαζωχτεί τα παιδιά γύρα από το γαϊδουράκι και χοροπηδούσαν, είχαν κολλήσει τη μύτη τους στα κοφίνια, οσμίζονταν τη μυρωδιά από τα σύκα κι έτρεχαν τα σάλια τους.
- Ας έρθουν δυο, πρόσταξε ο παπα-Γιάνναρος, να ξεφορτώσουν το γαϊδουράκι, να φέρουν έξω τα κοφίνια, κι ο άγιος ετούτος άνθρωπος - ο Θεός τον έφερε!- θα σας τα μοιράσει. Μα πρώτα προσκυνήστε την άγια Ζώνη!
Δεν είχε προφτάσει να το πει, και τα κοφίνια είχαν κιόλα ξεφορτωθεί, άπλωναν οι γυναίκες τις ποδιές τους κι οι άντρες τους σκούφους και τα μαντίλια, τους και τα παιδιά έχωναν τα χεράκια τους στα κοφίνια.
- Ησυχία... ησυχία... παράγγελνε ο παπα-Γιάνναρος κι έλαμπε το πρόσωπο του ευχαριστημένο, πρώτα να προσκυνήστε και να ευχαριστήστε την Παναγιά, που σας στέλνει τον άγιο ετούτον άνθρωπο και τα κοφίνια του!
Ο καλόγερος ορθός αγκομαχούσε, ίδρωνε και ξέδρωνε και του 'ρχουνταν να κρεπάρει• κάπoυ κάπoυ έριχνε φαρμακερή ματιά στο διαολόπαπα• αχ, να μπορούσε να τον αρπάξει από τα γένια, να του τα ξεριζώσει, τρίχα τρίχα! Μια στιγμή τον ζύγωσε, έσκυψε στο αυτί του:
- Μ' έφαες, αγιογδύτη! έγρουξε, κι η αναπνοή του έκαψε τα μελίγγια του παπα-Γιάνναρου.
Ο παπα-Γιάνναρος χαμογέλασε:
- Ναι, έχεις δίκιο, πάτερ άγιε, έκαμε δυνατά, να τον ακούσει ο λαός, δεν υπάρχει χαρά μεγαλύτερη από του να δίνεις ψωμί στους πεινασμένους, θα μνημονέψω τ' όνομά σου απόψε στην Άγια Τράπεζα. Μα, αλήθεια, πως σε λένε, πάτερ άγιε;
Μα ο καλόγερος έγρουξε μανιασμένος, άρπαξε το ασημένιο κουτί, το άνοιξε βαριεστισμένος, φάνηκε όλο ξεσκλίδια, από καστανό μαλλί και χρυσά νήματα, η Τιμία Ζώνη.
- Προσκυνήστε! έκαμε με ξερή φωνή, σα να 'λεγε: «Ξεκουμπιστείτε!»
Έσκυψε ο λαός, προσκύνησε το άγιο λείψανο, ο ένας πίσω από τον άλλο, γρήγορα γρήγορα, βιάζουνταν ένιωθαν πίσω τους τα κοφίνια και λαχτάριζαν να τελέψει το προσκύνημα και ν' αρχίσει η μοιρασιά.
Ξεθεωμένος, καταγαναχτισμένος, σωριάστηκε ο καλόγερος στο πεζούλι, του 'βαλαν ανάμεσα στα σκέλια του το ένα κοφίνι, ύστερα το άλλο, και στέκουνταν από πάνω ο παπάς να κρατάει την τάξη' ζύγωνε ένας ένας, άπλωνε το σκούφο του, την ποδιά του, τις φούχτες, έχωνε ο καλόγερος στο κοφίνι τις χερούκλες και μοίραζε μουρμουρίζοντας, μουθουνίζοντας, κρυφά βλαστημώντας.
- Ανάθεμα σε, διαολόπαπα... ανάθεμα σε, διαολόπαπα... κρυφοβλαστημούσε και μοίραζε το βίος του.
- Μη φωνάζετε, παιδιά, έλεγε ο παπα-Γιάνναρος, ο άγιος του Θεού προσεύχεται...
Έπαιρνε καθένας το μερτικό του, φιλούσε το χέρι του καλόγερου κι έφευγε τρεχαπετάμενος για το φτωχικό του.
- Τι χαρές θα κάνει ή Παναγιά, έλεγε και ξανάλεγε ο παπα-Γιάνναρος, να βλέπει το λαό της να της αδειάζει τα κοφίνια! Τι λες και του λόγου σου, πάτερ άγιε;
Μα ο πάτερ άγιος δε βάσταξε πια, άρπαξε τα κοφίνια, τ' αναποδογύρισε απάνω στις πέτρες και γύρισε πέρα το κεφάλι να μη βλέπει το βίος του να χάνεται...
Έπεσε ο λαός απάνω στους δυο σωρούς, κι ως να πεις Κύριε, ελέησον! τα 'καμε πάστρα.
Ο καλόγερος πήρε από χάμω ένα σύκο, το μασούσε με λύσσα και το 'φτυνε.
- Κυριάκο, πρόσταξε ο παπάς, πάρε τα κοφίνια, φόρτωσε τα στο γαϊδουράκι και βοήθησε και τον άγιον άνθρωπο να καβαλήσει. Έκαμε εδώ το χρέος του, ας είναι καλά, ας πάει παραπέρα!
«Αχ, να μπορούσαν τα μάτια να σκοτώνουν' συλλογίστηκε ο καλόγερος «θα σ' έκανα χίλια κομμάτια, ταυραμπά!» Ζύγωσε ο Κυριάκος το γαϊδουράκι στο πεζούλι, άγκάλιασε πάλι, όσο μπορούσε, το τρίπαχο κορμί του καλόγερου και τον θρόνιασε ανάμεσα στα δυο αδειανα κοφίνια.
- Στο καλό! Στο καλό, πάτερ άγιε! του ευχήθηκε ο παπα-Γιάνναρος. Να μας γράφεις!
Μα αυτός έβραζε από μέσα του, σπιρούνισε άγρια με τις αγιορείτικες ποδάρες του το γαϊδουράκι και, δίχως πίσω να στραφεί, πήρε δρόμο. Σαν πια βγήκε έξω στα χωράφια και κανένας δεν τον έβλεπε, στράφηκε κι έδωκε δυο μούντζες στο χωριό.
- Ανάθεμα σε, διαολόπαπα, είπε δυνατά, μου 'καψες την καρδιά μου.
Γύριζε ο παπα-Γιάνναρος στην εκκλησιά και σιγόψελνε ευχαριστημένος• ένιωθε δίπλα του και την Παναγιά να χαμογελάει ευχαριστημένη κι αυτή, που ή άγια Ζώνη έκαμε το θάμα. της κι έδωκε μιαν μπουκιά ψωμί στους πεινασμένους. Τι θα πει αν ήταν ή αν δεν ήταν δική της; Αιώνες τώρα αναρίθμητα χείλια τη φίλησαν, αναρίθμητα μάτια την κοίταξαν κι έκλαιγαν, πιάστηκαν από πάνω της χιλιάδες πονεμένες ψυχές, τη γέμισαν ελπίδες και πόνο και την αγίασαν έγινε αληθινα ζώνη της Παρθένας. «Μεγάλη δύναμη» συλλογίζουνταν ο παπα-Γιάνναρος και πήγαινε «μεγάλη δύναμη έχει η ψυχή του άνθρωπου• πιάνει ένα πανί και το κάνει σημαία!»
Μα ως δρασκέλιζε το κατώφλι της εκκλησιάς, είδε να κάθεται στο πεζούλι της αυλής ένας χλωμός φαντάρος και τον περίμενε. Τον είχε γνωρίσει από καιρό ο παπα-Γιάνναρος και τον αγαπουσε πολύ. Ησυχος, ντελικάτος, μ' ένα βιβλιαράκι πάντα στην τσέπη και τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν γεμάτα γλύκα και νιότη. Πέρυσι τα Χριστούγεννα ήρθε και ξόμολογήθηκε να μεταλάβει• τι καθαρή ψυχή, όλο τρυφεράδα και πνεματικές λαχτάρες! Ηταν φοιτητής κι αγαπουσε μιαν κοπέλα, την έβλεπε στον ύπνο του και την πεθυμούσε, κι αυτο ήταν το μεγαλύτερο του αμάρτημα κι ήρθε να το ξομολογηθεί.
- Καλώς το Λεωνίδα! είπε και του άπλωσε το χέρι• τι τρέχει, παιδί μου; Σέ βλέπω συλλογισμένο.
- Ηρθα να φιλήσω το χέρι σου, γέροντα μου, αποκρίθηκε ο νέος• τίποτ' άλλο.
- Είσαι στενοχωρεμένος;
- Είμαι, μα θα 'ναι της νιότης' φουσκοδεντριά έτσι δε μου ονομάτισες πέρυσι, όταν ήρθα να ξομολογηθώ, το ζεστον αέρα της νιότης που ανοίγει τα μπουμπουκια;
Ο παπα-Γιάνναρος χάδεψε το ξανθδ κεφάλι του νέου.
- Φουσκοδεντριά, παιδί μου' πέρασε και μένα από πάνω, μια φορά κι έναν καιρό, ο άνεμος ετούτος• τώρα περνάει από σένα• αύριο θα περάσει από το γιο σου -πολλοι τον λένε άνεμο της νιότης, εγώ τον λέω άνεμο του Θεού.
Σώπασε μια στιγμή:
- Εγώ όλα τα λέω Θεό, είπε σε λίγο και χαμογέλασε.
Ο νέος ξεροκατάπιε• καπόιος λόγος όλο κι ανέβαινε στα χείλια του μα ντρέπουνταν και δεν τον ξεστομούσε. Ο παπα-Γιάνναρος τον πήρε από το χέρι, έσκυψε:
- Λεωνίδα παιδί μου, είπε, άνοιξε μου την καρδιά σου, ακούω.
Το χέρι του νέου έτρεμε στη δυνατή φούχτα του γέροντα'. παρά τρίχα να τον πάρουν τα κλάματα• ο λόγος που ανέβαινε στο λαιμό του είχε τώρα γίνει λυγμός.
- Λοιπόν; έκαμε ο γέροντας και του 'σφιξε το χέρι, να του δώσει κουράγιο.
- Αλήθεια σου λέω, γέροντα μου, δεν έχω τίποτα• μα τίποτα... Μονάχα η καρδιά μου είναι πλανταμένη, τρομαγμένη, σα να βλέπει να 'ρχεται καταπάνω μου κανένα μεγάλο κακό...Να'χει πάθει τίποτα, μπας κι είναι άρρωστη η κοπέλα που αγαπώ; Για μπας κι είναι ο θάνατος; Απάνω μου, απάνω της, δεν μπορώ να ξεδιαλύνω... Κι ήρθα, συμπάθησε με, να σου το πω, γέροντα, ν' άλαφρώσω... Άλάφρωσα κιόλα!
Είπε και χαμογέλασε• μα το χέρι του έτρεμε ακόμα μέσα στη φούχτα του παπα-Γιάνναρου.
Τη νύχτα, μαζεμένοι οι Καστελιανοί στην εκκλησιά, εβλεπαν το Χριστο καβάλα στο γαϊδουράκι να μπαίνει στην Ιερουσαλήμ κι έτρεχε η φτωχολογιά και του άπλωνε καταγής τα ρούχα της για να περάσει και τα παιδιά κρατούσαν βάγια κι έτρεχαν από πίσω του τραγουδώντας και καλωσορίζοντας τον. Αυτά, πρωτύτερα άπ' όλους τους πλούσιους, τους γραμματισμένους και τους έξυπνους είχαν ψυχανεμιστεί πως ο ταπεινός αυτός σύντροφος, ο ξυπόλυτος, ο θλιμμένος, ήταν ο Σωτήρας του κόσμου. Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός... Η εκκλησία ήταν ζεστή, μύριζε κερί και λιβάνι, θαμπά φωτίζουνταν, σα φαντάσματα, τ' άγια κονίσματα, μικρή, στενόχωρη η εκκλησιά, μα χωρούσε τον πόνο του Χριστού και την κακία των ανθρώπων και τη λύτρωση του κόσμου. Τούτο το εκκλησάκι ήταν η Ιερουσαλήμ, κι ο παπα-Γιάνναρος κρατούσε το γαϊδούρι από το χαλινάρι και πήγαινε μπροστά κι οδηγούσε το Χριστο στην άγια πολιτεία που θα τον σκότωνε• άκούγουνταν κιόλα οι χτύποι του τσεκουριού που έριχνε το δέντρο, να το λιανίσουν, να φτιάσουν το σταυρό. Άκουγε ο παπα-Γιάνναρος τους χτύπους, σα να 'ταν αύτός το δέντρο και πονούσε, δε γίνουνταν, θα τους άκουγαν κι οι Καστελιανοί. Δε θα γλυκάνει το πρόσωπο τους; συλλογίζουνταν δε θα πονέσει η ψυχή τους το Θεό, που πήγαινε να σταυρωθεί για το χατίρι τους; Κι όταν θα βγουν έξω από την εκκλησιά, δε θα κοιτάξουν τους ανθρώπους σαν αδερφούς και δε θ' απλώσουν το χέρι στους αντάρτες να τους πουν: «Ντροπή 'ναι, αδέρφια, να μαλώνουμε, ελατέ ν' ακολουθήσουμε όλοι το Χριστο τώρα που βρίσκεται στον κίντυνο...»
Κάρφωνε ο παπα-Γιάνναρος το μάτι του απάνω τους και λαχτάριζε ένα μικρό μικρό χαμόγελο να δει, ένα φως στα μάτια, ένα άντιλάμπισμα από το πέρασμα του Χριστού. Τους κοίταζε, τους κοίταζε, τέλειωνε πια η πρώτη αγρυπνία της Κυριακής, μα τα πρόσωπα των Καστελιανών δε γλύκαιναν. Του κάκου χτυπουσε ο πόνος του Θεού την καρδιά τους, η καρδιά τους δεν άνοιγε κι ο Χριστός έμενε άπόξω ξεσπίτωτος. Ντροπή κι αγανάχτηση φούσκωσαν τα στήθια του παπα-Γιάνναρου. Κι όταν πια τέλεψε η αγρυπνία κι οι Καστέλιανοι στρέφουνταν κατά την πόρτα να φύγουν, ο γέροντας άπλωσε το χέρι, τους σταμάτησε.
- Σταθείτε, χριστιανοι, φώναξε, Εχω ένα λόγο να σας πω. Οι χωριανοι κατσούφιασαν ο γερο-Σταμάτης, ο προεστός, στράφηκε στον άλλο προεστο του χωριού, τον μπαρμπα-Τάσο' στέκουνταν κι οι δυο στο παγκάρι και πουλοΟσαν κεριά.
- Δε μας αφήνει ο χριστιανός να πάμε στα σπίτια μας, νύσταξα' και του λόγου σου;
- Αν ξαναπατήσω στις αγρυπνίες του, να μου κόψει τη μύτη, αποκρίθηκε ο μπαρμπα-Τάσος και χασμουρήθηκε δυνατά• δε θ' αφήσω πια το χουζούρι μου να στέκω τόσες ώρες ορθός, όχι! Όλα τούτά τα 'χω δει και ξαναδεί, μπουχτισα! Ο παπα-Γιάνναρος προχώρεσε στη μέση της εκκλησιάς.
- Ακουστέ, παιδιά μου, είπε• εφτά πατωσιές έχει ο ουρανός, εφτά πατωσιές η γης, και το Θεό δεν τον χωρούνε• μα η καρδιά του άνθρωπου τον χωράει• έχετε το λοιπόν το νου σας να μην πληγώσετε καρδιά ανθρώπου, γιατί εκεί μέσα βρίσκεται ο Θεός. Μα εσείς, Καστελιανοί, αλίμονο σας, τίποτ' άλλο δεν κάνετε, δουλεύετε μεροκαματιάρηδες στο Σατανά και σκοτώνετε τ' αδέρφια σας. Ως πότε, αφορεσμένοι; Δεν ντρέπεστε; δε λυπάστε το Θεό, που μπαίνει απόψε στην Ιερουσαλήμ να σταυρωθεί για το χατίρι σας; Κι αν δε λυπάστε το Θεό, αν δε φοβάστε το Θεό, δε φοβάστε και την Κόλαση; Εκεί μέσα θα βράζετε, αδερφοφάδες, στην πίσσα, στους αιώνες των αιώνων.
- Αυτά να τα λες στους αντάρτες, παπά! ακούστηκε μια φωνή ξαγριεμένη.
- Αυτά να τα λες στον αντάρτη το γιο σου! ακούστηκε μια άλλη φωνή.
- Αχ, να 'ταν ν' ακουστεί η φωνή μου κι απάνω στα βουνα, στους αντάρτες, και στον, κάμπο, στους αφεντάδες, και πέρα στον κόσμον όλον αναστέναζε ο παπα-Γιάνναρος. Μά 'ναι μικρή η μάντρα μου, ένα σωρουλάκι πέτρες, ο Κάστελος, σε αυτόν τα λέω!
Μα τα πρόσωπα των Καστελιανων έμεναν σκοτεινα' του κάκου ο παπα-Γιάνναρος παρακαλούσε και φοβέριζε, Θεός, Κόλαση, οι αιώνες των αιώνων, όλα αυτά τους φαίνουνταν μακριά πολύ, δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους• όταν Θα 'ρθει, βλέπουμε' τώρα τον τελευταίο καιρό, με τους αντάρτες, είχαν άλλες έγνοιες• κι ο πρώτος δημογέροντας του χωριού, ο γερο-Μάντρας, ζύγωσε τον παπα-Γιάνναρο, και το πονηρό τσιμπλιασμένο μάτι του ήταν γεμάτο φόνο:
- Καλά κι άγια τα λόγια σου, παπά μου, μα από το ένα αυτί μας μπαίνουν και βγαίνουν από το άλλο• ο νους κι ο λογισμός μας τώρα είναι άλλου: να φάμε τους αντάρτες! Να φάμε, παπά μου, τους αντάρτες κι ύστερα μας μιλάς για το Θεό. Κατάλαβες, παπα-Γιάνναρε;
- Κατάλαβα, γερο-τοκογλύφο, του αποκρίθηκε με θυμό ο παπα-Γιάνναρος' κατάλαβα πως σας έχει όλους σας καβαλήσει ο διάολος.
- Και του λόγου σου σ'έχει καβαλήσει ο Θεός, άντιμίλησε ο προεστός χαχαρίζοντας• τι μας κοκορεύεσαι, το λοιπόν;
- θα τα πουμε στην άλλη ζωή, είπε ο παπα-Γιάνναρος φοβερίζοντας με το δάχτυλο του.
- Άπιαστα πουλιά χίλια στον παρά, παπα-Γιάνναρε, αποκρίθηκε αυτός- εδώ θά τα πουμε, έδω, στον Κάστελο. Κι όταν έχεις γιο καπετάνιο του αντάρτικου, το καλό που σου θέλω, παπα-Γιάνναρε, σώπα! Ορίστε, άφού το θες, αρχίζω κιόλας και τα λέω!
Κούνησαν τι κεφάλι οι Καστελιανοί, ευχαριστημένοι. Ό,τι κρατούσαν στο νου τους και δέν είχαν το κουράγιο να το πουν, ο προύχοντας τους ετούτος, ας είναι καλά, το λέει κι αλαφρώνουν. Μερικοι γέλασαν, άλλοι έβηξαν, άλλοι γρήγορα γρήγορα γλίστρηξαν κατά την πόρτα• απόμεινε με το Χριστο και τη θαματουργή Παναγιά στο τέμπλο και τούς αγίους, μέσα στην εκκλησιά, ο παπα-Γιάνναρος όλομόναχος.
- Χριστέ μου, μουρμούρισε. Χριστέ μου, πάλι σε σταυρώνουν οι άνθρωποι!
III
Ξημέρωσε ο Θεός τη Μεγάλη Δευτέρα, πρωΐ πρωΐ έπιασαν οι άνθρωποι δουλειά, άναψε το τουφέκι. Κατέβηκαν οι αντάρτες, ανέβηκαν οι φαντάροι κι οι Καστελιανοί, συναπαντήθηκαν μουγκρίζοντας μεσιπλαγιας του βουνού, άρχισαν με λύσσα να σκοτώνουν και να σκοτώνουνται. Παράτησε ο παπα-Γιάνναρος το Χριστό στην εκκλησιά - τι ανάγκη έχει αυτός τους ανθρώπους; - έτρεξε στο βουνό να μεταλάβει τους ετοιμοθάνατους και να κουβαλάει στο χωριό τους λαβωμένους.
Χαρά Θεού η σημερινή μέρα: ανοιξιάτικος ήλιος δροσερός, τα πρώτα αγκάθια ατο βουνό είχαν ανθίσει' είχαν πιάσει πρωΐ πρωΐ κι οι μέλισσες δουλειά, τρυγούσαν τ' ανθισμένα αγκάθια και το νιούτσικο θυμάρι και συντάζουνταν να κάμουν μέλι. Έφτασαν και τα κοράκια απάνω από τους ανθρώπους, έφερναν γύρες, κάθιζαν απάνω στα βράχια, έβγαζαν βραχνές ανυπόμονες κραξιές να κάνουν γρήγορα οι άνθρωποι, να γίνουν κουφάρια, για να πέσουν απάνω τους, να πιάσουν κι αυτά δουλειά. Αλάκερη η πλάση είχε ξυπνήσει και βιάζουνταν.
Κι οι άνθρωποι, θαρρείς κι άκουγαν τα κοράκια, και χιμούσαν ο ένας απάνω στον άλλο, να σκοτωθούν. Στην αρχή πιάστηκαν με τα τουφέκια, ύστερα με τις ξιφολόγχες και στα στερνα με τα καντομάχαιρα, με τις γροθιές, με τα δόντια. Έπεφταν και βροντούσαν στις πέτρες τα κορμιά, έτρεχε από τον ένα ετοιμοθάνατο στον άλλο' ο παπα-Γιάνναρος, τους μεταλάβαινε, τους σφαλνούσε τα μάτια και τους διάβαζε την ευκή. «Συχώρεσε, Θεέ μου!» μουρμούριζε -«συχώρεσε κι αυτούς που σκοτώνουν κι αυτούς που σκοτώνουνται, ή ρίξε φωτιά, κάψε μας όλους, να μην ντροπιάζουμε το πρόσωπο σου.» Κατά το μεσημέρι κρατούσε ο παπα Γιάνναρος στην αγκαλιά του το Λεωνίδα, βαριά λαβωμένο- ψυχομαχουσε• άνοιξε τα μάτια, κοίταξε τον παπα-Γιάνναρο, τον γνώρισε' έκαμε ν' ανοίξει τα χείλια, καπόιο λόγο ήθελε να του πει, δεν μπόρεσε ο κρουνός τινάχτηκε το αίμα από το στόμα του, και τα μάτια του αποβασίλεψαν. Ένας φαντάρος έτρεξε, έσκυψε, εψαξε, έβγαλε από την τσέπη του σκοτωμένου ένα τετράδιο, το 'χωσε στον κόρφο του:
Μου το 'χε παραγγείλει, γέροντα μου, είπε στον παπα-Γιάνναρο που τον κοίταζε ξαφνιασμένος• ψυχανεμείζουνταν το θάνατο του' να το δώσω, λέεί, του δάσκαλου.
Έσκυψε ο φαντάρος, ανασπάστηκε το νεκρό κι άρπαξε με λύσσα το τουφέκι του και χίμηξε ουρλιάζοντας κατά τον ανήφορο.
Ο Βάσος ο φαντάρος είχε ζωντοπιάσε». έναν αντάρτη• του 'χε καρφώσει το μαχαίρι στην πλάτη και τον είχε ρίξει χάμω• κύλησε κι αυτός μαζί του, πάλεψαν, έλυσε ο Βάσος τη ζώνη από τη μέση του, του 'δεσε τα χέρια• είχε πάρει τέλος η μάχη, οι αντάρτες σκαρφάλωναν πάλι στην κορφή, οι φαντάροι κατέβαιναν στην καζέρνα'τέλειωσε το μεροκάματο.
Ξαναμμένος από τα αίματα που είδε κι από την τρομάρα που πέραιε, ο Βάσος χτυπουσε με λύσσα το δεμένο αντάρτη του με τον υποκόπανο, τον έφτυνε, τον έβριζε και κατηφόριζαν. Ίσκιος γλυκός κατέβηκε στον κόσμο, κάψα πολλή όλη τη μέρα και τώρα δροσέρευε η γης κι ανάσαινε το αίμα έτρεχε από την πληγή του αντάρτη, μια αρβύλα του είχε φύγει, άρχισε κι από το πληγιασμένο πόδι του να τρέχει το αίμα. Κουράστηκε ο Βάσος να χτυπάει με τον υποκόπανο, άρπαξε από το μπράτσο τον αντάρτη, του 'δωκε μια, τον κάθισε χάμω οι φαντάροι τον είχαν προσπεράσει, θα ζύγωναν πια στην καζέρνα.
- Εδώ θα ξαποστάσω μια στάλα, κάθου εδώ και μην κουνήσεις' μην κουνήσεις, κακομοίρη, σ' έφαγα!
Είπε, διπλογονάτισε πίσω από ένα βράχο, έβγαλε από το γυλιό του ένα ξεροκόμματο ψωμί, άρχισε να μασουλίζει• πεινούσε. Σήκωσε ύστερα το παγούρι του, το ανάγειρε στο στόμα, διψούσε: ο δεμένος αντάρτης κοίταζε το παγούρι με λαχτάρα - ως τη στιγμή ετούτη δεν είχε βγάλει αχνα, μα τώρα δε βάσταξε:
- Αν είσαι άνθρωπος, είπε, δώσ' μου και μένα μια καίγουμαι.
0 Βάσος τον κοίταξε' σα να τον έβλεπε για πρώτη φορά' παιδί αμούστακο, άσκημο, μυτερό μουσούδι σαν τσακαλιού και τα μάτια του μικρά, γεμάτα τρόμο• κοίταξε τα δεμένα χέρια του, όλο ρόζους• τα φυσεκλίκια του, σταυρωτά απάνω στο στήθος του, ήταν αδειανά• θα 'χε ρίξει όλα τα φυσέκια του, μα το τουφέκι του το είχε αρπάξει ο Βάσος και το 'χε κρεμασμένο στον ώμο του δίπλα στο δικό του.
- Αν εΤσαι άνθρωπος, ξανάπε ο νέος, δώσ' μου και μένα μια ρουφιά' μια ρουφιά μονάχα, καίγουμαι.
0 Βάσος γέλασε:
- Πούλησες την Ελλάδα, προδότη, και τώρα μου ζητάς νερό; Να σκάσεις! είπε, στούμπωσε πάλι το παγούρι και το κουνούσε ομπρός στο διψασμένο, χαχαρίζοντας.
- Δεν έχεις μάνα, είπε αυτός κλαψουριστά; δεν έχεις αδέρφια, δεν είσαι άνθρωπος;
- Σκασμός! Εγώ, μωρέ, είμαι άνθρωπος, μα εσύ 'σαι σκύλος!
Άρπαξε μια πέτρα και του την πέταξε:
- Να ένα κόκαλα, γλείψε το!
Έτριξε ο νέος τα δόντια του, δε μίλησε.
Ο Βάσος ακούμπησε στο βράχο, έβγαλε τις αρβύλες του,.. τα πόδια του είχαν αναψει' δροσέρεψε λίγο• κοίταξε κάτω το χωριό, είχαν ξεσπάσει τώρα φωνές και κλάματα από τα σπίτια, έκλαιγαν τους σκοτωμένους. Ο ήλιος είχε από πολλήν ώρα βασιλέψει, το βουνό εϊχε γίνει καταγάλαζο ανάμεσα από δυο βράχους έλαμψε δροσερός, χαρούμενος, ο Αποσπερίτης.
Στράφηκε ο Βάσος στο νέο' τον σκούντηξε με το γυμνό του ποδάρι• καπόιο παιχνίδι θα σκαρφίστηκε ο νους του και τα μάτια του γελούσαν.
- Γάβγισε, μωρέ μπολσεβίκο, του "πε, σκύλος δεν είσαι; γάβγισε και θα σου δώσω μια γουλιά νερό.
Ο νέος ανατινάχτηκε• γούρλωσε τα μάτια, κοίταξε το φαντάρο που γελούσε.
- Ομπρός ντε, γάβγισε, γάβγισε! του φώναζε αυτός.
Η πνοή του νέου πιάστηκε• ξαφνικά ένιωσε τη μαχαιριά στην πλάτη, κι ο πόνος τον θέρισε.
- Γάφ! γάφ! έκανε ο Βάσος γελώντας• γάφ! γάφ! να το παγούρι, γάβγισε, μωρέ!
- Ντρέπουμαι... μουρμούρισε ο νέος.
- Τότε λοιπόν, ψόφησε! Έχεις μάνα;
Ο νέος ανατρίχιασε• τα μάτια του θάμπωσαν, άπλωσε το λαιμό, κοίταξε πέρα, μακριά, ποιος ξέρει, κατά το χωριό που, γεννήθηκε, κατά τη μάνα του, κι άρχισε άγρια, πονεμένα, σα σκυλί που το δέρνουν, να γαβγίζει. Γάβγιζε και δεν ήθελε πια να σταματήσει, άντιχτυπούσε το γάβγισμα του στα βράχια, κάτω από το χωριό τα σκυλιά του αποκρίθηκαν, σηκώθηκε σύθρηνο.
Η καρδιά του Βάσου πιάστηκε, κόπηκε το γέλιο του• τέτοιο πόνο, τέτοιο γάβγισμα δεν είχε ακούσει ποτέ του' τινάχτηκε ομπρός, έφραξε με την άπαλάμη του το στόμα που γάβγιζε.
- Σώπα, μωρέ, ούρλιασε, σκάσε!
Φούχτωσε το παγούρι, του το σφήνωσε στα ξεραμένα χείλια:
- Πιες!
Ο νέος δάγκασε τη ρώγα λιμασμένος, έπινε, έπινε, ζωντάνευε• μα τα κλάματα του έτρεχαν ακόμα.
- Φτάνει! έκαμε ο φαντάρος και του ξεσφήνωσε από τα δόντια το παγούρι.
Τον κοίταξε, και μια στιγμή το σπλάχνο του κουνήθηκε.
- Σέ ντρόπιασα, ε; του 'πε σπλαχνικά.
- Δεν έχει άλλο παιδί η μάνα μου, αποκρίθηκε ο νέος. Σώπασαν κι οι δυο• ο Βάσος ένιώσε παράξενο βάρος στην καρδιά του.
- Ποιος είσαι; ρώτησε• τα χέρια σου είναι γεμάτα ρόζους• τι δουλειά κάνεις;
- Εργάτης.
- Και γιατι πήρες το τουφέκι; τι σου 'φταιξε, μωρέ, η Ελλάδα;
Μιλούσε, κι όσο μιλούσε άρχισε πάλι ν' ανάβει.
- Τι σου 'φταιξε• η Ελλάδα, τι σου 'φταιξε η θρησκεία; Γιατι; γιατι; κόλλησε το μούτρο του απάνω στο μούτρο του νέου και φώναζε.
- Δούλευα, αποκρίθηκε ο νέος, δούλευα και πεινούσα• πεινούσε κι η μάνα μου, γριά γυναίκα• το άδικο μ' έπνιγε, και μια μέρα στη φάμπρικα σήκωσα φωνή. Δικαιοσύνη! Δικαιοσύνη! ως πότε, μωρέ παιδιά, θα δουλεύουμε και θα πεινούμε; φώναξα, κι όλοι, αφεντικά κι εργάτες, χύθηκαν απάνω μου και με πέταξαν με τις κλοτσιές στο δρόμο. Έσφιξα κι εγώ τότε τη γροθιά μου και πήρα το βουνό. Εκεί απάνω, είχα ακουστά, πολεμοΟν για τη δικαιοσύνη.
- Και βρήκες, μωρέ κοκορόμυαλε, απάνω στο βουνό τη δικαιοσύνη;
- Όχι, σύντροφε, ακόμα• όμως βρήκα την ελπίδα.
- Ποιαν ελπίδα;
- Πώς μια μέρα θα 'ρθει η δικαιοσύνη. Δε θα 'ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια' εμείς θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε.
Ο Βάσος έσκυψε το κεφάλι, έπεσε σε λογισμούς• θυμήθηκε το σπίτι του, θυμήθηκε τις τέσσερεις άδερφάδες του, που έμεναν στο ράφι ανύπαντρες• χρόνια και χρόνια δούλευε μαραγκός να μαζέψει λίγα λεφτά να τις παντρέψει' δούλευε, δούλευε, τι κατάφερε; μεροδούλι μεροφάι, τίποτα δεν περίσσευε. Κι ήταν τέσσερεις, τον κοίταζαν στα μάτια πικραμένες, όλο παραπόνο. Η πρώτη, ή Αριστέα, είχε πια μαραθεί' έπεσαν τα στήθια της, άφού του κάκου περίμεναν, τόσα χρόνια, ένα χάδι να στυλωθούν• χόντρυναν οι τρίχες στο απανωχείλι της, την πείραζαν κεφαλόπονοι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, κι είχε γίνει κακιά, όλο νεύρα. Καπότε, χωρίς λόγο, την έπαιρναν τα κλάματα, έπεφτε κάτω και σκλήριζε. Ο πατέρας πέθανε γρήγορα, δεν πρόφτασε να την παντρέψει' κι ο Βάσος ήταν μικρός, δούλευε σ' ένα μαραγκούδικο, βιάζουνταν να γίνει μάστορας, να βγάλει λεφτά, να την προικίσει, μα δεν το αξιώθηκε• κι η Αριστέα τώρα τον καταριόταν, τον φώναζε ανάξιο κι αναίσθητο, ρίχνουνταν με τα νύχια της και τον γρατσούνιζε και ξεσπουσε σε θρήνο. Η δεύτερη, η Καλλιρόη, όλημέρα στον αργαλειό, ύφαινε τα προυκιά της• είχε λιώσει, τα μαγουλά της βούλιαξαν, άρχισε κι αυτή να βγάζει μουστάκι, πρόβαινε το δειλινό στο κατώφλι, στολισμένη, πουδραρισμένη, μα κανένας δε γύριζε να τη δει• και τρύπωνε πάλι μέσα, έμπαινε στον αργαλειό, αμίλητη, κι ύφαινε τα προυκιά της. Η τρίτη, η Τασούλα, ήταν έξυπνη, καμωματού, το στήθος της όρθιο, τα μάτια της γαρίδα και κοίταζε τους άντρες• αυτή ξεπόρτιζε, είχε φιλενάδες κι είχε βάλει στο μάτι ποιον να πάρει, έναν αγαθούλη ψιλικατζή, τον Αριστειδάκη, και πηγαινόρχουνταν μπροστά από το μαγαζάκι του και κουνούσε τους γοφούς της. «Δεν τη φοβούμαι αυτή» συλλογίζουνταν ο Βάσος «δεν περιμένει να 'ρθουν να την πάρουν παίρνει αυτή με το σπαθί της. Κι η τέταρτη, η Δροσούλα, είναι ακόμα μικρή, πάει στο σκολειό, θα γίνει, λέει, δασκάλα. Δεν τη φοβούμαι κι αύτή' τίς μεγάλες συλλογιέμαι' πρέπει να μαζέψω λεφτά, να τις παντρέψω, να μην έχω το κρίμα τους στο λαιμό μου. Πρέπει, πρέπει... Να προφτάσω κι εγώ τη γυναίκα που αγαπώ, να μην τη χάσω' πως να παντρευτώ, Θεέ μου, πως να παντρευτώ πρίν τις παντρέψω και τις τέσσερεις;»
Αναστέναξε• σήκωσε το κεφάλι, είδε μπροστά του το δεμένο αντάρτη• είχε κι αυτός σκυμμένο κάτω το κεφάλι και συλλογίζουνταν.
Έκαμε να του δώσει μιαν κλοτσιά, να τον βρίσει, να τον φτύσει, να ξεσκάσει• μα ευτύς το μετάνιωσε• η καρδιά του θαρρείς κι είχε μαλακώσει.
- Έ φουκαρά, είπε, φτωχός είσαι και συ σαν και μένα• παλεύεις και συ, κακομοίρη, και δεν ξέρεις ποιος σου φταίει• μα μπας και ξέρω κι εγώ; Ο Θεός έδωκε στους φτωχούς τα μάτια μονάχα για στολίδι.
- Εγώ, σύντροφε, είπε ο νέος, αρχίζω και βλέπω• δεν καλο-ξεδιακρίνω ακόμα, μα αρχίζω και βλέπω, θα δεις και συ πως σε λένε, με το καλό;
- Βάσο, από τη Σάμο• μαραγκός.
- Έμενα Γιάννη, από το Βόλο.
- Έχεις αδερφάδες;
- Όχι, δόξα σοι ο Θεός' είμαι μοναχογιος και μοναχοπαίδι• ο κύρης μου πέθανε από το πιοτό, κι η μάνα μου, για να με θρέψει, ξενοδούλευε, έκανέ μπουγάδες στα πλούσια σπίτια• τώρα πιάστηκε, δεν μπορεί να σαλέψει. Κάθε μέρα βάζει ένα συγγενή της και μου γράφει, κι η καρδιά μου σκίζεται όταν διαβάζω τα γράμματα της. «Υπομονή, υπομονή, μάνα» της απόκρίνουμαι «εσένα και μόνο συλλογιέμαι, γρήγορα θα γυρίσω.»
Αναστέναξε.
- Πότε; μουρμούρισε• πότε; Μπορεί και να μην την ξαναδώ• να, σήμερα παρά τρίχα, Βάσο, να με σκοτώσεις.
Ο Βάσος κοκκίνισε, έκαμε να μιλήσει μα τι να πει; πως να το πει; το μυαλό του είχε σαστίσει• έβλεπε τη γριά μάνα του παιδιού, την παράλυτη, έβλεπε τις τέσσερεις άδερφάδες, τις ανύπαντρες, έβλεπε τα τέσσερα ροζωμένα χέρια που τα 'χε φάει η δουλειά, χωρίς όφελος, μούγκρισε, αγριεύτηκε. Και χωρίς να ξέρει τι κάνει, πετάχτηκε απάνω, φόρεσε τις αρβύλες του, έσκυψε στο δεμένο αντάρτη, του 'λυσε τα χέρια.
- Άιντε στο διάολο, του φώναξε, φεύγα!
- Λεύτερος;
- Φεύγα, σου λέω!
Το πρόσωπο του νέου φωτίστηκε• άπλωσε το χέρι:
- Βάσο, είπε, αδερφέ μου...
Μα ο άλλος δεν τον άφήκε να τελειώσει.
- Φεύγα, σου λέω! ξαναβρουχήθηκε, θαρρείς και βιάζουνταν να τον διώξει προτού ν' αλλάξει γνώμη.
- θα μου δώσεις το τουφέκι; έκαμε ο νέος.
Ο Βάσος δίστασε• ο νέος είχε απλώσει το χέρι με λαχτάρα και περίμενε.
- Το λοιπόν; έκαμε.
- Πάρ' το!
Άρπαξε ο νέος το τουφέκι, το κρέμασε στον ώμο, στράφηκε κατά την κορφή του βουνού.
Ο Βάσος τον κοίταζε ν' ανεβαίνει, σκυφτός, αγκομαχώντας, θα πονούσε• είδε τη ράχη του γεμάτη αίματα.
- Στάσου! του φώναξε.
Έβγαλε από το γυλιό του ένα επίδεσμο, ζύγωσε τον αντάρτη • του 'βγαλε το αμπέχονο, το πουκάμισο, του'δεσε την πληγή.
- Φεύγα, του 'πε, μα γρήγορα, πρί να με καβαλήσει πάλι ο διάολος!
Ηρθε η νύχτα, είχε χωρίσει τους ανθρώπους• ακούστηκαν από μακριά τα τσακάλια.
Σωριάστηκε ξεπνεμένος ο παπα-Γιάνναρος στο πεζούλι της εκκλησίας, κι η καρδιά του, τα χείλια του, το μυαλό του ήταν γεμάτα φαρμάκι.
«Χριστέ μου» μουρμούριζε «δεν μπορώ πια, αλήθεια σου λέω, δεν μπορώ! Μήνες και μήνες σου φωνάζω, γιατί δε μου αποκρίνεσαι; Δεν έχεις παρά ν' απλώσεις το χέρι σου από πάνω τους και θα γαληνέψουν γιατι δεν το απλώνεις; Ό,τι γίνεται στον κόσμο γίνεται γιατι το θες• γιατί θες το σκοτωμό μας;»
Ρωτούσε ο παπα Γιάνναρος, μα κανένας δεν απόκρίνουνταν ησυχία, γαλήνη, κάπoυ κάπoυ μονάχα στεναγμοι και κλάματα γρικούνταν από τα σπίτια που είχαν σκοτωμένους• και κάπoυ κάπoυ τα τσακάλια μακριά που τους έτρωγαν. Σήκωσε ο παπα-Γιάνναρος τα μάτια του στον ουρανό, κοίταζε πολλη ώρα, αμίλητος, τ' άστρα• κυλούσε ο Ιορδάνης ποταμός σαν ένα ποτάμι γάλα από τη μιαν άκρα τ' ουρανού ως την άλλη• ετούτη είναι η αληθινή Ζώνη της Παναγιάς, συλλογίστηκε, όλο γλύκα και σιωπή μεγάλη... Αχ, να 'ταν να κατέβαινε και στη Γης και να την περιζώσει!
Δεν μπόρεσε ο παπα-Γιάνναρος να κλείσει μάτι όλη νύχτα• όλο και ρωτούσε το Θεό και περίμενε απόκριση ως τα ξημερώματα• τα ξημερώματα χτύπησε την πόρτα του μια γριά.
- Σήκω, παπά μου, του κλαψούρισε, σήκω κι ο γιος του μπαρμπα-Τάσου πεθαίνει, να τον μεταλάβεις.
Είχε λαβωθεί χτες στο βουνό, κι ο παπα-Γιάνναρος ο ίδιος τον είχε παραδώσει σε δυο χωριανούς να τον κουβαλήσουν στο χωριό• τον αγαπουσε γιατι 'ταν όμορφος και λιγομίλητος και πονούσε η καρδιά του τη φτώχεια• έπαιρνε κρυφά ψωμί από το σπίτι του κυρού του και το μοίραζε στους πεινασμένους. Τον έλεγαν Σωκράτη. Έρχουνταν συχνα στο κελί του παπα-Γιάνναρου, για να μάθει κι αυτός να ζωγραφίζει• ζητούσε να βρει ξεπόρτι να ξεφύγει από τις φωνές του πατέρα του κι από το χωριό που τον πλαντούσε' σιγά σιγά, έμαθε να παίζει το πινέλο και πότε ζωγράφιζε αγίους, πότε όμορφες κοπέλες που έβλεπε στον ύπνο του• γιατι στον ξύπνο του όσες κοπέλες έβλεπε είχαν ρέψει από τη δουλειά κι από τη φτώχεια.
Η μάνα κάθουνταν πλάι στο γιο της, που 'χε σηκώσει ρόχο και πέθαινε. Δεν έκλαιε• ήταν συνηθισμένη από θανάτους, είχε δει κι άλλα παιδιά της να πεθαίνουν κι ανίψια της κι αδέρφια• ήταν ο θάνατος ένας μουσαφίρης ταχτικός του σπιτιού της, φίλος της οικογένειας, έμπαινε μέσα, διάλεγε, έπαιρνε κι έφευγε• ύστερα από λίγον καιρό ξανάρχουνταν. Κι η γριά έβλεπε ένα ένα να φεύγει και ν' αδειάζει το σπίτι, είχε σταυρό τα χέρια και περίμενε τη σειρά της. «Πάρε με εμένα» τον παρακάλεσε μια φορά «μα μη μου πάρεις το Σωκράτη.» Δεν ήξερε πως ο θάνατος είναι κουφδς και δεν ακούει.
Κάθουνταν τώρα, έβλεπε το γιο της να φεύγει και κρατούσε ένα μαντίλι και του 'κανε αέρα να διώχνει τις μύγες. Έσκυβε απάνω του και του μιλούσε' του 'λεγε πόσοι και πόσοι σκοτώθηκαν ως τώρα στο βουνό και να μη στενοχωριέται, τώρα θα 'ρθει ο παπα-Γιάνναρος να τον μεταλάβει. Του 'δινε ακόμα και παραγγελιές, τι να πει στους πεθαμένους χωριανούς, τώρα που θα κατέβαινε στον Άδη και θα μαζώνουνταν γύρα του να τον αναρωτούνε. Κι άρχισε η γριά να του θυμίζει ποιοι παντρεύτηκαν, πόσα παιδιά έκαμαν, πως πήγαιναν κατά διαβόλου εφέτο τα γιδοπρόβατα, τρίχα δεν απόμεινε, όλα τα 'φαγαν οι κοκκινοσκούφηδες, κακό χρόνο να 'χουν. Και πως ο γερο-Μάντρας πουλησε το σπίτι της κακομοίρας της Πελαγιάς που του χρωστούσε, και τώρα η άμοιρη γυρίζει στους δρόμους... «Μα μην τους πεις πως χτύπησε την πόρτα μας κι έπεσε στα πόδια του κυρού σου να την αφήσει να κοιμάται στο στάβλο μας κι ο κύρης σου της έδωκε μια με το πόδι του και την έβγαλέ έξω. Αύτο να μην τους το πεις, παιδί μου.»
Κι ο ετοιμοθάνατος αγκομαχούσε κι είχε τα μάτια του ανοιχτά, μα άρχισαν κιόλα να κάνουν γυαλί, δεν έβλεπε. Δεν έβλεπε, δεν άκουε, μα η μάνα, σκυμμένη απάνω του, του 'λεγε, του 'λεγε, για να ξέρει τι θ' αποκριθεί στους μακαρίτες τους χωριανούς απόψε που θά μαζεύουνταν γύρα του και θα τον ρωτούσαν.
Απάνω εκεί ήρθε ο παπα-Γιάνναρος κι η γριά σώπασε• τραβήχτηκε στη γωνιά, σταύρωσε τα χέρία της και κοίταζε• κάπoυ κάπoυ με την άκρα του μανικιού της σκούπιζε τη μακρουλή μύτη της που έσταζε, Ο παπα-Γιάνναρος δοκίμασε να μεταλάβει το άμοιρο παλικάρι, μα ανεβοκατέβαινε ο λαιμός κι από το λαβωμένο στόμα άναξερνιόταν το σώμα κι αίμα του Χρίστού με το αίμα του Σωκράτη. Όρθιος από πάνω του ο γέροντας άρχισε να ψαλμουδάει τις νεκρώσιμες ευκές: Μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων την ψνχήν τον δούλου αον, Σώτερ, άνάπαναον...
Είχε ο παπα-Γιάνναρος συνηθίσει κι αυτός το θάνατο, στεγνα τα μάτια του κι η φωνή του δεν έτρεμε• μα δεν του το συχωρούσε' ποτε να διαλέγει και να παίρνει τους νέους. Κι η μάνα, άμα είδε πως όλα τέλειωσαν, έκαμε το σταυρό της, φίλησε το χέρι, τού παπα και ξανακάθισε πλάι στο γιο της. Άξαφνα πήραν τα ρουθούνια της, μέσα από το μαγερειό, μυρωδιά σαν κάτι να τηγάνιζαν, «θα βρήκαν μανιτάρια» συλλογίστηκε «θα τα τηγανίζουν, ας πάω να δώ.» Σηκώθηκε, μπήκε στο μαγερειό' ήταν η μεγάλη κόρη της, η Στέλλα, που τηγάνιζε μανιτάρια• άπλωσε η γριά, πήρε μερικά στη φούχτα της, έκοψε και μια φέτα ψωμί, πεινούσε, γύρισε γρήγορα στο γιο της, κάθισε δίπλα του κι άρχισε σιγά σιγά να μασουλίζει.
Όταν πια έπαψε ο ρόχος, έσκυψε ο παπα-Γιάνναρος, έβαλε το χέρι στην καρδιά του νέου, δε χτυπουσε πια• ανασηκώθηκε κι είπε:
- Αναπαυτήκε.
Ευτύς η μάνα σάλιωσε δυο δάχτυλα της, έσκυψε κι άγγιξε τη γης κι έκλεισε τα μάτια του νεκρού, πρίν ξυλιάσουν. Μπήκε μέσα κι η μεγάλη του αδερφή, πήρε ένα χαλίκι, χάραξε απάνω τρία γράμματα: Ι.Χ.Ν., Ίησούς Χριστός Νικάει,. και το 'χωσε στη φούχτα του αδερφού της.
- Στο καλό, του 'πε, στο καλό, Σωκράτη μου, χαιρέτα μου τους πεθαμένους.
- Καλήν αντάμωση, γιόκα μου, ξεφώνισε τότε κι η γριά και σφούγγιξε τα μάτια της.
Βράδυ πια ο παπα-Γιάνναρος γύριζε, κατακουρασμένος, στο κοιμητήρι' παραχώθηκε κι ο νέος ετούτος στη γης, ξαναγίνηκε νερό και χώμα. Ο μπαρμπα-Τάσος, ο κύρης του, ο πλούσιος δημογέροντας, λυπήθηκε να βγάλει από το κελάρι του ένα ψωμί, λίγες ελιές και μιαν μπουκάλα κρασί να μοιράσει μακαρία στους συγγενείς και φίλους του γιου του, που βρέθηκαν στη θανή. «Δε με φτάνει ο πόνος μου, που έχασα το γιο μου» είπε στη γυναίκα του που τον μάλωνε «μόνο θα ξοδέψω άδικα το ψωμί, το κρασί και τις ελιές μου' με φτάνει ο ένας πόνος.»
Το σπλάχνο του παπα-Γιάνναρου σήμερα πάλι είχε γεμίσει θάνατο. Τη νύχτα είχε, όλη τη Μεγάλη Βδομάδα ετούτη, το Χριστο και τον προβόδιζε, κάθε βράδυ ένα βήμα και πιο πέρα, στον τάφο• τη μέρα είχε τους ανθρώπους. «Αχ, να μπορούσα να ξαπλώσω κι εγώ•, να κλείσω τα μάτια μου» συλλογίζουνταν ως πήγαινε σπίτι του «να βγάλω από την ψυχή μου, ο 'πως βγάζουμε από το κορμί μας ένα λερωμένο πουκάμισο, να βγάλω από την ψυχή μου τις έγνοιες των ανθρώπων! Να γνοιάζουμαι μονάχα για το γέρικο γαϊδούρι• που το λεν παπα-Γιάνναρο, να το ταίζω όσο μπορώ, για να 'χει δύναμη, το κακόμοιρο, να σηκώνει την ψυχή μου. Βαριά είναι η βλογημένη, βαριά πολύ, και το γαϊδούρι δε βαστάει και θα ξεσαμαρίσει. Αγάντα, παπα-Γιάνναρε!»
Παραμιλούσε και πήγαινε. Οι πόρτες ήταν σφαλιχτές, σιωπή βαριά, οι άνθρωποι είχαν βαρεθεί πια να κλαίνε, σώπαιναν. Πίσω από την καζέρνα ακούστηκε η τρουμπέτα, ο ήλιος βασίλευε, το βουνό είχε γίνει κατάμπλαβο μα τ' αστέρια ακόμα δεν είχαν προβάλει. Δροσερό αγεράκι φύσηξε από την κορφή του βουνού, και μια στιγμή ο παπα-Γιάνναρος χάρηκε να το νιώσεν απάνω στο ιδρωμένο του κούτελο.
Μα εκεί που πήγαινε και κόντευε πια να φτάσει σπίτι του, στάθηκε απότομα.
Ένα μικρό παιδάκι μαραμένο από την πείνα, με πρησμένη χλωροπράσινη κοιλιά, ήταν μπρούμυτα ξαπλωμένο στη μεση του δρόμου, σκάλιζε με τα νύχια του τη γης κι έτρωε χώμα. Στάθηκε τρομαγμένος ο παπα-Γιάνναρος και τα μάτια του βούρκωσαν. Έσκυψε, το πήρε από το χέρι.
- Σήκω απάνω, παιδί μου, είπε• πεινάς;
- Όχι, έφαγα.
- Τι έφαγες;
Άπλωσε το χεράκι του, του έδειξε το χώμα.
- Χώμα.
Ανακυκλώθηκε το αίμα του παπα-Γιάνναρου, μούγκρισε σιγά, σα να τον έσφαζαν.
«Άτιμος είναι ο κόσμος ετούτος» συλλογίστηκε «άτιμος, άδικος, Θεέ μου, πως τον κρατάς στην αγκαλιά σου και δεν τον τινάζεις κάτω να γίνει χίλια κομμάτια• να ξαναγίνει πάλι λάσπη και να πλάσεις καινούριο κόσμο καλύτερο; Δεν είσαι πολυέσπλαχνος, δεν είσαι παντοδύναμος; Δε βλέπεις το παιδί ετούτο που πεινάει και τρώει χώμα;»
Έσκυψε ντροπιασμένος το κεφάλι, πήρε δρόμο.
- Εγώ φταίω, εγώ, μουρμούριζε, εμείς φταίμε, οι άνθρωποι, και τρώει το παιδί ετούτο χώμα, όχι, δε φταΐς εσύ, Χριστέ μου, ήμαρτον!
θυμήθηκε, κι η καρδιά του ράϊσε, μια φορά που πήγε στην Πόλη, να προσκυνήσει τον καινούριο Πατριάρχη• τον κάλεσε ένας παλιός φίλος του ραβίνος, αν θέλει, αν δεν το θεωρεί αμαρτία, να κοπιάσει στο σπίτι του, στην Οβραΐκή • γιόρταζαν την αρχιχρονιά τους, και μερικοι Οβραίοι αρτίστες θα 'παιζαν ένα μικρδ δραματικδ έργο, σχετικό με τη μεγάλη γιορτή τους. Ο ραβίνος κάθισε δίπλα του και του ξηγούσε• κι άπ' όλα που είδε κι άκουσε, στην Οβραίϊκη αυτή βραδιά, μερικά λόγια του καρφώθηκαν στη μνήμη, σα μαχαίρια* κι από τότε έτρεχε η θύμηση του αίμα. Είχαν σκαρώσει μιαν πρόχειρη σκηνή στην κρεβατοκάμαρα του ραβίνου, τράβηξαν την αυλαία και πρόβαλε στη σκηνή ένας άντρας χλωμός, σκελεθρωμένος, και τραβοΟσε από το χέρι ένα παιδάκι. Πίσω από την αυλαία άκούγουνταν τραγούδια και γέλια, τ' αρχιχρονιάτικα τραπέζια ήταν στρωμένα κι οι άνθρωποι έτρωγαν κι έπιναν και γλεντούσαν. Μερικοι πλούσιοι κοιλαράδες που κάθουνταν στο βάθος της σκηνής σηκώθηκαν:
«Τα τραπέζια είναι στρωμένα» είπαν «πάμε να φάμε!» Έφυγαν, κι απόμειναν ολομόναχοι ο χλωμός ανδρας με το παιδάκι του.
«Πάμε σπίτι, μπαμπάκα» παρακαλούσε το παιδί.
«Γιατι, παιδί μου; τι να κάμουμε;»
«Πεινώ, πάμε σπίτι να φάμε!»
«Ναί, ναί... Μα άκουσε, Δαβάκι μου• δεν έχουμε στο σπίτι τίποτα να φάμε.»
«Ένα κομμάτι ψωμάκι.»
«Μήτε ψίχουλο, Δαβάκι μου.»
Το παιδί σώπασε. Ο πατέρας του του χάδεψε το κεφάλι, έσκύψε.
«Δαβάκι, ξέρεις τι γιορτή είναι σήμερα;»
«Ναί.»
«Για πες μου, Δαβάκι μου, τι κάμαμε σήμερα;»
«Προσευχηθήκαμε, πατέρα.»
«Ναί, κι ο Θεός, βλογημένο τ' ονομά του, τι έκαμε;»
«Μας συχώρεσε τις αμαρτίες μας.»
«Λοιπόν, Δαβάκι μου, άφού ο Θεός συχώρεσε τις αμαρτίες μας', πρέπει να 'μαστε χαρούμενοι, ε;»
Το παιδάκι σώπαινε.
«Θυμάσαι, Δαβάκι μου, πέρυσι που ζούσε η μαμά σου, τραγουδούσαμε τότε στο τραπέζι μιαν καινούρια μελωδία, ένα τραγουδάκι το θυμάσαι;»
«Όχι.»
«Να σου το θυμίσω εγώ τώρα. Μα τραγούδα κι εσύ μαζί μου...»
Κι ο άντρας άρχισε με σπαραχτικιά φωνή να τραγουδάει μια μελωδία. Μια θλιμμένη, απελπισμένη μελωδία που ξέσκιζε την καρδιά του ανθρώπου. Και το παιδί τραγουδούσε κι αυτό μαζί του κι έκλαιε.
Ο παπα-Γιάνναρος σφούγγιξε τα μάτια του με αγανάχτηση. Κοίταξε γύρα του μήπως τον είδε κανένας. Κρατήθηκε• μα η μελωδία ετούτη σήμερα ακόμα, ύστερα από τόσα χρόνια, του ξέσκιζε την καρδιά του. Σά να 'σπαζε η φτενή κρούστα που σκεπάζει τα σπλάχνα του ανθρώπου, καμωμένη από τις καθημερινές έγνοιες και τις βολικές άναντρίες και τιναζουνταν, λευτερωμένη, η πλανταμένη ετούτη μελωδία, αβάσταχτη. Ό,τι φοβερό ψυχανεμίζουνταν μέσα του, στα υπόγεια του σπλάχνου του, και δεν τολμοΟσε να το βγάλει στο φως και να το δει, η μελωδία ετούτη το λευτέρωσε, κι ο παπα-Γιάνναρος κοίταζε τα σωθικά του και τα σωθικά του κόσμου με φρίκη.
Γύρισε πίσω, πήρε πάλι το παιδί από το χέρι.
- Πάμε, παιδί μου, σπίτι, είπε, έχω ένα κομμάτι ψωμί, να σου το δώσω.
Το παιδί τινάχτηκε να γλιτώση από τη φούχτα του παπα.
- Δεν πεινώ, έφαγα, σου λέω... Κι έβαλε τα κλάματα.
Ο παπα-Γιάνναρος στράφηκε αγριεμένος κατά την εκκλησιά:
- Πάω, έγρουξε, να καταγγείλω τον κόσμο στο Θεό!
Μπήκε μέσα στο σπίτι του ο παπα-Γιάνναρος, πλάι στην εκκλησιά. Δεν ήταν σπίτι, ήταν κελί σαν κείνο που του 'χαν δώσει στο Άγιον Όρος• ένα τραπέζι, δυο σκαμνιά, ένα στενό καναπεδάκι όπου κοιμόταν κι απάνω από το καναπεδάκι το κονίαμα του Άγιου Κωσταντίνου. Τον είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο παπα-Γιάνναρος, ως καθώς τον παρίσταναν τα κονίσματα που κρατούσαν στις αγκάλες τους οι Πυροβάτες όταν περπατούσαν απάνω στ'αναμμένα κάρβουνα, στο βλογημένο χωριό, πέρα στη Μαύρη θάλασσα. Δε φορούσε στο κόνισμα ετούτο ο Άγιος κορόνα βασιλίκια μήτε κόκκινα καμπάγια• φλόγες ήταν η κορόνα του, ξυπόλυτος ήταν, τίναζε αψηλά τα πόδια του και χόρευε απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
«Πυροβάτης είναι ο Άγιος Κωσταντΐνος» έλεγε ο παπα-Γιάνναρος σε όσους ξαφνιασμένοι τον ρωτούσαν «πυροβάτης είναι κάθε άγιος• πυροβάτης και κάθε τίμιος άνθρωπος στην Κόλαση ετούτη που τη λένε ζωή.»
Μα το μεγαλύτερο στολίδι του κελιού ήταν, δίπλα στο Βαγγέλιο, απάνω στο τραπέζι, ένα άλλο κόνισμα, ψιλοσκαλισμένο αυτό σε ξύλο, η Δευτέρα Παρουσία. Του το 'χε χαρίσει, για τη σωτηρία τής ψυχής του, ο πάτερ Αρσένιος, ο φουμισμένος ξυλοσκαλιστής στη Σκήτη της Άγιας Άννας, στο Άγιον Όρος. Δεν απόχόρταινε ο παπα-Γιάνναρος να σκύβει κάθε μέρα απάνω του και να το κοιτάζει συλλογισμένος. Η καρδιά του γίνουνταν, θωρώντας το ανάστατη κι ένας μέσα του φώναζε: «Όχι! Όχι!» και δεν κάτεχε ο παπα-Γιάνναρος ποιος ήταν που φώναζε και γιατι φώναζε.
Στή μέση ο Χριστός, αγέλαστος δικαιοκρίτης, κι είχε απλωμένα τα χέρια του• το ένα, το δεξό του, βλογούσε• το άλλο, με σφιγμένη γροθιά, φοβέριζε• δεξά του οι δίκαιοι, χιλιάδες, είχαν κιόλα μπει στον Παράδεισο, γελούσαν ζερβά, οι αμαρτωλοι, χιλιάδες, κι έκλαιγαν τι τρόμος είχε κυριέψει τα πρόσωπα τους, πως είχε στραβώσει το στόμα τους από το θρήνο! Και στα πόδια του Χριστού πεσμένη η Παναγιά ανασήκωνε το κεφάλι, άπλωνε το χέρι και του 'δειχνε τους αμαρτωλούς• και το στόμα της, μεσανοιγμένο, θαρρείς και φώναζε : «Έλεος, γιε μου, έλεος!»
Έσκυψε ο παπα-Γιάνναρος, προσκύνησε τη Δευτέρα Παρουσία• κι άξαφνα, ως κοίταζε απόψε την Παναγιά κι άκουγε την κραυγή της, έσυρε φωνή:
- Χριστέ μου, έκαμε, μπας κι είναι ετούτη, η Παναγιά η μάνα σου, μπας κι είναι η καρδιά του ανθρώπου που φωνάζει;
Σωριάστηκε στο καναπεδάκι, δεν ήθελε ν' αποχωριστεί τη Δευτέρα Παρουσία, την απίθωσε απάνω στα γόνατα του κι έκλεισε τα μάτια. Δεν ήθελε να κοιμηθεί, κι ας ήταν ξεπνεμένος από την κούραση• έκλεισε τα μάτια για να φέρει στο νου του τον αγαπημένο πάτερ Αρσένιο και να λάμψει πάλι πίσω από τα κλειστά' του βλέφαρα η αγία μέρα που τον πρωτοείδε...
Λιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα, κι ο παπα-Γιάνναρος μ' ένα δισάκι στον ώμο περνούσε από τη χαριτωμένη πράσινη σκήτη της Αγίας Άννας. Γυαλιστερά μαυροπράσινα τα φύλλα στις πορτοκαλιές, κι ανάμεσα από τα φύλλα έλαμπαν οι καταπόρφυροι καρποι, όλο φλόγα απέξω, όλο μέλι απόμέσα.
«Τέτοια, σα μια πορτοκαλιά, είναι η βούληση του Θεού, και τέτοιοι οι καρποι της, φλόγα και μέλι!» συλλογίστηκε ο παπα-Γιάνναρος και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τι ευτυχία ήταν εκείνη, τι μυρωδιά, τι γαλήνη! Κι η θάλασσα που στραφτάλιζε έρημη, γαλαζοπράσινη ανάμεσα από τις καρπισμένες πορτοκαλιές!
Προχώρεσε. Στο πρώτο κελί που βρέθηκε μπροστά του, μπήκε. Τέσσερεις τοίχοι κάτασπροι, γυμνοι, μια αρμαθιά κυδώνια κρέμουνταν από ένα δοκάρι, είχαν αρχίσει να σαπίζουν κι όλο το κελί μοσκομύριζε κυδώνι και κυπαρισσόξυλο, κι ένας καλόγερος, σουρωμένος, χλωμός, καθισμένος σ' ένα σκαμνί, είχε απιθωμένο στα γόνατα του ένα κομμάτι ξύλο και το σκάλιζε. Το στήθος του, το πρόσωπο του, η ψυχή του ήταν κολλημένα απάνω στο ξύλο• ο κόσμος όλος είχε βουλιάξει στο χάος, και μονάχα απόμενε, στην κιβωτο μέσα ετούτη του Θεού, ο καλόγερος ετούτος και το κομμάτι το ξύλο. θαρρείς και του 'χε δώσει εντολή ο Θεός να ξαναφτιάσει τον κόσμο.
Τι γλύκα είχε το πρόσωπο του, έτσι που ήταν σκυμμένος στο ξύλο και σκάλιζε, τρέμοντας• έκαμε ένα. βήμα ο παπα-Γιάνναρος, έσκυψε απάνω από τον ώμο του καλόγερου• είδε, και με βίας κράτησε μιαν κραυγή• τι θάμα ήταν ετούτο, τι πιτηδειοσύνη, υπομονή και βεβαιότητα! Σκαλισμένη στο κυπαρισσόξυλο η Δευτέρα Παρουσία, όλοζώντανη, με πλήθος πρόσωπα, άλλα γεμάτα τρόμο, άλλα γεμάτα μακαριότητα. Ο Χριστός στη μέση, η Παναγιά στα πόδια του και δυο άγγελοι δεξόζερβα με τις μακριές σάλπιγγες της ανάστασης...
«Εύλόγηαον, πάτερ» έκαμε δυνατά ο παπα-Γιάνναρος χαιρετώντας. Μα ο καλόγερος, βυθισμένος στη δημιουργική του αγωνία, δεν άκουσε.
Ο παπα-Γιάνναρος άνοιξε τα μάτια• η νύχτα είχε πέσει, το γυάλινο καντηλάκι που άναβε ομπρός από το κόνισμα του Άγιου Κωσταντίνου φώτιζε πολύ αμυδρά το στενόμακρο κελί, τη Δευτέρα Παρουσία απάνω στα γόνατα του γέροντα, τα χρυσοκίτρινα κυδώνια στο δοκάρι. Ησυχία, το χωριό κιόλα κοιμόταν από το στενό παραθυράκι ανάλαφρα γυάλιζε ο φρεσκοασβεστωμένος τρούλος της εκκλησιάς κι από τη λουρίδα τ' ουρανού που φαίνουνταν δυο άστρα γυάλιζαν.
Έκλεισε πάλι τα μάτια ο παπα-Γιάνναρος' ξαναγύρισε στο Άγιον Όρος, στο κελί του Αρσένιου.
Τι λόγια ήσυχα, ειρηνεμένα κουβέντιαζαν τώρα οι δυο τους, πόσες μέρες, πόσες νύχτες έμεινε μαζί του, πως πέρασαν σαν αστραπή! Έτσι σίγουρα θά περνοΟν οι ώρες, οι μέρες, οι αιώνες στον Παράδεισο. 0ι ώρες περνούσαν κι οι δυο ψυχές σεριάνιζαν ομπρός από το Θεό και γουργούριζαν σαν περιστέρες.
«Πως ζεις, πως αντέχεις όλομόναχος, πάτερ Αρσένιε;» του 'πε μια μέρα, που κοίταζε ανάμεσα από τις πορτοκαλιές τη θάλασσα ο παπα Γιάνναρος και τον είχε κυριέψει η λαχτάρα να φύγει• «είσαι πολλά χρόνια στη μοναξιά, πάτερ Αρσένιε;»
«Από είκοσι χρονών τυλίχτηκα στο κελί ετούτο, παπα-Γιάνναρε» του αποκρίθηκε' «σαν το μεταξοσκούληκα στο κουκούλι. Τούτο είναι το κουκούλι μου» είπε σε λίγο, κι έδειξε το κελί του.
«Και σε χωράει;»
«Με χωράει, γιατι έχει ένα παραθυράκι και βλέπω τον ουρανό.»
Έρχουνταν η νύχτα, περνούσαν τα μεσσνυχτα και ξαναμμένος άδραχνε ο πάτερ Αρσένιος τα ντελικάτα σύνεργα του κι άρχιζε, αμίλητος πια, σκυμμένος απάνω στο κυπαρισσόξυλο, να σκαλίζει τα θεϊκά οράματα, μην του φύγουν.
Και μια νύχτα που 'χε έρθει ένα καλογεράκι από το Μοναστήρι της Λαύρας να του φέρει μιαν παραγγελιά, εκεί που κάθουνταν και κουβέντιαζαν, άκουσαν πίσω τους καπόιον ν' αναστενάζει. Στράφηκε ο παπα-Γιάνναρος κι είδε το καλογεράκι να κάθεται κουκουβιστο, συνεπαρμένο, να τους ακούει. «Τι κάθεσαι κι άκούς τι λέμε;» το ρώτησε• «τι καταλαβαίνεις;»
«Τίποτα» αποκρίθηκε το καλογεροπαίδι' «μα μια χάρη ζητώ από το Θεό: να κάθουμαι έτσι στην αιωνιότητα να σας ακούω να μιλάτε• αυτο θα 'ναι η Παράδεισο.»
Η αναπνοή του παπα-Γιάνναρου πιάστηκε. Ξαφνικά τινάχτηκε πάλι μέσα του η λαχτάρα να φύγει, να φύγει, να παρει το Θεό μαζί του και να φύγει! Εδώ στον Κάστελο η ψυχή του θρύβουνταν, κάθε μέρα κι ένα φτερό της μαδούσε. Πάλευε με τους ανθρώπους, φώναζε από τον άμβωνα της εκκλησίας, από τα σοκάκια, άπ' όπου βρίσκουνταν κι έβλεπε ανθρώπους, φώναζε τόσα χρόνια τι κατάφερε; Σταμάτησε το κακό, λιγόστεψε; Έριξαν κάτω τα τουφέκια, δε σκοτώνουν πια; Έγινε ένας, ένας μονάχα, καλύτερος; Μια γυναίκα, ένας άντρας; Κανένας. Να φύγει, να φύγει, να πάρει το Θεό μαζί του και να φύγει!
Να πάει να βρει τον Αρσένιο. Ζει τάχατε ακόμα, σκαλίζει ακόμα απάνω στο ξύλο την ψυχή του; Να χτίσει ένα κελί κοντά του, ένα κουκούλι κι αυτός, στην ερημιά, να μη βλέπει από το παραθυράκι του τις πορτοκαλιές μήτε τη θάλασσα, μονάχα ένα κομμάτι ουρανό. Και καπότε να πηγαίνει στο κελί του πάτερ Αρσένιου να μιλούν για τα γλυκά δάκρυα που τρέχουν από τ& μάτια του ανθρώπου στη μοναξιά... Ηταν ο μόνος φίλος, η μόνη καθαρή, γαληνεμένη συνείδηση που συναπάντησε στο Άγιον Όρος. Πόσες φορές εδώ στην Κόλαση, στον Κάστελο, τον έφερνε στό νου του, κι η ψυχή του, για μια στιγμή, παρηγοριόταν.
«Όσο υπάρχουν στον κόσμο τέτοιες ψυχές» συλλογίζουνταν«ο κόσμος θχ στέκει και δε θα γκρεμιστεί• μια κολόνα είναι ο πάτερ Αρσένιος και κρατάει τον κόσμο απάνω από την άβυσσο...»
Μα εκεί που με κλεισμένα βλέφαρα συλλογίζουνταν ο παπα-Γιάνναρος το φίλο του κι είχε ακουμπισμένα τα χέρια του απάνω στη Δευτέρα Παρουσία που του 'χε χαρίσει και διάνευε μέσα του σαν άγια παλιά τοιχογραφία, φαγωμένη από τον καιρό και την υγρασία, το Άγιον Όρος, ήρθε ο ύπνος και τον πήρε. Κι είδε όνειρο: Είχε σημάνει, λέει, η σάλπιγγα της Δευτέρας Παρουσίας, πήραν τα χώματα να κουνιοΟνται και να φουσκώνουν και ξεπρόβαιναν, σα σαλιγκάρια μετά τη βροχή, όλο λάσπη ακόμα, αμέτρητες χιλιάδες οι πεθαμένοι. Έπηζαν στον ήλιο, στερέωναν τα κόκαλα τους, ξανάδεναν οι σάρκες τους, ξαναγέμιζαν οι κόχες τους μάτια, ξανασφηνώνουνταν στο στόμα τους τα λιχνισμένα δόντια και γέμιζαν πάλι τα στήθια τους ψυχή. Κι όλοι, λαχανιασμένοι, χιμούσαν και παρατάζουνταν, άλλοι δεξά, άλλοι ζερβά, στο Χριστό που κάθουνταν ανάμεσα ουρανού και γης, απάνω σε μια γαλάζια χρυσοκέντητη μαξιλάρα. Στά πόδια του πεσμένη η Παναγιά, δέουνταν.
Στράφηκε ο Χριστός δεξά, χαμογέλασε• κι όλομεμιάς ανοίχτηκε, αλάκερη από σμαράγδι, η πόρτα της Παράδεισος κι άγγελοι ροδοκόκκινοι, με γαλάζιες φτερούγες, αγκάλιαζαν τους δίκαιους και μέσα από ανθισμένα μονοπάτια τους οδηγούσαν τραγουδώντας στο σπίτι του Θεού. Στράφηκε τότε ο Χριστός ζερβά, μάζεψε τα φρύδια του• θρήνος ευτύς σηκώθηκε κι αρίφνητοι δαιμόνοι, με ουρές και με κέρατα, κρατούσαν πυρωμένα καμάκια και κάρφωναν σα χταπόδια τους αμαρτωλούς να τους ρίξουν στην Κόλαση. Άκουσε η Παναγιά το θρήνο, στράφηκε, η καρδιά της τους πόνεσε.
«Παιδιά μου» φώναξε «μην κλαίτε, μη φωνάζετε• δεν είναι μονάχα δίκαιος ο γιος μου, είναι και' πολυέσπλαχνος, μη φοβάστε!»
Κι ο Χριστές χαμογέλασε:
«Παιδιά μου» είπε «το 'καμα για να σας τρομάξω• εμπρός, φαρδιά 'ναι η καρδιά του Θεού, χωράει δίκαιους κι αμαρτωλούς, εμπάτε όλοι στην Παράδεισο!»
Οι δαιμόνοι στάθηκαν ξαφνιασμένοι, έπεσαν από τα χέρια τους τα καμάκια κι άρχισαν κι αυτοί το θρήνο.
«Κι εμείς, Κύριε» ούρλιασαν «κι εμείς, τι θ' απογίνουμε;» Ο Χριστός τους κοίταξε με συμπόνια' κι ως τους κοίταζε, ξεριζώνουνταν κι έπεφταν οι ουρές τους, έπεφταν τα κερατά τους, τα μούτρα τους γαλήνευαν, και σγουρές, ανάπαλες ακόμα, γαλάζιες φτερούγες κίνησαν να φυτρώνουν στις πλάτες τους.
«Εμπάτε κι εσείς στο σπίτι του Θεού» είπε ο Χριστός• «Δευτέρα Παρουσία δε θα πει Δικαιοσύνη, θα πει Έλεος.»
Κι εκεί που μιλούσε ο Χριστός, σα να 'πιασε, λέει, ψιλή βροχούλα, κι όλοι, δίκαιοι κι άδικοι, Παράδεισο και Κόλαση και Χριστός, αφανίστηκαν.
Έσυρε φωνή ο παπα-Γιάνναρος, τινάχτηκε απάνω.
- Μήστητι μου, Κύριε, μουρμούρισε και σταυροκοπήθηκε, τι πόρτες ανοίγουν μέσα μας στον ύπνο, τι φτερούγες! Θεέ μου, αν γράφεις στα κατάστιχα σου και τα όνείρατά μας, χαθήκαμε!
Είχαν ξυπνήσει οι φωνές της νύχτας, ακούγουνταν μακριά, μέσα στη σιγαλιά, τα τσακάλια να 'ρχουνται κατά τον Κάστελο... «Πλακώνει η νύχτα» μουρμούρισε ο παπα-Γιάνναρος' «αρχίζει και το μακελλειό της νύχτας• τώρα τα ζωντανα, πουλιά, ποντίκια, κάμπιες, τσακάλια, θα ριχτούν το ένα απάνω στο άλλο και θα σκοτώνουνται η θα φιλιούνται... Θεέ μου, τι κόσμος είναι αυτός που έφτιασες, δεν καταλαβαίνω!»
Άξαφνα έδωκε μια δρασκελιά, έφτασε στην πόρτα, γούβωσε την άπαλάμη στο αυτί του, άφουκράστηκε• σα να 'κουσε άξαφνα, μέσα στη νύχτα, πίσω από την εκκλησιά, βαρί αγκομαχητό ανθρώπου.
IV
Πήρε τη μαγκούρα του, πετάχτηκε έξω. Γλυκιά η νύχτα, ήσυχη, όπως όλες οι νύχτες που έρχουνται ύστερα άπό τους πολέμους και τις σφαγές των, ανθρώπων. Τ' άστρα είχαν χαμηλώσει απόψε, έτσι φάνηκε του παπα-Γιάνναρου, κρέμουνταν σαν καντήλια στο μαύρον αέρα του Θεού. «Ας είναι καλά ο ύπνος» συλλογίστηκε ο παπα-Γιάνναρος «μας φέρνει ό.τι ο ξύπνος μας αρνιέται.» Στην καρδιά του παπα-Γιάνναρου ξαφνικά γλυκό άγεράκι είχε φυσήξει, το μέλι του δνειρου στάλαζε ακόμα στο σπλάχνο του. Να 'ταν, λέει, αλήθεια αυτό που νειρεύτηκε, να 'ταν, λέει τέτοια η Δευτέρα Παρουσία! Έλεος, έλεος, όχι δικαιοσύνη! Δεν αντέχει ο κακομοίρης ο άνθρωπος στη δικαιοσύνη• αδύναμος είναι, καλή πολύ και νόστιμη του φαίνεται η αμαρτία, κι οι εντολές του Θεού βαριές• καλή 'ναι η δικαιοσύνη, μα για τους αγγέλους• ο άνθρωπος ο κακομοίρης δεν αντέχει, θέλει έλεος...
Μπήκε στο περιαύλι της εκκλησίας, σα να του φάνηκε πως από κει είχε ακουστεί το αγκομαχητό του ανθρώπου. Δρασκέλισε παλιούς τάφους, εδώ, στο περιαύλι θάβουνταν, από παλιά συνήθεια, οι παπάδες του χωριού. Εδώ είχε σκάψει κι αυτός, με τα χέρια του, τον τάφο, πελέκησε ταφόπετρα και χάραξε απάνω της με κεφαλαία γράμματα, βαμμένα με κόκκινη μπογιά, τούτα τα λόγια: ΘΑΝΑΤΕ, ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΟΥΜΑΙ! Στάθηκε μια στιγμή πάνω από τον τάφο του ο παπα-Γιάνναρος χαρούμενος, «θάνατε, δε σε φοβούμαι!» μουρμούρισε, κι ένιωσε απότομα μέσα στο νου του πως είναι λεύτερος. Τι θα πει λεύτερος; Αυτός που δε φοβάται το θάνατο. Χάδεψε ο παπα-Γιάνναρος τα γένια του ευχαριστημένος, «Θεέ μου» συλλογίστηκε «υπάρχει μεγαλύτερη χαρά στον κόσμο, να μη φοβάσαι το θάνατο; Όχι, δεν υπάρχει.»
Τη στιγμή εκείνη, μαχριά ακόμα, πιο βραχνό, ακούστηκε πάλι τo αγκομαχητο του ανθρώπου. Ξεκόλλησε από τον τάφο του ο παπα-Γιάνναρος. «Καπόιος λαβωμένος θα 'ναι που παραπόμεινε και γυρίζει στο χωριό» συλλογίστηκε, δρασκέλισε το κατώφλι και πετάχτηκε στο δρόμο. Κοίταζε δεξά, ζερβά, μέσα στο σκοτάδι, κάπoυ κάπoυ σταμχτούσε, αφουκράζουνταν. Βγήκε από το χωριό, πήρε το μονοπάτι που ανηφόριζε στο βουνό. Βήματα ακούστηκαν, αργά, κουρασμένα, μια πέτρα να κυλάει' καπόιος κατέβαινε από το βουνό.
Μέσα στο σκοτάδι, ψαχουλεύοντας, σκοντάφτοντας, έτρεξε ο παπα-Γιάνναρος κατά το αγκομαχητο.
Κι άξαφνα, εκεί που έψαχνε και σκουντουφλούσε, άκουσε μια χαμηλή φωνή ξεπνεμένη:
- Παπα-Γιάνναρέ, εσύ 'σαι;
Τέντωσε το λαιμό ο γέροντας, προχώρεσε, ξέκρινε, ακουμπισμένο σ' ένα βράχο, έναν άνθρωπο να του απλώνει τα χέρια.
Ζύγωσε με βιάση ο γέροντας, τον πήρε από το μπράτσο, έσχυψε, τον κοίταξε• φαίνουνταν νέος άχόμα, μελαχρινός, αδύναμος πολύ, όλο κόκαλα• θα 'ταν λαβωμένος, κι είχε βάλει τώρα τα χέρια του στο στήθος κι αναστέναζε• έψαξε ο παπα-Γιάνναρος το στήθος του, τα χέρια του γέμισαν αίματα.
- Ποιος σε λάβωσε; ρώτησε σιγά, σα να τον ρωτούσε κανένα μεγάλο μυστικό.
- Δε ρωτάς ποιος δε με λάβωσε; αποκρίθηκε ο νέος. Καπόιος κομουνιστής, γιατι 'μαι χριστιανός' καπόιος χριστιανός, γιατι 'μαι κομουνιστής' δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω.
- Έλα μαζί μου' εδώ κοντά 'ναι το σπίτι μου, πάμε να σου πλύνω την πληγή. Είσαι βαριά λαβωμένος;
- Είσαι ο παπα-Γιάνναρος; ρώτησε πάλι ο νέος.
- Ναί, εγώ 'μαι αυτός που λένε παπα-Γιάνναρο οι άνθρωποι' ο Θεός με λέει αμαρτωλό• αυτο το αληθινό μου όνομα. Είσαι βαριά λαβωμένος; ξαναρώτησε.
Ο νέος ΄ρριξε το μπράτσο στους ώμους του γέροντα κι αυτός τον άναβαστούσε κι άρχισαν να βαδίζουν.
- Ξέρεις καλά, γέροντα μου, αποκρίθηκε ο λαβωμένος, οι λαβωματιές που δίνουν τ' αδέρφια είναι πάντα βαριές.
Σώπασαν μπήκαν στο χωριό, φέγγρισε απαλά ο ασπρισμένος τρούλος της εκκλησίας• έσπρωξε ο παπα-Γιάνναρος δίπλα από την εκκλησιά μια χαμηλή πορτούλα, μπήκαν.
- Κάθισε, παιδί μου, είπε ο γέροντας και τον βοήθησε να καθίσει στο καναπεδάκι.
Άναψε τη λάμπα, φωτίστηκε το χλωμό, πικραμένο κι εκστατικό πρόσωπο του νέου• ο παπα-Γιάνναρος, να το δει, τινάχτηκε τρομαγμένος. Καπόυ τον είχε δει τον νέο αυτόν - μα που, πότε; στ' όνειρό του; φορούσε ράσο, ένας σιδερένιος σταυρός κρέμουνταν από το λαιμό του• και τα μάτια του ήταν μεγάλα, καταγάλανα, και κοίταζαν τον κόσμο με κατάπληξη, σα για πρώτη φορά. Τα μάτια, είχε φανταστεί πάντα ο παπα-Γιάνναρος, τα μάτια του αρχάγγελου Γαβριήλ, όταν κατέβηκε στη γης κι είπε στη Μαρία: Χαίρε, κεχαρτωμένη! Κι όλομεμιάς αστραπή έσχισε και φώτισε το νου του παπα-Γιάνναρου, θυμήθηκε. Όταν ο Μητροπολίτης στα Γιάννενα, πρίν από χρόνια, του παράγγειλε έναν Ευαγγελισμό, τέτοιον, απαράλλαχτο σαν το νεαρό καλόγερο ετούτον, με τέτοια μάτια είχε ζωγραφίσει τον αρχάγγελο Γαβριήλ.
Μια στιγμή ο παπα-Γιάνναρος τρόμαξε• τι μυστήριο λοιπόν είναι η ψυχή του άνθρωπου; τι παντοδυναμία που έχει να πλάθει, να ξεπλάθει τον κόσμο! Σίγουρα είναι η ψυχή από την πυρκαγιά του θεού μια σπίθα και κάθεται μέσα στ' άχερα τα κρέατα και τους βάζει φωτιά.
Έσκυψε στο νεαρό καλόγερο, η φωνή του έτρεμε:
- Ποιος είσαι παιδί μου;
Μα ο λαβωμένος δάγκασε τα χείλια του.
- Πονώ, είπε κι έκλεισε τα μάτια.
Ντράπηκε ο παπα-Γιάνναρος που είχε ξεχάσει το λάβωμα κι είχε πιάσει να ρωτάει, έτρεξε, πήρε το σταμνάκι το νερό, άνοιξε το ράσο του νέου, έπλυνε καλά καλά την πληγή, πήρε από το ράφι ένα μπάλσαμο για τις πληγές που φύλαγε πάντα για την κακιά την ώρα, άλειψε την πληγή, την έδεσε, ξάπλωσε το νέο στο καναπεδάκι κι ύστερα πήρε ένα σκαμνί και κάθισε δίπλα του.
Αλάφρωσε ο λαβωμένος, άνοιξε τα μάτια, κοίταξε τον παπα-Γιάνναρο και του χαμογέλασε.
- Καλά είμαι, αλάφρωσα, ας είσαι καλά, είπε κι έκλεισε πάλι τα μάτια.
- θες να κοιμηθείς, παιδί μου;
- 'Οχι• θέλω να περμαζέψω την ψυχή μου, να πάρω δύναμη, να σου μιλήσω.
- Αναπάψου πρώτα• μην κουράζεσαι.
- Δε θέλω να σε ρωτήσω, δε σε ρωτώ ποιος είσαι, τι γυρεύεις εδώ στα κατσάβραχα του Κάστελου• δε θέλω τίποτα, άναπάψου.
- Για ν' αναπαυτώ πρέπει να σου μιλήσω, γέροντα• γι αυτό ήρθα. Έχω ένα μυστικό...
- Ένα μυστικό; έκαμε ο παπα-Γιάνναρος και κοίταξε το νέο με ταραχή• «μπας κι είναι τρελός;» συλλογίστηκε• «τα μάτια αυτά είναι από τα μάτια που βλέπουν τ' αόρατα• μονάχα οι τρελοι κι οι άγγελοι τά 'χουν». Τι μυστικό;
Ο νέος ξεροκατάπιε• σώπασε μια στιγμή• και σε λίγο:
- Ένα ποτήρι νερό, είπε, ξεράθηκε ο λαιμός μου• συμπάθα με, γέροντα.
Ήπιε, δροσίστηκε• λύθηκε μια στάλα η γλώσσα του.
- Όταν με λάβωσαν, παρακάλεσα το Θεό, έβαλα όλη μου τη δύναμη.να προφτάσω να 'ρθω να σου το πω, να σου το μπιστευτώ πρίν να πεθάνω• γιατι μπορεί να πεθάνω, γέροντα.
- Μη λες τέτοια λόγια, παιδί μου, έκαμε ο παπα-Γιάνναρος κι ένιωσε ανείπωτη τρυφερότητα για το νέον αυτόν που χαροπάλευε, που θεοπάλευε μπροστά του.
- Φοβάσαι το θάνατο, παπα-Γιάνναρε;
Ο παπα-Γιάνναρος χαμογέλασε.
- Όχι, είπε:
- Το λοιπόν;
Ο παπα-Γιάνναρος δεν αποκρίθηκε• ήθελε να πει τον φοβόταν το θάνατο, δεν τον ήθελε, μα όταν έπαιρνε τους νέους άπάνω στον ανθό τους και δεν τους έδινε καιρό να δέσουν, να κάμουν καρπό' μα δε μίλησε.
- Κι εγώ μια φορά τον φοβόμουν, γέροντα• όταν ήμουν πιο νέος. Μα ένας άγιος ασκητής μου 'πε μια μέρα ένα λόγο, κι από τότε πια φίλιωσα με το θάνατο.
- Ποιο λόγο; θέλω κι εγώ να τον ακούσω.
- «Το σημείο όπου ο Θεός αγγίζει τον άνθρωπο λέγεται θάνατος» να, αυτό μου 'πε. Νιώθω απάνω στην καρδιά μου, γέροντα, ένα αόρατο χέρι να με αγγίζει. Γι αυτό βιάζουμαι. Γι' αυτό εβαλα όλη μου τη δύναμη να 'ρθω να σε βρω και να σου μπιστευτώ το μυστικό μου• να μην πεθάνει μαζί μου.
- Σέ μένα; Έμενα βρήκες; Είμαι εβδομήντα χρονών.
- Είσαι είκοσι χρονών, παπα-Γιάνναρε. Έχω πολλά ακούσει για σένα, παπα-Γιάνναρε• ο πάτερ Αρσένιος...
Ο παπα-Γιάνναρος τινάχτηκε.
- Ποιος; ο πάτερ Αρσένιος από τη Σκήτη...
- Ναί, της Άγιας Άννας• ο Θεός σχωρέσει τον.
- Πέθανε;
- Όχι, τρελάθηκε.
- Τρελάθηκε!
Τα μάτια του παπα-Γιάνναρου βούρκωσαν.
- Τρελάθηκε από την πολλή νήστια, από την πολλή παρθενιά, από την πολλή κουβέντα του με το Θεό. Δε βάσταξε• σηκώθηκε η καταπαχτή, βγήκαν από μέσα του όλοι οι κρυμμένοι δαιμόνοι. Δε σκάλιζε πια στο ξύλο Παναγιές και Χριστούς• σηκώνουνταν τη νύχτα, άναβε το λυχνάρι και σκάλιζε δαιμόνους και γυμνές γυναίκες και γουρούνια...
- Όχι, όχι! ξεφώνισε ο παπα-Γιάνναρος και τινάχτηκε από το σκαμνί όπου κάθουνταν δεν είχε μεσάτου ο πάτερ Άρσένιος δαιμόνους, είχε αγγέλους• μη μολεύεις τη μνήμη του!
- Είχε δαιμόνους και γυμνές γυναίκες και γουρούνια, έκαμε ο νέος• όλοι μας, παπα-Γιάνναρε, έχουμε μέσα μας δαιμόνους και γυμνές γυναίκες και γουρούνια.
Ο παπα-Γιάνναρος δε μίλησε' έσκυψε μέσα του, είδε• ζύγωσε απάνω στο τραπέζι τη Δευτέρα Παρουσία, Εκαμε το σταυρό του, έσκυψε, την προσκύνησε. Κάμποση ώρα την κοίταζε συλλογισμένος• για μια στιγμή είχε ξεχάσει το λαβωμένο νέο και το μυστικδ τάχα που του 'φερνε, γέμισε η καρδιά του πάτερ Αρσένιο... «Δαιμόνοι, γυναίκες και γουρούνια...» μουρμούρισε «ώχού, θαρρώ ο νέος αυτός πως έχει δίκιο...» θυμήθηκε μια μέρα που ρώτησε τον πάτερ Αρσένιο για την καρδιά του αμαρτωλού, τι να 'χει μέσα της. Κι αυτός έσκυψε τα μάτια στη γης. «Τι με ρωτάς» αποκρίθηκε με πνιμένη φωνή «τι με ρωτάς για την καρδιά του αμαρτωλού; Εγώ κατέχω την καρδιά του ενάρετου, κι είναι όλοι οι δαιμόνοι μέσα.»
Πόσα χρόνια έμεναν κρυμμένοι, αλυσοδεμένοι από το φόβο του Θεού μέσα του οι δαιμόνοι! Γι αυτό σκάλιζε με τόση άνύπνωτη αγωνία αγίους, γι' αυτό φοβόταν τα όνείρατα και δεν ήθελε να κοιμηθεί. Μπορούσε, ως το τέλος της ζωής του να 'μεναν καταπλακωμένες από την προσευχή οι πιο κρυφές του λαχτάρες και να πέθαινε άγιος1 μ* ανασηκώθηκε λίγο η καταπαχτή, λάσκαρε λίγο το μυαλό, βρήκαν άραλίκι και τινάχτηκαν στο φως οι φυλακισμένοι δαιμόνοι.
Ο ιδρώτας έτρεχε κρουνός από το μέτωπο του παπα-Γιάνναρου. Του φάνηκε ξάφνου πως καίγουνταν, κάψα πολλή, πήγε στην πόρτα, την άνοιξε, στάθηκε στο κατώφλι. Ο νυχτερινός αγέρας του φύσηξε, δροσίστηκε, θυμήθηκε πως είχε απόψε μουσαφίρη, έκλεισε την πόρτα, κάθισε πάλι στο σκαμνί, πλάι στο λαβωμένο.
- Μίλα μου ακόμα για τον πάτερ Αρσένιο, είπε• μη με λυπάσαι, να μου τα πεις όλα.
- Πονάς τόσο για μιαν ψυχή, είπε ο νέος αυστηρά, σα να τον μάλωνε, γιατι δεν πονάς για όλες. Κι εγώ που θαρρούσα... και γι' αυτό ήρθα.
- Είμαι άνθρωπος• έκαμε ο παπα-Γιάνναρος πεισματωμένος, είμαι άνθρωπος, ακόμα δεν είμαι άγγελος, μαθές, μήτε κι είμαι πια θεριό• άνθρωπος, πονώ και για μιαν ψυχή ακόμα... Τι απόγινε ο πάτερ "Αρσένιος; θέλω να μάθω.
- Σιγά σιγά η τρέλα του φούντωνε, άρχισε να βγαίνει έξω ολόγυμνος, να περπατάει κάτω από τις πορτοκαλιές, να πέφτει κάτω να σκληρίζει' και μιαν Κυριακή μπήκε τσίτσιδος στην εκκλησιά... Τον έβαλε κάτω ένας γέρος ασκητής, του διάβασε την ευκή να ξορκίσει το δαίμονα, μα ο δαίμονας δεν έβγαινε• έλυσαν οι καλόγεροι τις πέτσινες ζώνες τους και τον χτυπουσαν άνελύπητα, έβγαινε το αίμα μα ο δαίμονας δεν έβγαινε. Τον κλείδωσαν λοιπόν στο κελί του και του 'φερναν κάθε πρωΐ ψωμί και νερό, μα δέν τ' άγγιζε• τώρα θα 'χει πεθάνει.
- Φτάνει! Φτάνει! φώναξε ο παπα-Γιάνναρος. Αυτο 'ταν το μυστικό σου;
- Όχι, δεν είναι αυτο το μυστικό μου, παπα-Γιάνναρε• μα με ρώτησες, αποκρίθηκα. Κάμποσους μήνες έζησα κι εγώ σ' ένα κελί κοντά στο κελί του' ψυχανεμίζουνταν όλους ετούτους τους μαύρους δαιμόνους μέσα του και βιάζουνταν να πεθάνει' να πεθάνει, προτού να βρουν την πόρτα ανοιχτή και πεταχτούν έξω. Κι είμαι σίγουρος, την ώρα που σκάλιζε αγίους κι αγγέλους στο ξύλο, θα έστηνε το αυτί του και θ' άκουγε, στον κάθε χτύπο της καρδιάς του, το Χάρο το λυτρωτή να ζυγώνει. Και χαμογελούσε ευτυχισμένος. «Γιατι, πάτερ Αρσένιε» τον ρώτησα μια μέρα «χαμογελάς πάντα και λάμπει το πρόσωπο σου;
- Και πως να μη χαμογελώ, αδελφέ μου Νικόδημε» μου αποκρίθηκε «πως να μη χαμογελώ, αφού κάθε ώρα, κάθε στιγμή, ακούω το θάνατο να ζυγώνει;»
Το πρόσωπο του νεαρού καλόγερου έλαμπε ασάλευτο• η φωνή του ήσυχη μα γεμάτη πάθος συγκρατημένο και τα μάτια του γυάλιζαν σα ν' άναβε από πίσω τους μεγάλη πυρκαγια. Ο παπα-Γιάνναρος τον κοίταζε ανήσυχος• ετούτη η γαλήνη του προσώπου δεν του άρεσε, μήτε η φωνή. Μια βάτος ήταν ετούτη η ψυχή φλεγόμενη και μη καιόμενη.
Ο νέος άπλωσε το χέρι του, άγγιξε αλαφριά τον ώμο του παπα-Γιάνναρου.
- Άκου τα στερνα λόγια του πάτερ Αρσένιου, γέροντα, πρί να πηδήξουν από μέσα του οι δαιμόνοι: «Γρήγορα θα πεθάνεις, αδελφέ Νικόδημε- αε να βρεις τον παπα-Γιάνναρο, τόσες φορές σου 'χω μιλήσει γι' αυτόν, άε να τον βρεις και μπιστέψου το το μυστικό σου. Αυτός μπορεί να το σηκώσει, εσύ δεν μπορείς. Και πες του πως ζω ακόμα, παλεύω ακόμα από πάνω με το Θεό, από κάτω με τους δαιμόνους- αυτοί 'ναι οι δυο μυλόπετρες μου και μέ αλέθουν. Αυτά να του πεις.» Έσκυψα, απίθωσε τα δυο χέρια του απάνω στο κεφάλι μου και με βλόγησε, σα να με αποχαιρετούσε• ύστερα κατάλαβα- με αποχαιρετούσε.
Σώπασε μια στιγμή, κοίταξε γύρα το φτωχικό κελί, χαμογέλασε.
- Κι ήρθα, είπε. Και σε λίγο:
- Ηρθα να σε σώσω' ο πάτερ Αρσένιος μ' έπεψε να σε σώσω. Ο παπα-Γιάνναρος χαμογέλασε πικρά.
- Το κορμί μου; την ψυχή μου; Ποιο από τα δυο;
- Και τα δυό' το ξέρεις, παπα-Γιάνναρε, όσο ζούμε τα δυο αυτά θεριά δε χωρίζουν.
- Εγώ τα χωρίζω! έκαμε ο γέροντας με πείσμα.
- Γι αυτό παραδέρνεις - γι' αυτό δεν ξέρεις κατά που να πας. Μη μαζεύεις τα φρύδια σου, παπα-Γιάνναρε, έχω πολλά ακουστά για σένα, τίμιος είσαι, λέει, φτωχός, άγριος μα καλός, γερός πολεμιστής, λυπάσαι το λαό κι όμως ακόμα δεν πήρες απόφαση. Παραδέρνεις.
- Μπορεί αυτό ίσια ίσια να 'ναι το χρέος μου εμένα, να παραδέρνω, αντιμίλησε ο παπα-Γιάνναρος• μπορεί αυτό το πόστο να μου μπιστεύτηκε ο Θεός• δε θα το προδώσω.
- Αλίμονο στην ψυχή που πεθάνει, άπηλογήθη ο νέος, χωρίς να πει καθαρά, τίμια, το ναι ή τ' όχι. Σε άλλους καιρούς μπορούσες να σεριανας απέξω χωρίς να μπεις στο χορό - τώρα φοβεροι καιροι πλάκωσαν, παπα-Γιάνναρε δεν το νογάς; Φοβεροι καιροι, κι είναι ντροπή να κάθεσαι σταυρό τα χέρια.
Είχε κουραστεί να μιλάει, ήπιε πάλι μια γουλιά νερό, ακούμπησε στη μαξιλάρα και σώπασε.
Ο παπα-Γιάνναρος σηκώθηκε• γέμισε ένα ποτήρι κρασί, πήρε δυο παξιμαδάκια που του 'χαν απομείνει, ζύγωσε το νέο:
- Έλα, του 'πε, θα πεινάς - βούτηξε το παξιμαδάκι αυτό στο κρασί, να στερεώσουν τα κόκαλα σου- να κάμεις δύναμη, παιδί μου, να μιλήσεις.
Ξανακοίταξε πάλι με τρυφεράδα το νέο, που 'χε χλωμιάσει' βούτηξε το παξιμαδάκι στο κρασί, τον τάισε σα μάνα - σα να τον μεταλάβαινε - σα να 'ταν αλήθεια το κρασί και το ψωμί το σώμα και το αίμα του Θεού' κι ως μπουνε μέσα στο κορμί του ανθρώπου γίνουνται δύναμη. Κοκκίνισαν ανάλαφρα τα μάγουλα του νέου.
- Ευχαριστώ, γέροντα μου, είπε - δυνάμωσα. Δυνάμωσες κι εσύ, παπα-Γιάνναρε, μπορείς ν' ακούσεις; Γιατι κι εσύ 'σαι λαβωμένος, πιο βαριά από μένα, μην το ξεχνάς.
- Δεν το ξεχνώ' μα ό.τι κι αν πεις, αντέχω να το ακούσω -λέγε.
- Με ρώτησες ποιος είμαι - Θά σου τα πω όλα σύντομα' βιάζουμαι να φτάσω στο σκοπό μου. Ήμουν διάκος σ' ένα Δεσπότη, ήμουν σπουδασμένος, πήγαινα κι εγώ για Δεσπότης. Μα είδα, είδα, άνοιξε το μυαλό μου, κατάλαβα. Εξευτελίστηκε ο λόγος του Χριστού, έσβησαν τ' άγια άχνάρια του απάνω στη γης, ακολουθούμε τις τραγίσιες πατημασιές που αφήνουν στη λάσπη τα πόδια του Σατανα. .. Αναποδογυρίστηκαν τα λόγια του Χριστού: Μακάριοι οι αλαζόνες τω πνευματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία της γής' μακάριοι οι σκληροτράχηλοι, ότι αυτοί κληρονομήσοναι την γήν' μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την άδικίαν' μακάριοι οι άνελεημονές, μακάριοι οι άκαθαρτοι τη καρδία' μακάριοι οι προκαλούντες πόλεμον. Να ποιοι σήμερα λέγονται χριστιανοι.
- Το ξέρω, το ξέρω... έγρουξε ο παπα-Γιάνναρος• όλα αυτά τα ξέρω, παρακάτω!
- Ξετίναξα τον κουρνιαχτο της επισκοπής από τα πόδια μου' έφυγα, κατέφυγα στο Άγιον Όρος. Μα βρήκα κι εκεί, στη λεγόμενη άγια μοναξιά, όλα τα πάθη του κόσμου• και πιο άγρια, πιο ύπουλα, γιατι δε βολεί να φανερωθούν, να ξεσκάσουν. Το ξέρεις, τριών λογιών είναι οι άνθρωποι: άντρες, γυναίκες και καλόγεροι - βράζουν όλα τα πάθη κρυφά, χωρίς ελπίδα, μέσα στα σπλάχνα του καλόγερου. Γιατι, το ξέρεις, παπα Γιάνναρε, αλίμονο σε όποιον ζει στην έρημο και θυμάται του κόσμου. Κλείστηκα λοιπόν στο κελί μου και διάβαζα κρυφά βέβηλα βιβλία που είχα φέρει μαζί μου.
- Βιβλία; Πήγες το λοιπόν και του λόγου σου στη μοναξιά, κουβαλώντας όλους τους δαιμόνους του κόσμου μαζί σου;
- Έχεις δίκιο, παπα-Γιάνναρε, ύστερα το κατάλαβα• αλήθεια, δεν πήγα στο Μοναστήρι για ν' ασκητέψω, παρά για να συγκεντρώσω την ψυχή μου που είχε κατασκορπίσει' να βρω που να σταθώ, να σταθώ κι από κει να πάρω φόρα. Γιατι δεν μπορώ, γέροντα, δεν μπορώ να ζω χωρίς βεβαιότητα.
- Μήτε εγώ, μήτε εγώ... αναστέναξε ο παπα-Γιάνναρος• γι αυτο υποφέρω.
Μα ο νέος δεν τον άκουσε' τα μάτια του και τ' αυτίά του, γυρισμένα προς τα μέσα, θωρούσαν κι άφουκράζουνταν την ψυχή του μονάχα. Κι ύστερα βιάζουνταν, γιατι η πληγή του πάλι άρχισε να τον πονάει και δεν ήξερε αν θα πρόφταινε να τα ξομολογηθεί όλα στον ασπρομάλλη γέροντα μπροστά του.
- Δεν μπορώ να ζω χωρίς βεβαιότητα, ξανάπε' μέσα μου, από τη μια μεριά η πίστη μου στους αντιπρόσωπους του Χριστού επί της γης κλονίστηκε, κι από την άλλη ο πόνος του αδικημένου ανθρώπου είχε γεμίσει το σπλάχνο μου αγανάχτηση. Που να σταθώ; Στο Χριστό, όπως τον εκατάντησαν οι δεσποτάδες, για σε κείνους, που θέλουν να στερεώσουν ένα κόσμο καινούριο, πιο δίκαιο, χωρίς Χριστό; Πήγαινα στην εκκλησιά, νήστευα, προσεύχουμουν, φώναζα το Θεό, μα καμιά ανακούφιση' ο Θεός δεν απαντούσε. Με τον καιρό το κατάλαβα• δεν είναι η προσευχή, δεν είναι η μοναξιά ο δρόμος• ήταν μια φορά, έφερναν από τη γης στον ουρανό, τώρα πια δεν είναι' μας αλαργαίνει από τη γης και δε μας πάει στον ουρανό. Μας αφήνει μεσόστρατα στον αέρα. Πρέπει ν'ανοίξω, έλεγα, πρέπει ν' ανοίξω καινούριο δρόμο' μα δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα, και παράδερνα σαν την αγιοσύνη σου κι εγώ, απελπισμένος.
- Μα εγώ δεν είμαι απελπισμένος! άντινάχτηκε ο παπα-Γιάνναρος κι είχε αρχίσει να θυμώνει' εγώ έχω, φίλε μου, που να σταθώ, στο Χριστο, και δε σκοτίζουμαι τι κάνουν οι Δεσποτάδες. Δε σου φτάνει ο Χριστός, την αφεντιά σου;
- Μη θυμώνεις, γέροντα, έκαμε ο καλόγερος κι άγγιξε παρακλητικά το γόνατο του παπα-Γιάνναρου, δε με φτάνει, όπως τον κατάντησαν με χρυσά ρούχα και με παλάτια να κάθεται και το βράδυ να τρώει και να πίνει με τους άρχόντους του κόσμου ετούτου' ένα Χριστό φτωχό πεθύμησα, γέροντα μου, ξυπόλυτο, πεινασμένο, αδικημένο. Σαν κείνον που συνάντησαν οι δυο ταπεινοι μαθητές οδεύοντας στον Εμμαούς' το Χριστο του Εμμαούς, αυτον ζητούσα και δεν τον έβρισκα• και γι' αυτο πονούσα. Κατάλαβες, παπα-Γιάνναρε;
Ο παπα-Γιάνναρος άπλωνε τώρα το λαιμό κατά το χλωμό πρόσωπο του καλόγερου, η καρδιά του χτυπουσε δυνατά• «ποιος είναι ετούτος ο ξαφνικός μουσαφίρης» συλλογίζουνταν «ποιος μου τον έστειλε; ο Θεός; ή ο Σατανάς; δεν ξεχωρίζω» ό.τι έλεγε, το'νιωθε κι αυτός μέσα του, βαθιά, να του ξεσκίζει τα σπλάχνα.
- Μπας και θαρρείς πως είμαι γέρος και δεν καταλαβαίνω; έκαμε πεισματωμένος• έχω κι εγώ, πρέπει να ξέρεις, ας είμαι κι εβδομήντα χρονών, όλα τα βάσανα της νιότης. Μη σταματάς! Τον βρήκες το Χριστο αυτόν που ζητούσες, πως τον βρήκες; Αυτο 'ναι το μυστικό σου;
- Τώρα βιάζεσαι του λόγου σου, γέροντα, αποκρίθηκε ο νέος και χαμογέλασε, μα εγώ...
Δεν άπόσωσε το λόγο' διψούσε, του 'φερε πάλι ο παπα-Γιάνναρος μιαν κούπα νερό, ήπιε, δροσέρεψε η γλώσσα του.
- Πήρα λοιπόν, γέροντα μου, εξακολούθησε, τα βλάστημα αυτά βιβλία και κατέφυγα μαζί τους στη μοναξιά. «Τι κάνεις, πάτερ Νικόδημε, κι όλη τη νύχτα έχεις αναμμένο το λυχνάρι σου;» με ρωτούσαν οι πατέρες. «Προσεύχουμαι» απόκρίνουμουν. «Και δεν μπορείς μέσα στο σκοτάδι;
- Φοβούμαι» απόκρίνουμουν πάλι• «ευτύς ως σβήσω το φως, έρχουνται οι δαιμόνοι.» Καπόυ κάπoυ μονάχα έβλεπα τον πάτερ Αρσένιο κι άλλαζα δυο λόγια μαζί του. Αυτός μου μιλούσε για το ξύλο που σκάλιζε και μου 'λεγε δεν ήταν ξύλο, ήταν η ψυχή του' κι εγώ του μιλούσα για το Χριστο τον ξυπόλυτο... Κι άξαφνα, μια νύχτα, ας είναι βλογημένη, μια νύχτα...
- Είδες το φως το αληθινό; έκαμε ο παπα-Γιάνναρος σκυμμένος απάνω στο πρόσωπο του νέου.
- Πώς το ξέρεις, γέροντα μου;
- Το βλέπω στα μάτια σου, παιδί μου. Λοιπόν;
- Είδα το φως το αληθινό. Και τότε βγήκα από το κελί μου, ήταν Πάσχα, μαζεμένοι οι καλόγεροι στην Τράπεζα, έτρωγαν κρέας, έπιναν διπλές κούπες κρασί. Εγώ άναμέρισα το πιάτο μου, έχυσα το κρασί. «Σηκωθεΐτε» φώναξα «τι κάθεστε σταυρό τα χέρια, ο κόσμος χάνεται! Δε θέλω λιβάνια και προσευχές, λέει ο Κύριος, δε θέλω κρέατα, εμπάτε στο δρόμο! Ας κουνηθεί το Μοναστήρι σαν τις φορητές θαματουργές εικόνες• δε φτάνει η προσευχή σήμερα, ανοιχτέ τα κελάρια του Μοναστηρίου, μοιράστε ψωμί στους φτωχούς... Ας μοιραστούμε τις στράτες• ας κηρύξουμε το λόγο του Χριστού: αγάπη, ειρήνη, δικαιοσύνη.
- Και τότε;
- Με άρπαξαν δυο χεροδύναμοι καλόγεροι, ο Βενέδικτος κι ο Άββακούμ, με πήραν σηκωτο και με κλείδωσαν στο κελί μου. Την άλλη μέρα μ' έβαλαν σε μια βάρκα και μ' έδιωξαν από το Άγιον Όρος.
Ο παπα-Γιάνναρος έσφιξε το χέρι του νέου.
- Έχε την ευκή μου, είπε• καλά που δε σε σταύρωσαν. Κι ύστερα;
- Μην τρομάξεις, παπα-Γιάνναρε.
- Δεν τρομάζω όταν Ι Χριστός κατεβαίνει από το κόνισμά του και μου μιλάει, και τώρα θα τρομάξω; λέγε. Και τότε...
- Και τότε επήρα το βουνό, γέροντα μου.
- Αντάρτης! κομουνιστής! ξεφώνισε ο παπα-Γιάνναρος κι απότραβήχτηκε στο σκαμνί του, ξαφνιασμένος.
- Βλέπεις; τρόμαξες, έκαμε ο νέος πικραμένος• ναί, είδα το φως το αληθινό, πήρα το βουνό κι έσμιξα με τους αντάρτες.
- Μα αυτοί δεν πιστεύουν στο Θεό, φώναξε ο παπα-Γιάνναρος. Έβγαλαν από το θρόνο το Θεό και θέλουν να καθίσουν αυτοί• μα χωρίς Θεό κόσμος δεν πλάθεται μηδέ κυβερνιέται... Και πήγες μαζί τους! Αυτο 'ναι, λοιπόν, το μεγάλο μυστικδ που ήρθες να μου φανερώσεις; Πάλι καλύτερα να παραδέρνω.
Ο καλόγερος πήρε το χέρι του παπα-Γιάνναρου, το φίλησε.
- Γέροντα μου, είπε, μη βιάζεσαι, μη θυμώνεις... Πήγα, ναί, με τους αντάρτες• το ξέρω, κόσμος χωρίς Θεό δε θεμελιώνεται• μα και κόσμος χωρίς δικαιοσύνη δεν κυβερνιέται. Δώσε προσοχή, αυτο που θα σου πω είναι το μεγάλο μυστικό• Εσωσε εμένα, θα σώσει και την αγιοσύνη σου, μπορεί και κόσμο πολύ• μπορεί και την ιδέα που για χάρη της πολεμούν και σκοτώνουνται οι αντάρτες. Γαλήνεψε την ψυχή σου, παπα-Γιάνναρε, κάνε υπομονή, άκουσε με...
- Καλά, καλά, ακούω, έκαμε ο παπα-Γιάνναρος που ένιωθε ακόμα απάνω στο χέρι του τη φλόγα από τα χείλια του καλόγερου.
Το πρόσωπο του νέου ξάφνου είχε αναψει• η φωνή του βγήκε τώρα από τα σπλάχνα του, βαθιά, συγκινημένη• είχε φτάσει η κρίσιμη στιγμή, η πιο δύσκολη, της ξομολόγησης
- θυμάσαι, γέροντα, είπε σιγά, θυμάσαι, ο Χριστός πρίν ανέβει στον ουρανό έδωκε μια μεγάλη υπόσχεση στους Αποστόλους, που έκλαιγαν, για να τους παρηγορήσει: Όταν έλθη ο Παράκλητος, ον εγώ πέμψω υμίν... Όταν έλθη εκείνος, το πνενμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πασαν την αλήθειαν...
Ο καλόγερος σταμάτησε, κόπηκε η ανάσα του• έσκυψε, κοίταξε μέσα στα μάτια τον παπα-Γιάνναρο.
- θυμάσαι; είπε πάλι.
- Ποιος δε θυμάται; έκαμε ο παπα-Γιάνναρος νευριασμένος• που θες να φτάσεις;
Γεμάτη τρόμο, γεμάτη άναγάλλιαση, βγήκε τώρα η φωνή από τα σωθικά του καλόγερου- έσκυψε στο αυτί του παπα-Γιάνναρου.
- Λοιπόν, άκου, παπα-Γιάνναρε, να το μεγάλο μυστικό, σου το μπιστεύουμαι...
Ο παπα-Γιάνναρος ανατρίχιασε• άθελα του τον κυρίεψε τρόμος.
- Ο Παράκλητος ήρθε!
Ο παπα-Γιάνναρος τινάχτηκε προς τα πίσω, σα να πρόβαλε μπροστά του ένα λιοντάρι.
- Ηρθε; ήρθε απάνω στη γης; ξεφώνισε.
- Ηρθε απάνω στη γης, με σώμα ανθρώπου, με όνομα ανθρώπου.
- Πώς τον λεν;
Έσκυψε ο καλόγερος ακόμα πιο πολύ, τα χείλια του άγγιξαν τη μαλλιαρήν αυτούκλα του παπα-Γιάνναρου.
- Λένιν.
Έπιασε και με τα δυο του χέρια ο παπα-Γιάνναρος το κεφάλι του, έσφιγγε δυνατά τα μελίγγια του και τα κρατούσε σφιχτά και δεν τ' άφηνε να σπάσουν.
- Λένιν; έκαμε τέλος κι απότράβηξε αργά τις άπαλάμες από το πρόσωπο του• Λένιν;
Κοίταξε με τρόμο τον καλόγερο, που είχε ξαφνικά σηκωθεί και στέκουνταν από πάνω του και του χαμογελούσε. Σαν τον αρχάγγελο Γαβριήλ.
- Λένιν, είπε αυτός πάλι, ήσυχα.
Άνοιγε ο παπα-Γιάνναρος το στόμα του ν' άντιμιλήσει, μα ο καλόγερος άπλωσε παρακαλεστικά το χέρι:
- Μη βιαστείς να δώσεις απόκριση, γέροντα, είπε - άκουσε με πρώτα• όμοια, σαν και την αγιοσύνη σου τώρα, ξαφνιάστηκα κι εγώ όταν με χτύπησε το φως... Έτσι είναι πάντα το φως, δεν το ξέρεις; Λόγχη είναι και ξεσκίζει την καρδιά του ανθρώπου. Λαβώθηκα, τινάχτηκα απάνω, ήθελα να υπερασπίσω ό.τι ως τώρα πίστευα• μα το φως σιγά σιγά ανέβηκε στο νου μου, κατάλαβα...
Μα ο παπα-Γιάνναρος δεν τον άφήκε να προχωρέσει.
- Ο Λένιν είναι ο Παράκλητος; φώναξε και τα ρουθούνια του φούσκωναν από θυμό• αυτός θα μας σώσει; Αυτός;
- Αυτός, γέροντα μου, μη φωνάζεις βλέπω, σε βάρεσε και σένα το φως σα λόγχη... Άκουσε με, θα σου μιλήσω ήσυχα, καθαρά, και θα δεις. Έζησα με Δεσποτάδες και με καλόγερους, έζησα ολομόναχος, έζησα με τους αντάρτες• έκαμα άλάκερο τον κύκλο...
- Και βρήκες τον Παράκλητο στους αντάρτες; έκαμε ο παπα-Γιάνναρος σαρκαστικά.
- Βρήκα στους αντάρτες τον Παράκλητο, αποκρίθηκε ήσυχα ο καλόγερος, μα αυτοί δεν ξέρουν ποιος τον στέλνει και τον λένε Λένιν. Δεν ξέρουν και γιατι τον στέλνει• θαρρούν πως ήρθε να δημιουργήσει κόσμο καινούριο, πιο δίκαιο• δέν ήρθε να δημιουργήσει, ήρθε να γκρεμίσει. Να γκρεμίσει τον κόσμο τον παλιό, για να ετοιμάσει το δρόμο σε αυτόν που έρχεται...
- Ποιόν;
- Το Χριστό. Γιατι θα 'ρθει, θα 'ρθει, παπα-Γιάνναρε, να μπει μπροστάρης στους αντάρτες. Και δε θα σταυρωθεί πια, δε θα φύγει πια από τη γης, να μας αφήσει αρφανούς να ξαναπέσουμε πάλι στην άδικία. Ούρανός και γης, παπα-Γιάνναρε, θα γίνουν ένα.
- Αύτο θέλω κι εγώ, αυτό ζητώ κι εγώ σε όλη μου τη ζωή• ουρανός και γης να γίνουν ένα• μα δεν ξέρω το δρόμο, γι' αυτό βασανίζουμαι.
- Γι' αυτό κι εγώ ήρθα, γέροντα, να σου δείξω το δρόμο• συχώρεσε με, εγώ ο τόσο νέος να σου γίνω οδηγός• μα δεν είμαι εγώ που σε οδηγώ, είναι η νιότη• η νιότη μπήκε απόψε στο κελί σου και σου γνέφει: Έλα μαζί μας!
Ο παπα-Γιάνναρος έσκυψε το κεφάλι, μουγκαλίστηκε σιγά, ανεμοκύκλισε το αίμα του, μα δε μίλησε.
Ο νέος έσκυψε από πάνω του• ένιώσε ο γέροντας τη ζεστην αναπνοή στο σβέρκο του και στο ριζαύτι.
- Έλα μαζί μας, είπε ο καλόγερος με ήσυχη μαυλιστική φωνή• είμαστε ακόμα λίγοι, έτσι είναι πάντα το προζύμι, μια φούχτα• μα αυτο θα φουσκώσει τη ζύμη αλάκερη και θα γίνει το ψωμί.
Ο παπα-Γιάνναρος ανασήκωσε το κεφάλι:
- Τα κήρυξες αυτά στους αντάρτες;
- Στην αρχή σώπαινα• ντρεπουμουν, φοβόμουν μπρος σ' όλους να φανερώσω το μυστικό μου. Ζούσα μαζί τους, πολεμούσα μαζί τους, σκότωνα κι εγώ, μάχουμουν να γκρεμίσω ό.τι μπορώ, ένα πετραδάκι από τον κόσμο τούτον, να ετοιμάσω κι εγώ, όσο μπορώ, το δρόμο του Κυρίου. Μα δε μιλούσα- κρατούσα μέσα μου το μυστικό, κι ας μου ξέσκιζε το σπλάχνο. Μα μια μέρα, ένα πρωΐ, μια φωνή σηκώθηκε μέσα μου: «Αυτοι μισούν» μου φώναξε «σκοτώνουν, σκοτώνουνται, ελπίζουν και δεν ξέρουν γιατί• εσύ ξέρεις. Σήκω και μίλησε τους.» Σηκώθηκα. Ανέβηκα σε μιαν πέτρα, μαζεύτηκαν γύρα μου μια πενηνταριά παλικαράδες, με τουφέκια, με φυσεκλίκια, αρβύλες, γενειάδες• έκαμα το σταυρό μου, ν'αρχίσω• έσκασαν στα γέλια. Έκαμα κόμπο την καρδιά μου, άρχισα να μιλώ» να τους φώτισαν μα δεν πρόλαβα ν' αραδιάσω δυο λόγια και ξέσπασαν τα γέλια, τα σφυρίγματα, οι βρισιές. «Είναι βαλτός» φώναξαν «ή θρησκεία, το όπιο του λάου!
- Πουλημένε! Προδότη!
- Έξω! Έξω! Μ' έσπασαν στο ξύλο, καταγκρεμίστηκα, έφυγα... Πήγα σε άλλο βουνό, τα ίδια, μ' έδιωξαν κι από κει• πήγα σε άλλο, γύριζα από βουνό σε βουνό, μ' έδερναν» μ' έβριζαν, μου 'στηναν χωσιές, ξέφευγα• ο Θεός με βοηθούσε και ξέφευγα. Μα απόψε...
Ο ιδρώτας έτρεχε από το κούτελο του παπα-Γιάνναρου. Σηκώθηκε, πήγε στο παραθυράκι του κελιού, ακούμπησε το κεφάλι στο σιδερένιο κάγκελο να δρύσιστεί. Νύχτα βαθιά, σκοτεινό βουητο, ένα νυχτοπουλι κουφοπέταξε, ένα τσακάλι στο βουνό ουρλιασε σιγά, ευχαριστημένο• είχε φάει και χόρτασε. Σήκωσε ο παπα-Γιάνναρος τα μάτια• είδε μια λουρίδα ουρανό, με τρία μεγάλα άστρα• το φεγγάρι είχε ανέβει κι όλα τα μικρά αστέρια χάθηκαν.
- Το λοιπόν; ρώτησε ο καλόγερος.
Η λάμπα είχε χαμηλώσει, δε θα 'χε πια πετρέλαιο, η κάφτρα του φιτιλιού τσίριξε. Το κελί σκοτείνιασε* μονάχα το καντήλι έκαιγε ακόμα ομπρός στο κόνισμα του Άγιου Κωσταντίνου, του Πυροβάτη, και φώτιζε τα πόδια που χόρευαν κι από κάτω τ' αναμμένα κάρβουνα.
Ο παπα-Γιάνναρος το κοίταξε, στερεώθηκε η καρδιά του' ξαφνικά, εκεί που το κοίταζε, ένα βάρος σηκώθηκε από το στήθος του• αλάφρωσε• γέλασε:
- Πυροβάτης είσαι και του λόγου σου, αδελφέ Νικόδημε, είπε και του 'δειξε το κόνισμα• καβούρια είμαστε όλοι μας απάνω στη θράκα και τραγουδούμε. Τραγουδούμε η κλαίμε; δεν καταλαβαίνω. Εσύ το λες φως, εγώ το λέω κάρβουνο αναμμένο• το ίδιο κάνει.
Μα ο νέος μάζεψε τα φρύδια• περίμενε απάντηση, κι ο παπα-Γιάνναρος, έτσι του φάνηκε, έπαιζε μαζί του.
- Δεν είσαι καλός, γελάστηκε ο καλόγερος, δεν είσαι καλός, παπα-Γιάνναρε, δε λυπάσαι τους ανθρώπους.
Ο παπα-Γιάνναρος θύμωσε.
- Ε, νεαρέ, ποιο θαρρείς πως είναι το ανώτατο αγαθό ή καλοσύνη;
- Ναί, η καλοσύνη.
- Όχι, η λευτεριά. ή, πιο σωστά: ο αγώνας για τη λευτεριά.
- Όχι η αγάπη;
Ο παπα-Γιάνναρος κόμπιασε.
- Όχι, έκαμε τέλος• ο αγώνας για τη λευτεριά.
- Γιατι λοιπόν κηρύχνεις: Αγάπη! Αγάπη!
- Η αγάπη είναι η αρχή, δεν είναι το τέλος. Φωνάζω: Αγάπη! Αγάπη! γιατι ο λαός από κει πρέπει να κινήσει• μα όταν μιλώ μονάχος μου, ή με το Θεό, δε λέω Αγάπη! λέω: Αγώνας για τη λευτεριά!
- Να λευτερωθείς κι από την αγάπη;
Ο παπα-Γιάνναρος δίστασε πάλι• το αίμα ανέβηκε στα μελίγγια του.
- Μη με ρωτάς! φώναξε.
Μα ντράπηκε που δεν τολμούσε ν' αποκριθεί, αποκρίθηκε:
- Κι από την αγάπη... είπε σιγά. Ο καλόγερος ανατρίχιασε, τρόμαξε.
- Μα τότε, τι τη θες τη λευτεριά; Τι σκοπό;
- Η λευτεριά, αποκρίθηκε ο παπα-Γιάνναρος κι η φωνή του έτρεμε, η λευτεριά δεν έχει σκοπό. Μήτε βρίσκεται στη γης ετούτη• στη γης βρίσκεται μονάχα ο αγώνας για τη λευτεριά. Αγωνιζόμαστε για τ' άφταστα, και γι' αυτό ο άνθρωπος έπαψε να 'ναι ζώο.
- Μά φτάνει πια! Είπες, είπες, φτάνει! Παράκλητος, Λένιν, Χριστός ξυπόλυτος, Χριστός άρχηγός στους αντάρτες, μπερδεμένα πράματα, δε βρίσκει άκρα ο νους μου.
- Μήτε ή καρδιά;
- Ασ' την καρδιά τη σουσουράδα, μην την ανακατεύεις στις δύσκολες δουλειές• αυτή πάντα πάει κόντρα στο νου, κι όποιος την άκλουθάει πρέπει να 'χει κότσια γερά, κι εγώ δεν έχω.
Σώπασε. και σε λίγο:
- Όλα αυτά, «Επι τέλος, θα τ'αναφέρω στο Θεό• να δούμε τι θα πει κι αυτός.
- Εγώ, έκαμε ο καλόγερος, του τ' ανάφερα' είναι σύμφωνος.
- Ο Θεός ζυγιάζει ξέχωρα την κάθε ψυχή και σε καθεμιά δίνει την απόκριση που θα τη σώσει• να δούμε τι θα πει και σε μένα, τον παπα-Γιάνναρο. Όταν θα βρω κι εγώ το δρόμο μου, ορκίζουμαι, θα τον πάω ως την άκρα.
- Ως τη λευτεριά! είπε ο καλόγερος πειραχτικά.
- Ως τη λευτεριά, έκανέ ο παπα-Γιάνναρος κι ένιωσε πάλι τον ιδρώτα να τρέχει από το κούτελο του. θέλω να πω: ως το θάνατο!
Ο καλόγερος βλεφάρισε κατά την πόρτα.
- θα φύγω, είπε.
Ο παπα-Γιάνναρος τον κοίταξε• τα μάτια του γυάλιζαν μεγάλα, κατάμπλαβα, στο μεσόφωτο• είχε απιθώσει το ζερβό χέρι του στην πληγή, θα πονούσε. Ο παπα-Γιάνναρος ένιωσε πάλι τρυφεράδα, συμπόνια, θαμασμό για το νεαρό μπροστά του πυροβάτη. «Ετούτος, ετούτος» συλλογίστηκε «έπρεπε να 'ναι ο γιος μου, όχι άλλος;»
- Που θα πάς;
- Δεν ξέρω• όπου με βγάλει η στράτα.
- Σέ διώχνουν από τα μοναστήρια, σε διώχνουν από τα βουνα, σε κυνηγούν στον κάμπο, που θα πας;
- Έχω ένα κάστρο άπαρτο, γέροντα• εκεί μέσα κατοικώ.
- Ποιο κάστρο;
- Το Χριστό.
Ο παπα-Γιάνναρος κοκκίνισε• ντράπηκε που ρώτησε ποιο 'ταν το κάστρο' σα να 'χε ξεχάσει το Χριστό.
- Πρέπει, λοιπόν, να φοβούμαι; έκαμε ο καλόγερος γελαστός κι άπλωσε το χέρι στο μάνταλο της πόρτας.
- Όχι, αποκρίθηκε ο παπα-Γιάνναρος.
Έσκυψε ο νέος, φίλησε το χέρι του παπα-Γιάνναρου, άνοιξε την πόρτα κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.
Όρθιος στο κατώφλι του κελιού του ο παπα-Γιάνναρος έβλεπε τον καλόγερο να λιώνει και να χάνεται μέσα στο σκοτάδι. Δε συλλογίζουνταν τίποτα• ανάπνεε βαθιά το νυχτερνό αέρα, δεν ήθελε να κοιμηθεί, Μεγάλη Τετάρτη απόψε, δεν είχε αγρυπνία, ήταν λεύτερος. Είχε στήσει το αυτί του κι άφουκράζουνταν τα βήματα του καλόγερου απάνω στις πέτρες ν' άλαργαίνουν όλοένα και να χάνουνται.
Κι άξαφνα ένα μαχαίρι μπήκε στην καρδιά του• έκαμε να φωνάξει: Ύπάγε οπίσω μου, Σατανα! μα το στόμα του είχε στεγνώξει, κατάξερο. Φριχτή υποψία φιδόζωσε το μυαλό του: Μπας κι ήταν ετούτος ο Πειρασμός; Πολλές μορφές, το 'ξερε ο παπα-Γιάνναρος, παίρνει ο Πονηρός να ξεγελάσει τον άνθρωπο. Τον είχε δει μια φορά στο Άγιον Όρος αγόρι στρουμπουλό να τριγυρίζει τα Μοναστήρια και να θέλει να μπει• κι άλλη φορά; έδω στον Κάστελο, σαν όμορφη γυναίκα να πηγαίνει στο πηγάδι, με το σταμνί στον ώμο... Πέρασε ο καιρός που παρουσιάζουνταν στους ανθρώπους με το αληθινό του πρόσωπο, με κέρατα, με ουρά, με φλόγες• πονηρεύτηκαν οι άνθρωποι, πονηρεύτηκε κι αυτός• κι απόψε, να, μπήκε στο κελί του σαν αγνός, θεοπαρμένος καλόγερος, με σιδερένιο σταυρό στο στήθος...
Ανάστατος, θυμωμένος, αναμαυλούσε τα λόγια του: Ο Λένιν είναι ο Παράκλητος• τη στιγμή που ξεχείλισε στον κόσμο η ανομία, αυτόν έστειλε ο Θεός να προετοιμάσει το δρόμο. Πως; γκρεμίζοντας τον άνομο ετούτον κόσμο. Έτσι θ' ανοίξει ο δρόμος, να μπει και να βαδίσει ο μελλούμενος Χριστός...
- Όχι, όχι, δεν το δέχουμαι! ξεφώνισε ο παπα-Γιάνναρος μέσα στο σκοτάδι• πολύ πιτήδεια ανακατεύει ο Πονηρός την αλήθεια με την ψευτιά, για να μας ξεγελάσει• άνομος, ναι, παράνομος ο κόσμος ετούτος• έφυγε από τα χέρια του Θεού, έπεσε στα χέρια του Σατανά• πρέπει, πρέπει να γκρεμιστεί.... Μα ποιος θα τον γκρεμίσει;
Άρχισε πάλι ο ιδρώτας σπειρωτός να τινάζεται από το καταζαρωμένο του κούτελο.
- Δεν μπορώ, αναστέναξε, δεν μπορώ να βρω άκρα• το μυαλό μου γέρασε, η σάρκα μου γέρασε, δεν αντέχω' ας πάει να βρει ένα νιότερό μου ο πόνος του κόσμου!
Έλαμψε μπροστά του στον αέρα, σαν παλιά αγιογραφία, το Άγιον Όρος. Ο ουρανός από πάνω ήταν όχι γαλάζος παρά ολόχρυσος και κάτω ένας πράσινος κάμπος, γεμάτος άσπρες μικρούλες μαργαρίτες, σαν άστρα• και μέσα στην άστροκεντημένη πρασινάδα ασκώνουνταν ένα Μοναστήρι κάτασπρο με τέσσερεις πύργους• στον κάθε πύργο μια σημαία κυμάτιζε στον αέρα' στη μια σημαία ήταν ζωγραφισμένος ένας άγγελος, στην άλλη ένας αϊτός, στην τρίτη ένα άσπρο ταυρόπουλο, στην τέταρτη ένα λιοντάρι. Και στο περιαύλι του Μοναστηριού ένα δέντρο ανθισμένο, και κάτω από το ανθισμένο δέντρο, όρθιος, ένας ασκητής με κλεισμένα ματόφυλλα, με σηκωμένο το κεφάλι, άφουκράζονταν. Τι, σε κάθε ανθισμένο κλαρί κάθουνταν κι ένα πουλί κάτασπρο, με κόκκινο στηθάκι κι όλα μαζί είχαν ανοιχτο το ραμφί και κελαηδούσαν. Τι κελαηδούσαν το 'βλεπες γραμμένο σε μιαν κορδέλα γαλάζια, που ξετυλίγουνταν από τα ραμφιά τους: «Μοναξιά, Μοναξιά, Μοναξιά, Μοναξιά, Μοναξιά...» Τίποτα άλλο.
Σταύρωσε τα χέρια ο παπα-Γιάνναρος και μουρμούρισε κι αυτός χωρίς να το νογάει: Μοναξιά, Μοναξιά, Μοναξιά... κι αναστέναξε. Τι γλύκα, τι γαλήνη, τι συμφιλίωση! Έρχεται ο Θεός, τον βλέπεις και καθίζει δίπλα σου, σα μακροξενιτεμένος πατέρας, που να, τώρα γύρισε από την ξενιτιά κι είναι τα χέρια του γεμάτα δώρα...
Έκλεισε τα μάτια ο παπα-Γιάνναρος να μην του φύγει τ' όραμα. Ησυχία, ησυχία, γλύκα μεγάλη... Τέτοιος πρέπει να 'ναι ο Θεός, τέτοια η ζωή του ανθρώπου. Γιατι να ρωτούμε; γιατι ν' αγωνιούμε; Δεν είναι από πάνω μας ο Θεός; Δεν κρατάει αυτός το τιμόνι του κόσμου; Αυτός ξέρει ποιο δρόμο παίρνουμε και που πάμε. Δεν είσαι συνεργάτης του Θεού, άνθρωπε, είσαι δούλος• άκλούθα!
Μα ως κουνήθηκε μέσα του ο λογισμός αυτός, ο παπα-Γιάνναρος τίναξε το κεφάλι με θυμό:
- Ύπάγε οπίσω μου, Σατανα, φώναξε κι έφτυσε τον αέρα, Εδώ, στον Κάστελο, είναι το πόστο μου, εδώ θα πολεμήσω άνθρωπος κι εγώ μαζί με τους ανθρώπους• πέρασε ο καιρός που μπορούσε ο άνθρωπος να σωθεί στην έρημο• η σημερινή θηβαίδα μας είναι ο κόσμος• κουράγιο, λοιπόν, παπα-Γιάνναρε, αγωνιστής είναι ο Θεός, αγωνιστής κι ο άνθρωπος, πολέμα μαζί του!
V
Ξημέρωσε η Μεγάλη Πέμπτη, πήγαινε άπό τον Άννα στον Καϊάφα ο Χριστός, βρίζουνταν, μαστιγώνουνταν, στεφανώνουνταν με αγκάθια• κιόλας οι γύφτοι σφυροκοπουσαν τα καρφιά του σταυρωμού του• κιόλας οι άγγελοι έσκυβαν από τον ουρανό και κοίταζαν κάτω στη γης την Αρετή να σταυρώνεται. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ, που 'χε κατέβει στο χώμα κι είχε πει το Χαΐρε στην Παρθένα κι η Παρθένα γέννησε, μάζεψε, ανάμεσα στους αγγέλους, τις φτερούγες και τα μάτια του βούρκωσαν. Όλος ο αγέρας, σήμερα Μεγάλη Πέμπτη, ήταν ακίνητος, θλιμμένος, σαν αληθινα να 'ταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ.
Ο παπα-Γιάνναρος κάθουνταν στο περιαύλι της εκκλησιάς. στο πέτρινο πεζούλι δεξά στην πόρτα• δεν είχε σφαλίσει μάτι όλη τη νύχτα• η καρδιά του ήταν αγριεμένη και σκοτεινή, δεν είχε ακόμα κατακαθίσει μέσα της η ταραχή, σαν ακάθαρτη του φαίνουνταν, τριγυρισμένη με ξίγκια και λάσπη, και δεν τόλμησε, ο παπα-Γιάνναρος, με μιαν τέτοια καρδιά, να ζυγώσει το κόνισμα του Χριστού στο τέμπλο και να του κάμει την καθημερινή του αναφορά. Λιγοστο χαμομήλι είχε φυτρώσει ανάμεσα στους παλιούς τάφους, όπου είχαν λιώσει οι περασμένοι παπάδες του Κάστελου,• κι ο παπα-Γιάνναρος άνοιγοκλειούσε τα ρουθούνια του και δέχουνταν την ταπεινή αυτή μυρωδιά των πεθαμένων. Κοίταξε τον αδειανό ακόμα τάφο του, διάκρινε μέσα στο φως τα κόκκινα κεφαλαία που ήταν χαραγμένα απάνω του: «Θάνατε, δε σε φοβούμαι», μα η καρδιά του δε σκίρτησε από περφάνια ή σιγουράδα. Μια μπουκιά κρέας είχε γίνει η καρδιά ετούτη, γεμάτη αίμα κι όχι θεϊκιά βεβαιότητα. Μια μπουκιά κρέας που πονούσε και φώναζε.
- Χριστέ μου, μουρμούρισε, συχώρεσε την καρδιά μου που φωνάζει• δεν ξέρει η ξαδιάντροπη τι θέλει• μα και πως θες, Χριστέ μου, να ξέρει; οδοιποράει η κακομοίρα απάνω από το χάος και ζαλίζεται.
Μια πεταλούδα τη στιγμή εκείνη πέταξε στον ήλιο, χαμήλωσε, κάθισε απάνω σ' ένα χαμομήλι• ρούφηξε κι αυτή ό.τι είχε απομείνει από τον πεθαμένο κι ύστερα ήρθε και πεταλούδισε γύρα από τα μουστάκια του παπα-Γιάνναρου, κι αυτός κράτησε την αναπνοή του, μην την τρομάξει, και την κοίταζε - τώρα θα 'χε γεννηθεί, τούτος θα 'ταν ο πρώτος πρώτος χορός της στον ήλιο, γιατι τα φτερά της ακόμα ήταν λίγο στην άκρα σγουρά, άσπρα με μικρές κίτρινες βουλές. Γλυκιά συγκίνηση γαλήνεψε ξαφνικά το τραχύ στήθος του παπα-Γιάνναρου. Απ' όλα τα ζωντανα, αύτός ο άγριος πυροβάτης, αγαπούσε την πεταλούδα και σε αυτήν είχε τα θάρρη του. Κι όταν μια μέρα καπόιος τον ρώτησε γιατι, τότε για πρώτη φορά συλλογίστηκε και βρήκε την αιτία: «Γιατί» αποκρίθηκε «ήταν σκουλήκι, μπήκε μέσα στο χώμα, ήρθε η άνοιξη και το σκουλήκι βγήκε πεταλούδα. Ποια άνοιξη; Η Δευτέρα Παρουσία.»
Κουνήθηκε ο παπα-Γιάνναρος, τρόμαξε η πεταλούδα, Εφυγε' και το γέρο τον πήρε το παραπόνο που τα δυο ετούτα μικρά φτερά τον παράτησαν και τον άφήκαν ολομόναχο απάνω στο πεζούλι, στον ήλιο.
Μια στιγμή είχε σκορπίσει ο νους του, ξορκίστηκε ο βραχνάς που τον πλάκωνε όλη τη νύχτα• έκαμε να μπει στην εκκλησιά, να ετοιμάσει το σταυρό για το βράδυ, του είχαν φέρει από την Πραστοβά λίγα αγριολούλουδα, για το σταυρό του Χριστού απόψε και για τον Επιτάφιο, άνοιξε την πόρτα, έριξε μέσα μια ματιά' από το παράθυρο έμπαινε το φως κι έπεφτε απάνω στο κονίαμα του Χριστού, δεξά στο τέμπλο• διέκρινε τη γαλήνη μορφή, το ξανθό γένιο; το μακροδάχτυλο χέρι που κρατούσε μιαν πράσινη σφαίρα, τη γης. Έκλεισε γρήγορα την πόρτα, σα να ντράπηκε να παρουσιαστεί μπροστά του, στα χάλια που βρίσκουνταν, και κάθισε πάλι στο πεζούλι.
Πατημασιές ακούστηκαν στο δρόμο• χάρηκε ο παπα-Γιάνναρος, γιατι έτσι θα σκόρπιζε πάλι λίγο ο νους του• έσκυψε από την ξώπορτα, κοίταξε. Μια στρουμπουλή αντρογυναίκα πέρασε, ξυπόλυτη, κουρελού, μουστακαλίνα, ζαλωμένη ένα δεμάτι ξύλα• τα κακοχτένιστα ψαρά μαλλιά της τα 'χε αναδέσει με φαρδιά κόκκινη κορδέλα, σα να 'ταν κοπελούδα. Πίσω της έτρεχαν δυό παιδιά, της πετούσαν πέτρες και τη γιουχάιζαν τραγουδιστά:
- Άντρα θέλω, απόψε τόνε θέλω!
- Άντρα θέλω, απόψε τόνε θέλω!
Κι η δύστυχη γριά, σκυμμένη κάτω από τα ξύλα, κάρφωνε τα μάτια της στη γης και δε μιλούσε. Ο παπα-Γιάνναρος κούνησε το κεφάλι• η καρδιά του την πόνεσε:
- Αμοιρη Πολυξένη, μουρμούρισε, η πολλή παρθενιά σου χτύπησε το μυαλό και κατάντησες το μπαίγνιο του χωριού. Και κοτσέρνεις την κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά, σα φλάμπουρο γάμου, κακομοίρα...
Είχε πια περάσει το μεσημέρι, οι Καστελιανοί κοιμόνταν, για να 'χουν δύναμη να 'ρθουν απόψε στην εκκλησιά, ν' ακούσουν τα Δώδεκα Βαγγέλια. Δεν άκούγουνταν φωνή ανθρώπου, μήτε σκυλιού, μήτε πουλιού' κάπου κάπου μονάχα ένα βούισμα ανέβαινε από μερικά σπίτια, γλυκό, μονότονο, σαν από μελισσολόι• ήταν οι γυναίκες, οι μάνες, οι άδερφάδες των αντρών που σκοτώθηκαν προχτές, τη Μεγάλη Τρίτη, και τους μοιρολογούσαν ακόμα σιγά σιγά και κουρασμένα.
Και να, ξαναπλάκωσε πάλι ο βραχνάς τα στήθια του παπα-Γιάνναρου• ξανατινάχτηκαν πάλι στο νου του τα λόγια του αναπάντεχου καλόγερου χτες βράδυ. Όσο το γύριζε και το αναγύριζε στο νου του, τόσο και βεβαιώνουνταν ο παπα-Γιάνναρος πως δεν ήταν σώμα ανθρώπου αυτο, ντυμένο με καλογέρικο ράσο και μ' ένα σταυρό σιδερένιο στο λαιμό' έτσι βαθιά που αναστέναξε και μπήκε όλο αίματα στο κελί του κι ύστερα αθόρυβα εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα, σίγουρα θα 'ταν ο Πειρασμός• και τα λόγια που βρήκε να του πει, αληθινα μονάχα ο παμπόνηρος Αντίχριστος μπορούσε με τόση τέχνη να τα σοφιστεί - γιατι τίποτα δεν πεθυμούσε πιο βαθιά, πιο κρυφά στο σπλάχνο του ο παπα-Γιάνναρος, παρά τούτο: ο άδικος, ο άτιμος κόσμος ετούτος να γκρεμιστεί, μα με το χέρι του Χριστού.
Τα γύριζε, τ' άναγύριζε στο νου του τα λόγια αυτά, και τα 'χε ο παπα-Γιάνναρος σαστίσει. Σωστά του φαίνουνταν, μα πάλι ένας μέσα του άντιστέκουνταν κι αρνιόταν.
- Όχι, όχι, φώναζε, ο καινούριος λόγος που διαλαλούν οι αντάρτες δε γίνεται να 'ναι από Θεού• αν αρχηγός τους ήταν αληθινα ο Παράκλητος, δε θα μιλούσαν με τόσο πάθος για υλικά αγαθά, τι να φάμε, πως να μοιραστούμε τα κέρδη, πως να σκοτώσουμε τους οχτρούς μας. Τους άκουσες ποτέ να μιλήσουν για τον ουρανό; Στή γης μονάχα έχουν καρφωμένα τα μάτια τους• να χορτάσει η κοιλιά, να χορτάσουν, λέει, πρωτας όλες οι κοιλιές του κόσμου κι ύστερα βλέπουμε. Η κοιλιά, να το θεμέλιο τους• η κοιλιά, όχι η καρδιά, όχι η ζωή η αιώνια. Τι Παράκλητος λοιπόν είναι ετούτος;
Ο παπα-Γιάνναρος αναστέναξε• κάμποση ώρα έμεινε συλλογισμένος• συχνα, όταν έμενε ολομόναχος στο περιαύλι της εκκλησίας, ανάμεσα στα μνήματα, ο νους του βυθίζουνταν σε συλλογή. Μάχουνταν από το χωριουδάκι αυτό και με το τραχύ μυαλό που του 'δωκε ο Θεός να βρει μιαν άκρα στο μυστήριο αυτό που το λένε ζωή και θάνατο κι απάνω κόσμο. Κι όλο ρωτούσε, ρωτούσε και περίμενε απόκριση. Καί σήμερα τα λόγια του καλόγερου τον τυραννούσαν, μούγκριζε σιγά απάνω στο πεζούλι κι ο ιδρώτας έτρεχε από το κούτελο του.
- Να 'ναι αλήθεια, να 'ναι αλήθεια; μουρμούριζε' μα τότε, ομπρός, σηκώσου απάνω, παπα-Γιάνναρε, βάλε τα φυσεκλίκια, ανέβα στο βουνό, βρες τον Παράκλητο, πολέμα μαζί του!
Μα πάλι τινάζουνταν μέσα του η φωνή, δεν τον άφηνε να σηκωθεί και να φύγει.
- Όχι, όχι, του φώναζε, μην παίρνεις εύκολα φωτιά, παπα-Γιάνναρε. Αν χορτάσει η κοιλιά, θα θέλει πια, θα μπορεί η ψυχή να ξεκορμίσει από τη γλύκα της χώνεψης; Η ευτυχία της γης ποτέ δε φέρνει στον ουρανό, η ευτυχία είναι παγίδα του Σατανα• ο επίγειος Παράδεισος είναι έργο του Διαβόλου. Πόσες φορές να σου το πω, παπα-Γιάνναρε; Ο Διάβολος είναι ο άρχηγός των ευτυχισμένων, των ευχαριστημένων, των χορτάτων ο Χριστός είναι ο αρχηγός των δυστυχισμένων, των ανήσυχων, των πεινασμένων. έχε το νου σου, παπα-Γιάνναρε!
Μα εκεί που ανάριχνε πίσω το κεφάλι, ευχαριστημένος που ξεσκέπασε την παγίδα και δεν τον ξεγέλασε ο Πειρασμός, θυμήθηκε - μπας κι ήταν άλλος Πειρασμός κι ετούτος; -μιαν κουβέντα που 'χε κάμει, χρόνια τώρα, πέρα, στο βλογημένο ακρογιάλι του χωριού του, μ'ένα γερο-ψαρά.
Έλαμπε η μέρα εκείνη, Αύγουστος μήνας, σαν τώρα να, λες και βγήκε από τα χέρια του Θεού• πρωΐ, η θάλασσα μύριζε, άλαφρό αγεράκι φυσούσε, δυο πεταλούδες, άσπρες με πορτοκαλιές βούλες, κυνηγιούνταν κι έπαιζαν απάνω στα χοχλάδια του γιαλού. Περπατούσε ο παπα-Γιάνναρος γυμνοπόδης απάνω στον άμμο, είχε ανοιχτά τα στήθια του κι έψελνε με δυνατή φωνή τον ύμνο που αγαπουσε Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια... που μια φορά κι έναν καιρό αντιλάλησε θριαμβευτικά σε όλες τις βυζαντινές εκκλησιές όταν η Υπέρμαχος Στρατηγός, η Παρθένα, λύτρωσε τη Βασιλεύουσα από τα χέρια των βαρβάρων... Έτσι τραγουδώντας ο παπα-Γιάνναρος έφτασε σε μια φτωχικια καλύβα, όπου ζούσαν δυό αγαπημένοι αχώριστοι αδερφοί• ο ένας ψαράς, ο άλλος τσουκαλάς• είχε ένα τροχό, ζύμωνε τη λάσπη, την έριχνε απάνω στον τροχό και της έδινε ό.τι σχήμα ήθελε η καρδιά του. Είχε κουραστεί ο παπα-Γιάνναρος, κάθισε να κουβεντιάσει μαζί τους• ο ένας δούλευε κιόλας τον πηλό κι ο άλλος σύνταζε τα δίχτυα του, να βγει να ψαρέψει.
Μίλησαν για τη Θάλασσα, για τους πολέμους, κι ύστερα για τη φτωχολογιά, κι ύστερα για τα σύκα, πως ήταν η χρονιά τους εφέτο' ξαφνικά γύριοε ο ψαράς στον παπα-Γιάνναρο και του κάνει:
«Γέροντα μου, ένα πράμα θά σε ρωτήαω, και να με συμπαθάς: Μπορείς να μου πεις πως έκανε ο Χριστός τον πρώτο μαθητή;»
Του 'πε ο παπα-Γιάνναρος ό.τι λεν τα χαρτιά, μα ο γερο-ψαράς κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. Έσκυψε στο γέροντα.
«Εγώ μονάχα ξέρω» είπε. «Ο Χριστός έκαμε πολλά θάματα, είπε λόγια μεγάλα, μα κανένας δεν τα ξέρε. Αυτά που λεν τα χαρτιά, μην τα πιστεύεις• να σου πω εγώ, γέροντα μου, πως ψάρεψε τον πρώτο μαθητή -πως τον έλεγαν;»
«Αντρέα.»
«Τον Αντρέα. Ηταν, να φανταστείς, μεγάλη φουρτούνα• αέρας, αντάρα, τα κύματα θεόρατα• του κάκου μάχονταν οι ψαράδες• γύριζαν απελπισμένοι με αδειανα δίχτυα. Όπου ξαφνικά, πίσω από ένα βράχο, στο ακρογιάλι -τι να δουν; Φωτιά, κι ένας ίσκιος σάλευε πλάι της, σηκώνουνταν, χαμήλωνε, ξανασηκώνουνταν. Κάτι θα ψήνει αυτός..." στοχάστηκε ένας ψαράς πεινασμένος• "ας πάω να δω!" κι έτρεξε κατά τη φωτιά, στην άκρα της θάλασσας.»
«Δεν ήταν θάλασσα» διόρθωσε ο παπα-Γιάνναρος «ήταν λίμνη• η λίμνη της Γενησαρέτ.»
«Τι έχει να κάνει;» είπε ο γερο-ψαράς νευριασμένος «αυτά σας τρώνε εσάς τους γραμματισμένους. Έτρεξε που λες κατά τη φωτιά, και βρήκε μισοσβημένη τη θράκα κι απομεινάρια ακόμα ψαριού• μα ο άνθρωπος είχε χαθεί• φώναξε, ψυχή!
»Τήν άλλη μέρα, ακόμα πιο άγρια φουρτούνα. 0ι ψαράδες απελπισμένοι γύριζαν πάλι με τα δίχτυα αδειανα, Όπου, ξαναθωρούν τη φωτιά και τον ίσκιο να σκύβει απάνω, σαν κάτι πάλι να 'ψηνε. Ο χτεσινοβράδινος ψαράς δώστου πάλι τρέχει και προφταίνει έναν άνθρωπο να ψήνει, περασμένα από ένα καλάμι, μιαν αρμάθα ψάρια. Ηταν νέος, έως τριάντα χρονών, ηλιοκαμένος σαν ψαράς. "Τι κάνεις αυτόύ, φίλε;" τον ρωτάει ο ψαράς. "Να, ψήνω ψάρια.
- Καί που τα βρήκες;
- Τα ψάρεψα τώρα το δειλινό.
- Και πως μπόρεσες με τέτοια θαλασσοταραχή; Εμείς τώρα και δυο μέρες έχουμε να φάμε.
- Γιατι δεν ξέρετε πως να ρίχνετε τα δίχτυα• εγώ θα σε μάθω."
»Ο ψαράς -ήταν ο Αντρέας, θα το κατάλαβες- έπεσε στά πόδια του παράξενου ανθρώπου κι είπε: "Δάσκαλε, ποτέ πια δε θα χωρίσω από σένα."
»Το βράδυ ο Αντρέας είπε του αδερφού του πως βρήκε έναν άνθρωπο που μπορεί να πιάνει και με την πιο μεγάλη φουρτούνα ψάρια" αυτός πάλι το 'πε στους φίλους του, κι έτσι σιγά σιγά βρήκε ο Χριστός -γιατι αυτός ήταν- τους μαθητές του. Στην αρχή τους δασκάλεψε, μαθές, πως να πιάνουν ψάρια να μην πεινούν, κ; ύστερα, με τον καιρό, δίχως να το καταλάβουν, από ψαρική σε ψαρική, τους έκαμε Αποστόλους.»
Ο παπα-Γιάνναρος άκουε το γερο-ψαρά με το στόμα ανοιχτό• την ώρα που του μιλούσε ο ψαράς, θυμόταν ένα παλιό Βαγγέλιο που σώζουνταν στην εκκλησιά με θαμαστες πολύχρωμες μικρογραφίες• μια από αυτές, η Έπιφοίτηση του Άγιου Πνεύματος: το Άγιο Πνέμα κατεβαίνει κάθεται και μοιάζει γλάρο πεινασμένο που από αψηλά σαΐτεψε τους Αποστόλους και τους αδράχνει από την κοιλιά με δώδεκα κόκκινες πετονιές• μάχουνται οι Απόστολοι να ξαγκιστρώσουν, μα το αγκίστρι τους έχει πιάσει βαθιά από την κοιλιά, δεν τους αφήνει! Τι άσφαλτα, συλλογίστηκε τότε ο παπα-Γιάνναρος, πρωτοπέφτει και φυτεύεται έτσι ο Λόγος του Θεού μέσα στην κοιλιά κι αγάλια ανεβαίνει και πιάνει την καρδιά και το νου του άνθρωπου»!
Ο γερο-ψαράς κοίταξε τον παπα-Γιάνναρο ευχαριστημένος, γιατι μάντεψε το θαμασμό του.
«Έτσι δουλεύει ο Θεός, γέροντα μου» του λέει. «'Αμ' τι νομίζεις! Εσείς οι γραμματισμένοι λέτε πως ο Θεός είναι μια Ιδέα, ένα σπάνιο πράμα -ξέρω κι εγώ; Άλλοι πάλι πως είναι ένας γέρος απάνω σε σύννεφα, και τον ζωγραφίζουν κιόλας. Τίποτα από αυτά!
»Να, ένας τροχός, να, σαν και τούτον εδώ του αδερφού μου. Κι εμείς είμαστε η λάσπη. Γυρίζει ο τροχός ακατάπαυτα, γυρίζει και περνάει από πάνω μας, φυσάει και μας κάνει ό.τι θέλει: λαγήνια, στάμνες, γλάστρες, τσουκάλια, λύχνους. Άλλα βάζουν νερό, άλλα κρασί και μέλι, άλλα μαγερεύουν, άλλα φωτίζουν... Έτσι βγαίνουν οι άνθρωποι από τα χέρια του Θεού. Κι αν σπάσουμε, τι τον νοιάζει; Αυτος γυρίζει, γυρίζει και φτιάνει καινούρια αγγεία και μήτε στρέφεται να μας δεί• τι να μας κάνει;»
«Μα γιατι όλα αυτά;» έκαμε ο παπάς, για να βάλει σε πειρασμό το γερο-ψαρά' «γιατι να με κάμει καθόλου; Κι άφού μ' έκαμε, γιατι να με σπάσει; Δε θέλω!»
«Ε, ας μη θες!» έκαμε ο γέρος μ' ένα ξερό περιπαιχτικό γέλιο. Και σε λίγο: «Ποιος μας ρωτάει, παπά μου!»
Ο παπα-Γιάνναρος είχε κλείσει τα μάτια κι έβλεπε, όλο φως, το μακρινό ακρογιάλι, κι άκουγε ένα ένα, καθαρά, τα λόγια του γερο-ψαρά. Μπας κι είχε δίκιο ο αγράμματος αυτός γέρος; Μπας και πιάνεται αλήθεια ο Θεός πρώτα πρώτα από την κοιλιά του ανθρώπου, για να ριζώσει, κι ύστερα σιγά σιγά ανεβαίνει; Ανεβαίνει και πιάνει την καρδιά, κι ύστερα το μυαλό, κι ύστερα ανεβαίνει απάνω από το κεφάλι; Κι οι αντάρτες ετούτοι που βάζουν θεμέλιο τη γης, μπας κι έχουν δίκιο; Πρωτας να φάνε, να μην πεινούν, πρώτας οι ρίζες να θραφούν μέσα στη λάσπη κι ύστερα το δέντρο θ' ανθίσει... Ποιος είναι ο σκοπός της κοπριάς; Να γίνει μέλι κι άρωμα και σάρκα δροσερή στον καρπό. Ευλογημένη το λοιπόν η κοπριά κι η κοιλιά του ανθρώπου!
Έτσι, ζωσμένο από Χριστούς κι Αντίχριστους, τον βρήκε ο τελάλης του χωριού, ο Κυριάκος• κάποιος πάλι πέθαινε στα συρματοπλέγματα, να πάει, λέει, να τον μεταλάβει. Σηκώθηκε ο παπα-Γιάνναρος, ανακλαδίστηκε, τα γόνατα του, τα νεφρά του, όλοι του οι αρμοι πονούσαν. «Γέρασα, γέρασα» συλλογίστηκε «γέρασα κι ακόμα δέν πήρα απόφαση.» Στράφηκε στον τελάλη:
- Ως πότε, μωρέ Κυριάκο, του 'πε, ως πότε;
- Δεν καταλαβαίνω, γέροντα μου, αποκρίθηκε αυτός σαστισμένος.
- Ως πότε θα σταυρώνεται ο Χριατός; Σήκωσε ο Κυριάκος τους ώμους:
- Και δε ρωτάς, γέροντα μου, είπε, ως πότε θ' ανασταίνεται; Ωςπότε;...
Ο παπα-Γιάνναρος δεν αποκρίθηκε μπήκε στο ιερό, πήρε το Άγιο Δισκοπότηρο, το σκέπασε μ' ένα βυσσινί βελούδο, βγήκε στο δρόμο. Σε μια λακκούβα άπόξω από το χωριό, είχε τυλίξει με συρματοπλέγματα ο λοχαγός που υπεράσπιζε τον Κάστελο μιαν πενηνταριά γέρους και γυναίκες, γιατι είχαν άντρες και γιους στο αντάρτικο• όρθιοι, σκελεθρωμένοι, πιτακωμενοι ο ένας απάνω στον άλλο, γυροτραφισμένοι με σύρματα• τα κεφάλια των γυναικών τα 'χαν ξουρίσει και στους άντρες είχαν σταμπάρει στο κούτελο, με πυρωμένο σίδερο, μία λέξη: ΠΡΟΔΟΤΗΣ.
Περνούσε ο παπα-Γιάνναρος βιαστικός τα δρομάκια του Κάστελου, κρατούσε αψηλά το Άγιο Δισκοπότηρο και πήγαινε πάλι σήμερα να μεταλάβει έναν ετοιμοθάνατο. Έτσι κάθε μέρα, καπότε πολλές φορές τη μέρα, πηγαινόφερνε το σώμα κι αίμα του Χριστού και βοηθούσε τους ανθρώπους ν' αντικρίσουν το θάνατο. Κι αυτοί πέθαιναν, αναπαύουνταν, μα ο παπα-Γιάνναρος κρατούσε μέσα του τα στερνα πονεμένα λόγια τους, τή στερνή όλο τρομάρα ματιά τους κι αναπαμό αυτός δεν είχε• ξεψυχούσαν ακόμα μέσα του όλοι οι πεθαμένοι.
Πήγαινε ο παπα-Γιάνναρος, κι ωστόσο ο λοχαγός περπατούσε απάνω κάτω μπροστά από τα συρματοπλέγματα, αργά βαριοπατώντας τις φτέρνες• κοντός; λιγνός, ήλιοψημένος, με μια βαθιά σπαθιά στο δεξό του το μάγουλο, με αγκαθωτά φρύδια• και κάτω από τα φρύδια γυάλιζαν δυό στρογγυλά μικρά μάτια, σα σκαντζόχοιρου. Πήγαινε κι έρχουνταν, έτρωγε το μουστάκια του, στέκουνταν και στήλωνε πολλήν ώρα τα μάτια στον καθέν' από τους φυλακισμένους• τα μάτια του, τα φρύδια του, τα χείλια του ήταν γεμάτα φοβέρες• κι όλο και χτυπουσε το μαστίγι του στις αψηλές στραβοπατημένες μπότες.
- Προδότες, έγρουζε και δάγκανε με λύσσα τα μουστάκια του, προδότες, άτιμοι, πουλημένοι!
Ένας φαντάρος κοντούλης, με μαύρο ψαλιδισμένο μουστακάκι, στράφηκε κρυφά στο διπλανό του:
- Τι σου 'λεγα, Αβραμίκο, νειρεύτηκα παπαρούνες, το λοιπόν θα 'χουμε πάλι αίματα. Τι θ' απογίνουμε, μωρέ Λεβή - δε μου λες;
Ο Λεβής, κιτρινιάρης, με φτενα ψακωμένα χείλια, με ρούσα σαν τα γένια του καλαμποκιού μαλλιά, χιχίρισε σαρκαστικά:
- Έτσι που κατάντησε ο Θεός, πόσες φορές να σου το πω, μωρέ Πάνο, μια μονάχα ελπίδα ϊχουμε, το διάολο. Αύτος κυβερνάει σήμερα τον κόσμο• σε αυτόν πια θ' ανάβει ο κόσμος λαμπάδες. Με το Χριστό τον εδικό σας, που όσους μπάτσους κι αν φάει δε χορταίνει, και με τον Ιεχωβά τον εδικό μας; που όσους ανθρώπους κι αν φάει δε χορταίνει, προκοπή δε θα δούμε. Δίνω, το λοιπόν, μια μούντζα στον ουρανό και προσκυνώ τα κερατά σου, Βελζεβούλη!
Τον είχαν πάρει από τη Σαλονίκη το Λεβή οι ναζήδες και τον είχαν βάλει να παίζει βιολί στο Νταχάου' είχε βγει, μαθές, διαταγή να μπαίνουν οι Οβραίοι στο κρεματόριο με μουσική, κι ο Λεβής στέκουνταν στην πόρτα του κρεματόριου και τους έπαιζε, την ώρα που πήγαιναν στο φούρνο, βιολί. Από τότε πια μια μονάχα χαρά απόμεινε στον Οβραίο -να θωράει να χύνεται αίμα.
Ο Πάνος σάστισε ν' ακούσει τέτοια λόγια• είδε κιόλα μπροστά του το Βελζεβούλη με τα κέρατα κι η τρίχα του σηκώθηκε• στράφηκε στο διπλανό να ζητήσει βοήθεια.
- Τι λες, κι εσύ, Βάσο; Άκουσες τι λέει ο Αβραμίκος; Μα που ν' ακούσει ο κακόμοιρος ο Βάσος! Ο νους κι ο λογισμός του μακριά πολύ, σ' ένα έρμο σπίτι, σε τέσσερεις άδερφάδες ανύπαντρες, κι είχε σκεβρώσει το κορμί του να δουλεύει, να τους κάμει την προίκα• δούλευε, δούλευε, και μήτε την πιο μεγάλη, την Αριστέα, δεν είχε καταφέρει ακόμα να παντρέψει.
- Τι; έκαμε στο φαντάρο• δεν άκουσα. Οι δυό φαντάροι γέλασαν:
- Συλλογιέται τις άδερφάδες του ο ερίφης, είπαν και στράφηκαν πίσω τους σ' ένα λιγνό, ποντικομούρη:
- Και του λόγου σου, Στρατή, δε μιλάς; Άνοιξε, μωρέ, τα χείλια σου, τρεις μέρες έχεις να μιλήσεις.
- Κουβέντες δε θέλω, έγρουξε ο Στρατής• να σας πάρει ο διάολος όλους!
- Δεν μπορεί ακόμα να χωνέψει το κουφάρι του βλάμη του του Λεωνίδα, έκαμε ο Λεβής και χιχίρισε πάλι• ε κακομοίρη Στρατή, πάει αυτός, πάει και δε γυρίζει πια. Και στα δικά μας!
Ένα δάκρυο πετάχτηκε από τα μάτια του Στρατή• γύρισε πέρα το πρόσωπο και δεν αποκρίθηκε. Ο λοχίας ζύγωσε.
- Τι ψιλοκουβεντιάζετε, κοθόνια; είπε αγριεμένος• τώρα θα 'ρθει ο παπάς να μεταλάβει• σιωπή, το λοιπόν!
- Εγώ 'μαι Οβραίος, μουρμούρισε ο Λεβής τρίβοντας τα χέρια του γλίτωσα!
Ο παπα-Γιάνναρος φάνηκε από την άκρα του δρόμου• κρατούσε διπλόφουχτα, όρθιο μπροστά του, το Άγιο Δισκοπότηρο, λεβέντικα, σα να κρατούσε σημαία και πήγαινε στον πόλεμο. Ηταν ξεσκούφωτος, τα ψαρά μαλλιά του ήταν χυμένα στους ώμους του, οι αρβύλες του αντιχτυπούσαν στις πέτρες, σα να περνούσε άλογο. Ένιωθε από το Άγιο Δισκοπότηρο να ξεχύνεται στα χέρια του, στα μπράτσα του και σε όλο του το γέρικο κορμί μια δύναμη άγρια, σκοτεινή, που λες και δεν μπορούσε να τη βαστάξει, τρέκλιζε και σκουντουφλούσε στις πέτρες.
Οι φυλακισμένοι τον ξέκριναν από μακριά, τα μάτια τους έλαμψαν από το Άγιο ετούτο Δισκοπότηρο κρέμουνταν όλες τους οι ελπίδες - από το σώμα κι αίμα που ήταν εκεί μέσα... Από που πια να περιμένουν σωτηρία; Από τους ανθρώπους; Ως τώρα οι άνθρωποι τους τυραννούσαν και τους σκότωναν μένει ακόμα ετούτος, ο Χριστός. Αν δε δουν και από αυτόν σωτηρία, ανάθεμα τότε την ώρα που γεννήθηκαν, ανάθεμα τα χέρια που έπλασαν έναν τέτοιο κόσμο!
Την ώρα που κατάφτανε ο παπάς, μια μάνα που βύζαινε σήκωσε απάνω από τα συρματοπλέγματα αψηλά το μωρό της• ήταν κίτρινη σαν το λεμόνι.
- Νερό, φώναξε, νερό, για όνομα του Θεού, νερό!
Ένας γέρος άπλωσε το κοκαλιάρικο χέρι, ο λοχαγός σταμάτησε.
- Τι θες; ούρλιασε.
- Έλευτερία, αποκρίθηκε με ξεπνεμένη φωνή ο γέρος.
- Σκασμός! ο γιος σου είναι με τους προδότες!
- Έλευτερία... ξαναμουρμούρισε το γεροντάκι, ήσυχα, παρακλητικά, σα να ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί.
- θα σας βάλω όλους στην μπουκα του τουφεκιού, μούγκρυε ο λοχαγός, που δεν είχε ακόμα δεί τον παπα Γιάνναρο να ζυγώνει, και πρώτα πρώτα το δίμουρο τον παπα-Γιάνναρο. Κι ύστερα το δάσκαλο το χτικιάρη, κι ύστερα όλους, όλους, να καθαρίσω το χωριό!
Στράφηκε στο λοχία:
- Να πας με δυό φαντάρους αύριο να μου φέρεις εδώ το δάσκαλο• μέσα στα σύρματα• αυτόν και τη γυναίκα του και το παιδί του.
Στάθηκε ο παπα-Γιάνναρος, το Άγιο Δισκοπότηρο έτρεμε στα χέρια του:
- Θεέ μου, μουρμούρισε, ως πότε θα παραδίνεις τους δούλους σου στα θεριά; Δε θα τελειώσουν, λοιπόν, ποτέ στη γης ετούτη η αδικία κι ο πόνος; Πότε θ' αρματώσεις, Θεέ μου, και την αγάπη; Να, η στιγμή, Χριστέ μου, φανερώσου! Δε βλέπεις; δεν ακούς; δε λυπάσαι; τους φυλακισμένους, τους φυλακάτορες, το λοχαγό, όλους; Κάμε το θάμα σου!
Σα να 'νιωσε πίσω του βαριάν ανάσα, στράφηκε ο λοχαγός, είδε κοντόχοντρο, τετράγωνο μπροστά του, ανταρεμένο, με τα μάτια που πετούσαν φωτιές, τον παπά. Μάζεψε τα φρύδια, γύρισε το πρόσωπο, έσκυψε χάμω. Τον μισούσε, τον φοβόταν τον έβδομηντάρη ετούτον άγριόπαπα• ένιωθε να τινάζεται από τα μάτια του μια δύναμη βουβή, να θέλει να τον ρίξει κάτω με τα Δισκοπότηρα του, τα Βαγγέλια, τα πετραχήλια, με τις ψαλμουδιές του και τα ξόρκια, κυβερνούσε ο τραγογένης ετούτος φοβερές αόρατες δυνάμες, κι ο λοχαγός, κι ας ήταν παλικάρι, τον φοβόταν στράφηκε πάλι, τον είδε, χτύπησε το πόδι του στη γης.
- Τι με κοιτάς έτσι, παπα-Γιάνναρε; Έλα, μετάλαβε τον, ξεμπέρδευε!
- Δεν ντρέπεσαι; Δε φοβάσαι το Θεό, κυρ λοχαγέ; έκαμε ο γέροντας με χαμηλή συγκρατημένη φωνή.
Ο λοχαγός έσφιξε το μαστίγι, ανασήκωσε το χέρι, σα να 'θελε να χτυπήσει.
Μα ο παπα-Γιάνναρος όλο και τον ζύγωνε και του μιλούσε: τα γένια του πια άγγιζαν και σβάρνιζαν το πρόσωπο του λοχαγού• η φωνή του είχε βραχνιάσει:
- Άντρας είσαι εσύ; Καλά σε λέει ο κόσμος Χασάπη• και ποια 'ναι τ' αρνιά που σφάζεις; Άνοιξε τα μάτια σου να δεις• τ' αδέρφια σου, τ' αδέρφια σου, δυστυχισμένε!
- θα σε στήσω στον τοίχο, τραγόπαπα! μούγκρισε ο λοχαγός κι άρπαξε τον παπά από το μπράτσο και τον έσπρωξε πέρα έγνοια σου, θα'ρθει κι η σειρά σου!
- θα 'ρθει κι η σειρά μου, κυρ λοχαγέ, ήρθε κιόλα, στήσε με στον τοίχο• ντρέπουμαι που ζω.
- θα σε σκοτώσω όταν εγώ θέλω, όχι όταν θες εσύ• φεύγα!
- Δε φεύγω• θα φωνάξω!
Στράφηκε στους φαντάρους, σήκωσε αψηλά το Δισκοπότηρο.
- Όχι άλλο αίμα, παιδιά μου, φώναξε, φτάνει πια!
Ο λοχαγός χύθηκε απάνω του, τον άρπαξε από τα γένια, του 'φραξε το στόμα.
- Αυτά να τα λες του γιου σου, του καπετάν Βούλγαρου, του προδότη!
Μα ο παπα-Γιάνναρος ξέφυγε από τη φούχτα του λοχαγού, προχώρεσε προς τους φαντάρους.
- Παιδιά μου, φώναξε πάλι, μην ακούτε όταν σας λεν: «Σκοτωστε!» Σηκώστε το κεφάλι: «Δε σκοτώνουμε» φωναχτέ - άκουτε; Και μη φοβάστε! Όποιος σκύβει στο ζυγό του Θεού είναι λεύτερος, όποιος σκύβει στο ζυγδ των ανθρώπων είναι σκλάβος' λευτεριά, λευτεριά, παιδιά μου!
Ο λοχαγός σήκωσε το μαστίγι, χίμηξε κατά τον παπά• μα ο Μήτρος ο λοχίας, ο αγαθός Ρουμελιώτης, πρόλαβε, άρπαξε το γέροντα και τον τράβηξε πέρα' μπήκαν στη μέση κι οι φαντάροι. Ο παπάς τινάζουνταν, μάχουνταν να τους ξεφύγει.
- Αφήστε με, τους φώναζε, ντρέπουμαι που ζω, δε θέλω πια να ζώ• να με σφάξει και μένα ο Χασάπης πρωτού να βλαστημήξω το Θεό!
- Σώπα, γέροντα, του 'πε σιγά ο λοχίας, σώπα, γέροντα, εδώ το σπαθί κάνει κουμάντο.
Ο παπα-Γιάνναρος τον κοίταξε, το μάτι του ήταν γεμάτο πόνο:
- Κι εσύ, του 'πε, κι εσύ, Μήτρο παιδί μου; πως έκατάντησες έτσι; πως βάσταξες προχτές και σκότωσες τις εφτά γυναίκες;
Ο λοχίας χαμήλωσε τη φωνή.
-Ο Θεός θα με συχωρέσει, είπε κατέχει αυτός, δεν το κάνω γιατι το θέλω, όχι• το κάνω από ανάγκη.
- Κατέχει αυτός, τον αντίσκοψε ο παπα-Γιάνναρος, κατέχει αυτός, αλίμονο σου, Μήτρο κιοτή, πως πιο δυνατή η ψυχή από την ανάγκη, και δε συχωρνάει!
Ακούστηκε ο ρόχος του ετοιμοθάνατου• ο παπα-Γιάνναρος τινάχτηκε, έκαμε το σταυρό του:
- Συχώρεσέ με, Χριστέ μου, ξέχασα το πλάσμα σου που ψυχομαχάει... είπε, σήκωσε αψηλά το σώμα κι αίμα του Χριστού και κατέβηκε στη λακκούβα.
VI
«Που κατάντησε η καρδιά του ανθρώπου» συλλογίζρυνταν ο παπα-Γιάνναρος γυρίζοντας με το Άγιο Δισκοπότηρο στην εκκλησιά του• «πως απόστρεψε ο Θεός το πρόσωπο του, δε ρίχνει πια τη ματιά του στον κόσμο, κι ο κόσμος σκοτείνιασε. Έκλειψη Θεού, Εκλειψη Θεού» Έλεγε και ξανάλεγε ο παπα-Γιάνναρος και δρασκέλιζε τα στενα βρώμικα δρομάκια του χωριού. Χαλάσματα, τοίχοι και πόρτες όλο τουφεκιές, πιτσιλιές αίματα στά κατώφλια, πεινασμένα σκυλιά μυρίζουνται και σκάβουν τη γης, να βρουν το κρέας που σαπίζει. Έσφιγγε με δύναμη το Δισκοπότηρο στα χέρια του ο παπα-Γιάνναρος κι ένιωθε κρατούσε το Θεό από το χέρι, τον περνούσε από τα στενορύμια του Κάστελου και του 'δειχνε τον πόνο του ανθρώπου.
- Κοίτα, κοίτα, του 'λεγε, άσε τον ουρανό, τι χρειάζεσαι εκεί απάνω, εδώ σ' έχουμε ανάγκη, Χριστέ μου, εδώ στον Κάστελο, κοίτα! Αν βαστάξει ακόμα λίγον καιρό ο καταραμένος αυτός αδερφοφάς πόλεμος, θ' αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλον. Χάσαμε την ανθρωποσύνη μας, Χριστέ μου, αγριεύτηκαν τα μούτρα μας, ξαναγυρίσαμε πίσω στο άγριο θεριό. Προχτές ακόμα δε χύθηκε ο γερο-Σταμάτης, ο ήσυχος γνωστικός δημογέροντας, κι άρπαξε το αυτί του Στελιανού του ανυφαντή, να του το φάει; Κι ο λοχαγός, πως ήταν όταν ήρθε. και πως τώρα κατάντησε! Δεν είναι πια άνθρωπος αυτός, είναι τίγρης, τίγρης και πίνει το αίμα... Ως πότε, Χριστέ μου, ως πότε; Όλο και ξεκολνάει από πάνω μας το πρόσωπο του Θεού και κολνάει το πρόσωπο του δαίμονα. Χριστέ μου, στο μικρό ετούτο χωριουδάκι που μου μπιστεύτηκίς, βόηθα να ξαναφέρω το πρόσωπο σου!
Πήγαινε, πήγαινε κι ο νους του αρμένιζε σε σκοτεινα νερά: «Στον κόσμο τούτον» συλλογίζουνταν «θα 'σαι αρνί ή λύκος• αν είσαι αρνί, σε τρων αν είσαι λύκος, τρως. Θεέ μου, δεν υπάρχει ένα τρίτο ζώο, καλύτερο, δυνατότερο;» Και μια φωνή μέσα του του απόκρίνουνταν: «Υπάρχει, υπάρχει, παπα-Γιάνναρε, κάνε υπομονή• τώρα και χιλιάδες χρόνια ξεκίνησε να φτάσει, να γίνει άνθρωπος• δεν έφτασε ακόμα. Βιάζεσαι; Ο Θεός δε βιάζεται, παπα-Γιάνναρε.»
Απέξω από την καζέρνα ο παπα-Γιάνναρος στάθηκε, τα γόνατα του κόπηκαν ένας σωρός παιδιά είχαν μαζωχτεί και σκάλιζαν τα σκουπίδια, να βρουν απομεινάρια από το συσίτιο των φαντάρων, να φάνε. Με πρησμένη κοιλιά, με καλαμένια πόδια, πολλά δεν μπορούσαν να σταθούν όρθια και πηδοκοπουσαν με δεκανίκια, άλλα, οχτώ δέκα χρονών, είχαν βγάλει γένια...
Έκαμε ο παπα-Γιάνναρος να πάει κοντά τους -μα τι να τους πει; Είχαν αγριέψει, δεν είχε τίποτα να τους δώσει, στέκουνταν και τα κοίταζε, αμίλητος. Κι εκεί που τα κοίταζε και τα μάτια του σιγά σιγά θάμπωναν, μια ξερακιανή γριά πέρασε, με μεγάλες δρασκελιές, ξυπόλυτη, ξεμαλλιάρα, και κρατούσε τυλιμένο σ' ένα κουρέλι ένα πεθαμένο αγοράκι ως τριών χρονών και στον ώμο της είχε περασμένη μιαν τσάπα. Πήγαινε και σκλήριζε και τα μάτια της ήταν γουρλωμένα και στεγνα. Ο παπα-Γιάνναρος τη γνώρισε• ήταν η γριά Αρετή, η μαμή του χωριού, και κρατούσε στα μπράτσα το μικρό της αγγόνι. Ευτύς ως είδε τον παπά, ένα άγριο γέλιο στρούφιξε τα χείλια της.
- Πέθανε, παπα-Γιάνναρε, του φώναξε, πέθανε κι αυτο, άε να το πεις του αφεντικού σου! Δεν είχε, μωρέ, ένα κομματάκι ψωμί να του δώσει; Δεν είναι λέει Παντοδύναμος, δεν είναι λέει Πανάγαθος, δεν είχε ένα κομματάκι ψωμί να του δώσει;
Ο παπα-Γιάνναρος δε μιλούσε• κοίταζε το χλωμοπράσινο μικρό κορμάκι, με την πρησμένη τούμπανο κοιλιά, με το σκελεθρωμένο λαιμουδάκι, με το τεράοτιο, όλο κόκαλα κεφάλι... Το στόμα της γριάς στρουφίζουνταν, σκλήριζε και γελούσε και τα μάτια της ήταν καρφωμένα απάνω,στον παπα-Γιάνναρο, με μίσος.
Κι άξαφνα έσυρε φωνή:
- Τι Θεός είναι αυτός, δε μου λες, παπα-Γιάνναρε, που αφήνει τα παιδιά και πεθαίνουν της πείνας;
- Σώπα, σώπα, κυρα-Αρετή, έκαμε ο γέροντας παρακλητικά, σώπα, μη βλαστημας.
- Γιατι να μη βλαστημώ; σκλήριξε η γριά• τι έχω να φοβηθώ; τι μπορεί να μου κάμει;
Έδειξε το πεθαμένο αγγόνι της.
- Τι άλλο μπορεί να μου κάμει ο Θεός σου;
Ο γέροντας άπλωσε το χέρι στο παιδί, σα να 'θελε να το βλογήσει• μα η γριά το τράβηξε πέρα.
- Μην το αγγίζεις! φώναξε.
- Που το πας, κυρα-Αρετή;
- Να το θάψω στο χωράφι, να το θάψω' να η τσάπα.
- Χωρίς ευκές; Έρχουμαι μαζί σου.
Τα χείλια της γριάς μαργελώθηκαν με αφρούς.
- Ευκές; τι ευκές! Μπορείς να το αναστήσεις; Δεν μπορείς; Παράτα με, το λοιπόν, χριστιανέ μου, ήσυχη.
Είπε, έσφιξε στην αγκαλιά της το αγγόνι και με μεγάλες δρασκελιές πήρε δρόμο κατά τα χωράφια.
Έσκυψε ο παπα-Γιάνναρος χάμω το κεφάλι, έσφιξε απάνω στο στήθος του το Άγιο Δισκοπότηρο. Τι έχεις, Χριστέ μου, να πείς στη γριά τούτη, τι απηλογιά έχουμε να δώσουμε, Χριστέ μου, στη γριά τούτη;» έκαμε ο παπα-Γιάνναρος να ρωτήσει το Άγιο Δισκοπότηρο, μα φοβήθηκε, σώπασε. Έσκυψε το κεφάλι και πήρε πάλι τα δρομάκια του χωριού, κατά την εκκλησιά.
Μια φτωχικιά πορτούλα άνοιξε, μια σκεβρωμένη γερόντισσα πρόβαλε' είδε το γέροντα, έκαμε το σταυρό της: «Ο Θεός μου τον πέμπει» μουρμούρισε «θα τον ρωτήσω, αυτος θα μου τά ξεδιαλύνει». Είχε ένα γιο κοκκινοσκούφη στο βουνό, κι ήθελε, λέει, να κατέβει μια νύχτα στο χωριό να σφάξει τους φαντάρους. Γιατι; Τι του 'καμαν τα κακόμοιρα τα φανταράκια; Το γύριζε, το μεταγύριζε στο νου της η γριά, δεν έβρισκε άκρα• μα, δόξα σοι ο Θεός, να ο παπα-Γιάνναρος, αυτός θα τα ξεδιαλύνει όλα• στάθηκε στη μέση τοΟ δρόμου, έσκυψε, του φίλησε το χέρι.
- Γέροντα μου, του 'πε, ο Θεός σε στέλνει' στάσου, έχω ένα πράμα να σε ρωτήσω.
- Λέγε, θάβω, της έκαμε ο γέροντας, μα γρήγορα, βιάζουμαι.
- Γιατι σκοτώνουνται, γέροντα μου; Γιατι πολεμάει ο γιος μου; θέλει, λέει, να σκοτώσει τα κακόμοιρα τα φανταράκια - γιατι; τι του 'καμαν; Δεν μπορώ να κοιμηθώ, γέροντα μου, το γυρίζω, το άναγυρίζω στο νου μου, δεν καταλαβαίνω...
- Μπας και καταλαβαίνω εγώ, κυρά μου; αποκρίθηκε ο γέροντας' ρωτώ κι εγώ το Θεό, να μου το ξεδιαλύνει, ρωτώ, ρωτώ, μα απόκριση δεν παίρνω. Δεν παίρνω απόκριση, κυρά μου, κι η καρδιά μου πάει χι έρχεται και δεν κατέχει κατά που να πάρει' κάνε υπομονή, θα δούμε!
Κούνησε το κεφάλι η γριά, σήκωσε τα καλαμόχερα στον ουρανό, έκαμε να μιλήσει -μα τι να πει; έδωκε μια κι έκλεισε πάλι την πόρτα της.
Πήρε δρόμο ο παπα-Γιάνναρος, ανάσαινε βαριά' πηχτος ο αγέρας, φλομωμένος από την αναγουλιαστικιάν απόφορά της σάρκας που σέπεται. Είχαν θάψει άνάβαθα τους σκοτωμένους, βρωμοκοπουσε ο αγέρας. Περπατούσες γύρα από το χωριό, στα χωράφια, κι έβλεπες ένα ποδάρι να ξεπροβαίνει από το χώμα ή ένα μαδημένο κεφάλι. Σκυλιά γύριζαν τη μέρα και σκάλιζαν' τσακάλια κατέβαιναν τη νύχτα κι έτρωγαν μα τήν άλλη μέρα, αν έπιανε δυνατή βροχή, άλλα κεφάλια και πόδια ξεπρόβαιναν. Ο παπα-Γιάνναρος στάθηκε σ' ένα χάλασμα που κάπνιζε ακόμα• έφραξε με την απαλάμη του τα ρουθούνια• στο χάλασμα αυτό είχαν καταπλακωθεί οι νοικοκυραίοι, ο γερο-Μανολάκης με την κυρα Καλλιώ, τη γυναίκα του, προχτές ακόμα που 'χαν μπει οι κοκκινοσκούφηδες στο χωριό Ο παπάς τους ήξερε καλά και τους αγαπουσε• ήτανε παράλυτοι κι οι δυο, δεν είχαν μπορέσει να φύγουν έπεσε λοιπόν το σπίτι απάνω τους και τους πλάκωσε. Αγαθοι άνθρωποι, θεοφοβούμενοι, χωρίς παιδιά, κι ως τα βαθιά γεράματα αγαπημένοι. Ηταν οι μόνοι στο χωριό που είχαν μια γλάστρα βασιλικό στην αυλή τους, και τα καλοκαιριάτικα δειλινα κάθουνταν στο κατώφλι ετούτο, όπου στέκουνταν τώρα ο παπάς, και καλησπέριζαν πρόσχαρα τους διαβάτες- τώρα δεν απόμεινε παρά η βρώμα τους.
Ο παπάς κούνησε το κεφάλι: «Τι 'ναι το κορμί του ανθρώπου» συλλογίστηκε «βρώμα και δυσωδία. Πώς καταδέχεται η ψυχή η αθάνατη να κατοικεί σε τέτοιο κοπρόλακκο; Να γιατι δε φοβούμαι το θάνατο• στο διάολο το κορμί, να ξεβρωμίσω!»
Έδωκε ενα πήδο, πετάχτηκε έξω από το χάλασμα.
- Χριστέ μου, μουρμούρισε, τι να κάμω; βόηθα, αποκρίσου! Καθεμέρα σου κάνω την αναφορά μου, σου ξεστορώ την κατάντια του χωριού μου -δεν έχουμε πια να φάμε, χανόμαστε, κάθε μέρα κι ένας φαντάρος φεύγει και παίρνει το βουνό, μηνύματα μας πέμπει ο αφορεσμένος ο γιος μου, ο καπετάνιος ο κοκκινοσκούφης, από την Αϊτοράχη: "Παραδοθείτε! Παραδοθείτε! Αλλιώς, φωτιά και τσεκούρι!" Τι να κάμουμε; τι να κάμω; Άκουσες, τώρα να, την κυρα-Άρετή πως άρχισε να βλαστημάει' αλήθεια, δεν μπορούμε πια! Πώς να γλιτώσουμε τα παιδιά που πεθαίνουν της πείνας; Δώσε μου, Χριστέ μου, μια συμβουλή -τι να κάμω; Ν' ανέβω στο βουνό, να παραδώσω με το καλό το χωριό στους αντάρτες, να το γλιτώσω από το θάνατο; για να σταυρώσω τα χέρια και να περιμένω το έλεός σου; Αλίμονο, άνθρωποι είμαστε, Χριστέ μου, δεν μπορούμε να περιμένουμε• αργεί να 'ρθει το έλεος σου, τις πιο πολλές φορές έρχεται ύστερα από το θάνατο, στην άλλη ζωή• μα εγώ θέλω σ' ετούτη!
Σώπασε μια στιγμή, κι άξαφνα:
- Ό,τι είναι να γίνει, είπε δυνατά, σ' ετούτη τη ζωή να γίνει!
Είπε, πήρε λες απόφαση, και γόργωσε το βήμα.
Στάθηκε, λίγο πρίν από την εκκλησιά, μπροστά από μια χαμηλή πορτούλα• μέσα ήταν ο δάσκαλος του χωριού, χτικιασμένος, ετοιμοθάνατος• τον είχαν σακατέψει οι φυλακές κι ο βούρδουλας• κι ο παπα-Γιάνναρος τον άγαπουσε, γιατι 'ταν απροσκύνητο κεφάλι. Μιαν Κυριακή, όταν μπορούσε ακόμα να περπατήσει, τον κάλεσε, μετά τη λειτουργία, στο κελί του, να πιουν ένα καφέ Ηρθε, στην αρχή λιγομίλητος και μουδιασμένος• δεν του άρεσαν μαθές οι κουβέντες με παπάδες• μα σιγά σιγά ξεθαρρεύτηκε κι άρχισε να μιλάει για το Χριστο, σα να 'ταν άνθρωπος αγαπημένος, σα να περπατούσε ακόμα απάνω στη γης κι ήταν φτωχός κι αυτός και χτικιασμένος, γύριζε τις μεγάλες πολιτείες κι ήταν οι μαθητές του κατασκορπισμένοι μέσα στις φάμπρικες κι άλλοι μέσα στα σπλάχνα της γης κι έβγαζαν κάρβουνο, κι άλλοι πεινασμένοι φοιτητές και δάσκαλοι.
«Τον βλέπεις; τον βλέπεις, δάσκαλε;» έκαμε αναστατωμένος ο παπάς• «πως μιλάς έτσι σα να τον γνωρίζεις;»
«Τον βλέπω καμιά φορά» αποκρίθηκε ο δάσκαλος χαμογελώντας.
Ο παπα-Γιάνναρος έκαμε το σταυρό του.
«Μήστητι μου, Κύριε» είπε «δεν καταλαβαίνω».
Και μόνο όταν πια έφυγε ο δάσκαλος, φωτίστηκε ο νούς του παπα-Γιάνναρου' κατάλαβε, ο δάσκαλος μιλούσε για τον Λένιν.
Στάθηκε τώρα μια στιγμή μπροστά από τη φτωχικιά πορτουλα' να χτυπήσει; να μη χτυπήσει;
Μέσα ήταν ο δάσκαλος, ξαπλωμένος στο στρώμα του, κοίταζε τη γυναίκα του να σκύβει στο τζάκι, ν' ανάβει φωτιά, και το μικρό μοναχογιό του το Δημητράκη να κάθεται «στο παραγώνι με το Αλφαβητάρι στα πόδια του, να συλλαβίζει. Ένας μαύρος γάτος, με πορτοκαλιά μπαλώματα, αχαμνός, σαρανταπληγιάρης, είχε κουλουριαστεί πλάι στο τζάκι και γουργούριζε ευχαριστημένος. Έξω από το κατώφλι του σπιτιού σκύλοι γάβγιζαν, πόρτες άνοιγαν, μακριά καταχτυπουσαν αρβύλες απάνω στις πέτρες• μα στο σπίτι μέσα ησυχία• δεν άκουγες παρά το χλωμό μαραμένο αγόρι, σκυμμένο στο Αλφαβητάρι, να συλλαβίζει. Τα πόδια του είχαν αρχίσει να πρήσκονται, τα μάτια του μεγάλωσαν.
Ο δάσκαλος έκλεισε τα μάτια• άξαφνα η γαλήνη ετούτη του σπιτιού του τον τρόμαξε• λίγες ήταν πια οι μέρες του, το 'ξερε, άναγύριζε όσο μπορούσε το βήχα να μην τρομάζει η γυναίκα του, κι έφτυνε κρυφά σ'ένα κόκκινο μαντήλι το αίμα. Ήταν άρρωστος, του θανατά, το 'ξερε, μα η γαλήνη ετούτη ταυ σπιτιού του του φάνηκε σαν ευτυχία και τρόμαξε. «Δε γίνεται» συλλογίστηκε «καπόια μεγάλη συφορά κρέμεται απάνω από το σπίτι μου...» Κοίταξε τη γυναίκα του• άγουρογερασμένη, πικραμένη, με το μαύρο τσεμπέρι, αμίλητη• χρόνια και χρόνια παλεύει με τη φτώχεια, με το φόβο, με την αρρώστια... Στράφηκε ύστερα, κάρφωσε το μάτι στο μοναχογιό του• χλωμός, άρχισαν κιόλας να πρήσκουνται τα ποδάρια του από την πείνα' η καρδιά του δάσκαλου ραΐσε• «εμείς είμαστε καταδικασμένοι» συλλογίστηκε «μα θα προφτάσουν τα παιδιά μας να χαρούν μια στάλα; Γεμίζουμε το χαντάκι με τα κορμιά μας για να περάσουν θα περάσουν; θα προφτάσει καν ο Δημητράκης μου να τελειώσει το Αλφαβητάρι; θα τον αφήσουν; Καθεμέρα σκοτώνουν παιδιά και γυναίκες στον Κάστελο• στον Κάστελο και στην Ελλάδα• στην Ελλάδα και στον κόσμον όλο. Ετούτο είναι το τέλος του παλιού κόσμου• ετούτη είναι η αρχή του καινούριου κόσμου' έπιασαν οι δυό μυλόπετρες τη γενιά μας, και σάρκες, κόκαλα, ψυχές, μας αλέθουν. " Την κατάρα μου να 'χεις και να γεννηθείς σ' ενδιαφέρουσα εποχή " η κινέζικη αυτή κατάρα βαραίνει απάνω μας• ποιο το χρέος μας; να μετατρέψουμε την κατάρα σ' ευλογία. Δύσκολο πολύ, βαρύ πολύ' αγνότητα, πείσμα, παλικαριά, περήφανες αρετές του ανθρώπου, βοηθάτε μας!»
Είχε κλείσει ο δάσκαλος τα μάτια κι είχε βυθιστεί σε λογισμούς• πόσες φορές είχε γεμίσει η καρδιά του, πόσες φορές είχε άδειάσει η καρδιά του από αγωνίες κι ελπίδες! Χρόνια, χρόνια αγωνίες• χρόνια, χρόνια ελπίδες• ως πότε; Άνοιξε τα μάτια, κοίταξε το παιδί του, τη γυναίκα του• κοίταξε το χωριό και την Ελλάδα• απλώθηκε ο νους του, έφερε γύρα τον κόσμο' τι ελπίδες, τι αγωνίες! Έτσι ήταν πάντα ο άνθρωπος, για μπας τώρα που γκρεμίζεται ένας κόσμος, ο πόνος του ανθρώπου πληθαίνει;
Σήμερα πάλι του 'ρθε στο νου μια παλιά βουλιαγμένη πολιτεία τέτοιος απαράλλαχτος, σαν την πολιτεία ετούτη, είναι σήμερα ο κόσμος• κι ανατρίχιαζε ο δάσκαλος και χαίρουνταν συνάμα φέρνοντας στο νου του πως τρώνε, παχαίνουν, αυθαδιάζουν και γκρεμίζουνται οι πολιτισμοι.
Τα κελάρια της Πομπηίας ήταν γεμάτα• οι γυναίκες ήταν ξετσίπωτες, νιολουσμένες και στείρες• οι άντρες ήταν έμποροι και καλαμαράδες, πονηροι, είρωνικοι, κουρασμένοι. Οι θεοι όλοι, σκυλολόι, θεολόι -"Ελληνες, Αφρικανοι, Ασιάτες- ήταν εκεί μπουλούκι, μαζωμένοι σε φαυλοκρατική αθλιότητα, άπιστοι, άπληστοι, κιοτήδες, και μοίραζαν μεταξύ τους, πονηρά χαμογελώντας, τα πρόσφορα και τις ψυχές των ανθρώπων. Όλη η πολιτεία ήταν ξαπλωμένη στα πόδια του Βεζούβιου και χαχάριζε ανέγνοια.
Όλη η Γης σήμερα είναι μια Πομπηία, λίγη ώρα πρίν από την έκρηξη. Τι χρησιμεύει μια τέτοια Γης με τις άθλιες γυναίκες, με τους άπιστους άντρες, με τις φάμπρικες και τις αρρώστιες; Γιατι να ζούνε όλοι ετούτοι οι έξυπνοι έμποροι, γιατι να μεγαλώνουν όλα ετούτα τα πολυχαδεμένα παιδιά και να καθίσουν κι αυτά στη θέση που κάθουνταν κι οι γονέοι τους, στις ταβέρνες, στά θέατρα, στα πορνεία; Όλη ετούτη η ύλη εμποδίζει το πνέμα να: περάσει. Ό,τι πνέμα είχαν οι γενεές ετούτες, το ξόδεψαν δημιουργώντας ένα μεγάλο πολιτισμό- ιδέες, ζωγραφιές, μουσική, επιστήμη, πράξη• τώρα ξεθύμαναν έφτασε η στερνή μορφή του χρέους τους: ν' άφανιστοδν. Ας έρθουν οι βάρβαροι ν' ανοίξουν καινούρια κοίτη στο πνέμα.
Τα πλήθη που υποφέρουν και πεινούν χιμούν στο στρωμένο τραπέζι, όπου οι αφεντάδες κάθουνται ναρκωμένοι, δυσκίνητοι από το βαρύ φαγοπότι, ιερή στιγμή! Οι αφεντάδες γρικούν ξάφνου τη βουή και στρέφουνται να δουν στην αρχή γελούν, σε λίγο χλωμιάζουν, τεντώνουν ανήσυχοι το λαιμό και διακρίνουν -οι δούλοι τους, οι εργάτες, οι κολίγοι, οι παραμάνες, οι μαγέρισσες, οι δούλες, κάνουν έφοδο. Ιερή στιγμή! Οι μεγαλύτεροι άθλοι στη σκέψη, στην τέχνη, στην πράξη, γεννήθηκαν στο ορμητικό τούτο ανηφόρισμα του ανθρώπου.
Ένας Αγωνιζόμενος ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, από τα φυτά στα ζώα, από τα ζώα στους ανθρώπους και μάχεται για λευτεριά. Σέ κάθε κρίσιμη εποχή ο Αγωνιζόμενος ετούτος παίρνει νέο πρόσωπο' όχι πρόσωπο, προσωπείο• γιατι πάντα, πίσω απ' όλες τις μάσκες που παίρνει, είναι ο ίδιος• σήμερα το πρόσωπο του είναι ετούτο: Αρχηγός στις αρίφνητες μάζες που κάνουν έφοδο κι ανεβαίνουν. Ετούτη είναι η μεγάλη Κραυγή του καιρού μας.
Έ γυναίκα ανασηκώθηκε από το τζάκι, στράφηκε στον άντρα της• κάθε που τον έβλεπε συλλογισμένο του άνοιγε κουβέντα για να ξεστρατίσει το λογισμό του λίγο.
- Ηρθε, λέει, προχτές, ένας καλόγερος από το Άγιον Όρος κι έφερε μέσα σε ασημένια θήκη τη ζώνη της Παναγιάς• μου το 'πε η γειτόνισσα μας, η θεια το Λενάκι.
Μα ο δάσκαλος αγρίεψε:
- Σώπα, γυναίκα, μη μου ανάβεις τα αίματα! Ε, τούς άγιογδύτες, τους άγιογλείφους! Ως πότε, μωρέ άνθρωπε, θα 'σαι στραβός;
Τον έπιασε πάλι ο βήχας, έφτυσε στο κόκκινο μαντήλι του, έπεσε τ' ανάσκελα στη μαξιλάρα.
- Γυναίκα, είπε, ας μη μιλούμε' κουράστηκα.
Κάμποση ώρα αγκομαχούσε• μα ξαφνικά αντρειεύτηκε, ανακάθισε στο στρώμα.
«Ε σύντροφε Μπέν Γεχούντα» συλλογίστηκε «ε σύντροφε Μπέν Γεχούντα, βοήθεια!»
Έκλεισε τα μάτια• μια μορφή καταφαγωμένη από το μυαλό κι από την πείνα, χτικιασμένη, με άρια γενάκια, με καμπουρωτή μύτη, με χοντρά χείλια, ξεπρόβαλε πάλι κάτω από τα βλέφαρα του και διάνεψε αργά και δεν ήθελε να φύγει, μέσα στο σκοτάδι. Ο ταπεινδς Οβραίος, ο πεισματάρης, ο Μπέν Γεχούντα. Κάθε που ο δάσκαλος λιγοκάρδιζε, ο φτωχός ετούτος δασκαλάκος σ' ένα χωριό της Ουκρανίας έρχουνταν και του 'δινε κουράγιο. Ήταν κι αυτός φτωχός, φθισικός, ετοιμοθάνατος• μα άξαφνα έπεσε απάνω του και γαντζώθηκε στο κεφάλι του μια μεγάλη ίδέα: ν' αναστήσει τη νεκρή Οβραίϊκη γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης και να κάμει να τη μιλούν όλοι οι Οβραίοι του κόσμου. Άρχισε το λοιπόν να κηρύχνει την ίδέα, μα όλοι στο χωριό τον προγκούσαν πήρε τα μάτια του κι έφυγε, τράβηξε κατά την Πολωνία, όπου ζούσαν εκατομμύρια Οβραίοι, να τους κηρύξει τη μεγάλη του ίδέα' λεφτά δεν είχε να πάρει το σιδερόδρομο, κίνησε πεζός. Περπατούσε, περπατούσε, έπεφτε στο δρόμο, σηκώνουνταν, ξανάρχιζε να περπατάει μέρες και νύχτες• στα σύνορα της Πολωνίας δεν μπορούσε πια να σταθεί στα πόδια του, κυλίστηκε κάτω ετοιμοθάνατος. Τον βρήκαν, τον σήκωσαν, τον πήγαν σ' ένα νοσοκομείο• τον κοίταξε ο γιατρός, κούνησε το κεφάλι του. «Έχεις να ζήσεις ακόμα δυό μέρες» του 'πε «το πολύ πολύ τρεις• αν έχεις καμιάν παραγγελιά ν' αφήσεις, κάμε τη διαθήκη σου' δάσκαλος είσαι, ξέρεις γράμματα.» Μα αυτός γέλασε : «Πώς μπορώ να πεθάνω» είπε «εγώ που έχω μια μεγάλη ίδέα;» «Είναι τρελός» είπαν οι γιατροι, τον έδιωξαν από το νοσοκομείο, έβαλε πάλι τη στράτα μπροστά του. Πήρε την απόφαση να πάει πεζός στην Ιερουσαλήμ. Να περάσει αλάκερη την Ευρώπη, να φτάσει στην Πόλη, να διαβεί τη Μικρασία, να μπει στη Συρία, να φτάσει στην Παλαιστίνη, πεζός. Πήγαινε, πήγαινε, ζητιάνευε από χωριό σε χωριό, όπου έβρισκε Οβραίους έμπαινε στη συναγωγή, κήρυχνε την ίδέα του, τον γιουχάϊζαν, έφευγε.
Υστερα από μήνες αξιώθηκε κι έφτασε στην Ιερουσαλήμ. Έπεσε, προσκύνησε το χώμα,, μπήκε στην άγια πολιτεία. Βρήκε ένα χαμώι να κοιμάται και, δίχως καιρό να χάσει, έπιασε το κήρυγμα: Ν' αναστήσουμε την ιερή γλώσσα των πατέρων μας, να μιλούμε ως καθώς ο Μωυσής μιλούσε στο Θεό, ν' αγιάσουν τα χείλη μας ζωντανεύοντας τις άγιες λέξες. Όλοι οι φανατικοι Οβραϊοι άρχισαν μανιασμένοι να τον προγκούν και να τον βρίζουν τον έκραζαν προδότη, αποστάτη, ιερόσυλο, γιατι ζητούσε• να κατεβάσει τα τρισάγια λόγια στην καθημερινή ακάθαρτη ζωή, να μολεύουν οι άνθρωποι τη γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης και του Θεού. Τον έδιωχναν λοιπόν από τις συναγωγές κι αναθεμάτιζαν όποιον τον ζύγωνε και τον άκουε.
Μα ο Μπέν Γεχούντα, ο πεισματάρης, δεν έχανε, το κουράγιο του• φώναζε, φώναζε στην έρημία. Κρατούσε την ψυχή του με τα δόντια, δεν την άφηνε να φύγει προτού τελέψει το έργο του. Άνοιξε σχολειό, παντρεύτηκε, πήρε μια μαθήτρα του Οβραιοπούλα, να κάμει παιδιά, να τα βάλει να μιλούν, μητρικιά τους γλώσσα, τ' αρχαία οβραίικα. Και να, έκαμε ένα γιο -κι ο γιος αυτός γεννήθηκε βουβός! «Καλά να πάθεις• ο Θεός σε τιμωράει» του φώναζαν «κατάρα Θεού είναι ετούτη, σε δίκασε ο Γεχωβάς και σε καταδίκασε! « Μα ο Μπέν Γεχούντα δε γονάτιζε: «Η πίστη» φώναζε «κουνάει βουνα, θα τα κουνήσω!» Μια μέρα ένας τράγος κυνήγησε το γιο του, που θα 'ταν πιά πέντε χρονών φοβήθηκε το παιδί, λύθηκε η γλώσσα του, έτρεξε στον πατέρα του φωνάζοντας: «Πατέρα, πατέρα, ένας τράγος!» στην ίερή γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης.
Το θάμα διαλαλήθηκε, πλήθυναν οι μαθητές, έμπαινε η ιδέα στις ψυχές κι έκανε κατοχή, κάπoυ κάπoυ άκούγουνταν τώρα στους δρόμους ν' άνασταίνουνται οι πεθαμένες λέξες• ύστερα από χρόνια, με το πείσμα και την παλικαριά, η ιδέα νίκησε' κι αν πάτε σήμερα στην Παλαιστίνη, θ' ακούσετε τους Οβραίους να μιλούν, να παζαρεύουν, να θυμώνουν, να έρωτεύουνται, να βγάζουν λόγους, να τυπώνουν βιβλία κι εφημερίδες στην αρχαία ξαναζωντανεμένη γλώσσα. Σαράντα χρόνια Εζησε ο Μπέν Γεχούντα από τη μέρα που τον αποφάσισαν οι γιατροι πως δεν είχε πια παρά δυο τρεις μέρες ζωή. Και μονάχα σαν είδε τη μεγάλη του ίδέα να κυκλοφορεί πια σαν άνθρωπος ζωντανός στους δρόμους, ξέσφιξε ο Μπέν Γεχούντα τα δόντια του κι άφήκε την ψυχή του να φύγει.
Άνοιξε ο δάσκαλος τα μάτια του, το πρόσωπο του είχε γαληνέψει. «Αυτο θα πει να πιστεύεις!» συλλογίστηκε• «κι αφού μια τέτοια παλαβή ιδέα νίκησε, τι έχει να γίνει με τη δικιά μας την ίδέα! Ακούω να τρίζουν τα θεμέλια της γης.» Αναστέναξε, «θα προφτάσω να δω τη λύτρωση; να δω τη δικαιοσύνη απάνω στη γης;» Αλάκερη η ζωή του πέρασε αστραπή από το νου του. Δάσκαλος στα Γιάννενα, τον έπιασαν, τον έριξαν στο μπουντρούμι' βούρδουλας, υγρασία, πείνα, σακατεύτηκε το κορμί του• βγήκε από τη φυλακή ένα κουρέλι κι ήρθε εδώ, στο χωριό του, να πεθάνει. Ψυχομαγούσε κάθε μέρα, μα θυμόταν τον Μπέν Γεχούντα, κρατούσε με τα δόντια την ψυχή του, δεν πέθαινε• κι όταν οι φίλοι του έβλεπαν τη χλωμάδα του και τρόμαζαν, αυτός θυμόταν τον Μπέν Γεχούντα και τους έλεγε χαμογελώντας: «Πώς μπορώ εγώ να πεθάνω, αφού έχω μια μεγάλη ιδέα; Μη φοβάστε!»
Άξαφνα ο δάσκαλος τρούλωσε τ' αυτίά του• καπόιος είχε σταθεί απόξω από την πόρτα του• η γυναίκα του τινάχτηκε αλαφιασμένη• ποιος να 'ναι; ξυπόλυτη βγήκε αθόρυβα στην αυλή, παρακάτσεψε από τη χαραμάδα της πόρτας• είδε το ράσο, τα γένια, κατάλαβε• μπήκε πάλι μέσα. -Ο παπα-Γιάνναρος, είπε σιγά• να του ανοίξω;
- Μην του ανοίξεις, αποκρίθηκε ο δάσκαλος• θα πιάσει πάλι κουβέντες για το Θεό, βαρέθηκα.
Κρατούσαν κι οι δυό την ανάσα, περίμεναν σε λίγο άκουσαν τις αρβύλες του παπα-Γιάνναρου ν' αλαργαίνουν.
- Κρίμα στον άνθρωπο, είπε ο δάσκαλος, πάει κι αυτός χαμένος.
Τρούπωξε το χέρι του κάτω από τη μαξιλάρα, έβγαλε ένα μικρό τσαλακωμένο τετράδιο, που του 'χε φέρει κρυφά χτες τη νύχτα ο Στρατής ο φαντάρος. «Μου το μπιστεύτηκε ο Λεωνίδας, να σού το δώσω, δάσκαλε• να το πέψεις, λέει, στο πρόσωπο που ξέρεις» είπε ο Στρατής, τα δάκρυα τον πήραν, ντράπηκε κι έφυγε.
Ο δάσκαλος κούνησε το κεφάλι. «Πάει κι αυτός» μουρμούρισε «κρίμα στα νιάτα• δε χάθηκαν για μια μεγάλη ιδέα.» Ηταν ο Λεωνίδας μακρινό συγγενοπουλι του, από τη μάνα του τη Ναξιώτισσα• καπότε έρχουνταν κρυφά σπίτι του και κουβέντιαζαν. Άψητος ακόμα, όλο χνούδι και λαχτάρες, αγαπουσε μιαν κοπέλα, μιλούσε γι' αύτή και κοκκίνιζε. Ήταν κι αυτή φοιτήτρια, και την πρώτη μέρα που γνωρίστηκαν, ξεχύθηκαν στην εξοχή, πηδώντας σα δυό νιογέννητα κατσικάκια' χλωρό, τρυφερό χορτάρι, μύριζε το πεύκο κι η πέτρα, ανθισμένες οι μυγδαλιές, είχαν κιόλα φτάσει τα πρώτα χελιδόνια. Μεσημέρι, κάψα πολλή, άνοιξε η κοπέλα την μπλούζα της, γλυκό αεράκι φύσηξε, κι ανάμεσα από δυό αρχαίες κολόνες φάνηκε ο δροσερδς πολύβυζος κόρφος, η αιώνια άγαπητικιά του ανθρώπου, η θάλασσα. Τι μυστήρια η νιότη, η αγάπη κι η θάλασσα, οι τρεις χαριτωμένες άδερφάδες! Από τη στιγμή που είδε ανάμεσα από τις κολόνες τη θάλασσα και κρατούσε στο χέρι του το χέρι μιας άγνωστης ως τα χτες κοπελούδας, ο Λεωνίδας ένιωσε την καρδιά του και το χορτάρι και τη θάλασσα και την αιωνιότητα, ένα. Πήρε νόημα η ζωή του, κοίταξε γύρα του κι είδε έναν καταπληκτικό καινούριο κόσμο: οι πεταλούδες είχαν θεριέψει, πιο φαρδιές από την απαλάμη του, το χώμα μύριζε σα σάρκα ζεστή και τα γοφιά του βουνού έλαμπαν μαυλιστικά, σα λαγόνια γυναίκας.
Ξεφύλλιζε ο δάσκαλος το τσαλακωμένο τετράδιο και το χέρι του έτρεμε' σα ν' ανασήκωνε πλάκα νιοσκαμμένου τάφου. Προχτές ακόμα είχε φάει την μπάλα στην καρδιά και κυλίστηκε κάτω, στα πόδια του Στρατή• κι αυτος τον πήρε στην πλάτη του, να μην πέσει στους αντάρτες, και τον γύρισε στον Κάστελο και τον έθαψαν. Μόλις που πρόφτασε να βγάλει από τον κόρφο του το τετράδιο και να το παραδώσει στο Στρατή.
Ψιλογραμμένο, πότε με μελάνι, πότε με μολύβι• κάπoυ κάπoυ μουντζαλωμένα, ξεθωριασμένα τα γράμματα, θα 'χαν σταλάξει απάνω τους δάκρυα, και μερικές σελίδες όλο αίματα.
Σήκωσε ο δάσκαλος το κεφάλι:
- Γυναίκα, είπε, αν χτυπήσει κανένας την πόρτα, μην ανοίξεις.
VII
23 του Γενάρη. Σήμερα το πρωΐ βρήκαμε σε μια χαράδρα τρεις φαντάρους παγωμένους• τα πόδια τους ξεπόριζαν από τα χιόνια, κι έτσι τους ανακαλύψαμε. Μαζί τους κι ένας αντάρτης με καλοκαιρινό χακί, χωρίς φανέλα, ξυπόλυτος• είχε πληγωθεί στα πόδια κι είχε σουρθεί κι αυτός μαζί με τους φαντάρους κι ήταν κι οι τέσσερεις σφιχτά σφιχτά ο ένας με τον άλλον αγκαλιασμένοι, για.να ζεσταθούν.
29 του Γενάρη. Αγαπημένη μου, απόψε είδα το πιο καταπληχτικό κι ασυνάρτητο όνειρο που έχω δει ως τώρα στον ύπνο μου. Δεν μπορώ να του βρω νόημα, κι όμως έχει αναστατώσει την καρδιά μου• θαρρείς κι ήμουν εγώ το μικρό ψαράκι που φώναζε.
Σα να 'μουν, λέει, βαθιά μέσα στη θάλασσα κι άκουγα μια μικρή μαρίδα όλο θυμό ν' άντροκαλιέται το Θεό και να φωνάζει. Την έβλεπα ν' ανοιγοκλείνει το στόμα της, δεν άκουγα φωνή μα καταλάβαινα τι έλεγε, όπως καταλαβαίνουνται οι βουβοι, και ξέσπαζαν μέσα στο μυαλό μου όλο θυμό τα λόγια της. Αγαναχτισμένη, είχε σηκώσει τ' αγκαθωτά ανήμπορα φτερίδια της και φώναζε στο Θεό : «Έπρεπε σε όσους έχουν το δίκιο να δίνεις τη δύναμη κι όχι σε όσους Εχουν το άδικο' αυτό θα πει Θεός!» Φαίνεται θα την είχε αδικήσει κανένα μεγαλόψαρο, γι αυτό η μαρίδα σήκωσε κεφάλι και παραπονιόταν στο Θεό. Κι ο Θεός της απαντούσε, μα δεν άκουγα μήτε φωνή μήτε λόγια• έβλεπα μονάχα κάθε τόσο από πάνω από τη μαρίδα τα νερά να στροβιλίζουνται με βίας και ν' αφρίζουν, κι η μαρίδα στρουφογύριζε κι αυτή καταζαλισμένη μαζί τους. Μα ως έπαυε η στροβίλα, σήκωνε πάλι η μαρίδα το κεφάλι κι άκουγα πάλι τα ίδια λόγια στο μυαλό μου: Έπρεπε σε όσους έχουν το δίκιο να δίνεις τη δύναμη κι όχι σ' όσους έχουν το άδικο' αυτο θα πει Θεός!»
Αγαπημένη μου Μαριώ, αν μείνω ακόμα πολύν καιρό στ' άγρια ετούτα βουνα, θα σαλέψει το μυαλό μου' πρέπει κάθε μέρα και κάθε νύχτα να σε φέρνω στο νου μου, Μαριώ μου. για να μην παραλοισω.
1 του Φλεβάρη. Όλη τη μέρα σήμερα ήμουν μαζί σου, Μαριώ μου• όλη τη μέρα ένιωθα ανάλαφρη γλυκιά μυρωδιά, σα να 'χε ανθίσει μια μυγδαλιά μέσα μου. Σαν τέτοια μέρα, θυμάσαι, πέρυσι, την πρώτη του Φλεβάρη, σε πρωτογνώρισα κι είχαμε κάμει εκδρομή στο Σούνιο, να δούμε το ναδ του Ποσειδώνα. Είχαμε πάρει μαζί μας λίγο ψωμί, πολλά πορτοκάλια και τον Όμηρο. Οι μυγδαλιές είχαν ανθίσει, η γης ήταν σκεπασμένη με τρυφερό χορτάρι, τα νιογέννητα κατσικάκια σκιρτούσαν απάνω στο ζεστο χώμα, και τα πεύκα, θυμάσαι, μύριζαν σα μέλι. Κι από πάνω μας στέκουνταν ο ήλιος ο πατέρας και μας ζέσταινε• μας καμάρωνε σα δυο έντομα μικρά, ευτυχισμένα, να περπατούμε στις πέτρες.
Φορούσες μιαν τριανταφυλλιά ανοιξιάτικη μπλούζα κι ένα άσπρο βελουδένιο μπερέ, και δυο μπουκλες ξεπρόβαιναν και κυμάτιζαν αντάρτισσες στον αγέρα. Περπατούσαμε γρήγορο γρήγορα, τι νιότη ήταν εκείνη, τι παρθενιά που 'χε ο κόσμος, τι πράσινα που 'ταν τα δέντρα, τι γαλάζιος ο ουρανός, γεμάτος αγάπη. Σ' ένα χρόνο πως γέρασα! Τότε δεν υπήρχε μήτε ένας σκοτωμένος στη ζωή μου• τώρα σωρός τα πτώματα, και κάθουμαι απάνω τους κι έχει η καρδιά μου πετρώσει. Μιλούσαμε, θυμάσαι, για τον Όμηρο και μας είχαν συνεπάρει σαν κύματα οι αθάνατοι στίχοι. Τι ευτυχία ήταν εκείνη, πως είχε ζωντανέψει ξαφνικά μέσα στην καρδιά μας το ιερό κείμενο, ο Όμηρος, η Παλαιά Διαθήκη της ράτσας μας! Νιώθαμε το μέγα τραγούδι να μπαίνει μέσα μας, να γελάει και ν' άντιλαλάει σαν τη θάλασσα. Η χιοναστράγαλη θετή ανέβαινε από το βυθό της άγιας Μεσόγειος και κρατούσε στα χέρια της αστραφτερή, όλο προύντζο και χρυσάφι και ξόμπλια θεϊκά, την καινούρια, που τώρα να βγήκε από τά χέρια του Θεού, αρματωσιά για το γιο της. Τι ξόμπλια ήταν εκείνα που 'χε χαράξει απάνω της με τη σοφή του τέχνη ο κουτσοπόδαρος Θεός! Και κρατούμασταν από τά χέρια και ξεφωνίζαμε κάτω από τά πεύκα, μέσα στον ανοιξιάτικον ήλιο της Αττικές, κοιτάζοντας πέρα τη θάλασσα, τους αθάνατους στίχους:
Και πρώτα απ' όλα μέγα, δυνατο, βάζει μπροστά σκουτάρι,
δουλεύοντας το ολσύθε' στέριωσε τριπλό στεφάνι γύρα
λαμπρό, στραφταλιστο, κι απάνω του λουρί κρεμάει ασημένιο.
Του σκουταριού 'ταν πέντε πατωσιές οι στρωσες, κι από πάνω
λογής λογής πλουμ£δια χάραξε με τη σοφή του τέχνη.
Βάζει τη γη;, βάζει τη θάλασσα, βάζει τα ουράνια απάνω,
βάζει τον ήλιο τον ακούραστο, τ' ολόγιομο φεγγάρι
κι όλα τ' αστέρια ως στεφανώνουνε τον ουρανό τριγύρα-
το Αλετροπόδι, τά Βροχάστερα, την ώρια Πούλια ακόμα
και το Χορό τον Εφταπάρθενο, που κράζουνταν κι Αμάξι
κι αυτού γυρνάει παραμονεύοντας το Αλετροπόδι πάντα
και μόνο αυτο δε χαίρεται λουτρό στον Ωκεανό ποτέ του.
Έφτιασε ακόμα άΐίάνω του θνητών ανθρώπων πολιτείες
πανώριες δυο' στή μια ξεφάντωσες ίστόρισε και γάμους'
τις νύφες παίρναν άπ' τά σπίτια τους, με φώτα, με λαμπάδες,
και τις περνούσαν με νυφιάτικα τραγούδια από τις ρούγες.
Και στριφογύριζαν χορεύοντας οι νιοι, κι ανάμεσα τους
φιαμπόλια και κιθάρες άκουγες να παίζουν κι οι γυναίκες
στην πόρτα η καθεμιά τους στέκουνταν και θάμαζαν το ψίκι...
Δε χορταίναμε, θυμάσαι, να ξεφωνίζουμε κάτω από τα πεύκα τους αθάνατους στίχους του γερο-Παππου μας• τους βλέπαμε να τρέχουν και να χύνουνται σσν ποταμός κατά τη θάλασσα. Αγαπημένη μου, πόσο όμορφη μπορούσε να 'ταν η ζωή, πόσο απλή κι αγαθή, και πως την καταντήσαμε! Να, εγώ που ήμουν μαζί σου την αθάνατη εκείνη ήμερα κι η καρδιά μου ξεχείλιζε αγάπη και για το πιο ταπεινό σκουλήκι, βρίσκουμαι τώρα στα ηπειρώτικα βουνά, κρατώ τουφέκι και σκοτώνω ανθρώπους! Όχι, όχι, δεν έχουμε ακόμα το δικαίωμα να λεγόμαστε άνθρωποι• πρέπει να μας λένε μεταπίθηκους. Κινήσαμε από τον πίθηκο να φτάσουμε στον άνθρωπο' βρισκόμαστε ακόμα μεσόστρατα... Κι όμως η καρδιά μου λιώνει από αγάπη, σε θυμάται, Μαριώ μου, κς ανθίζει σαν τη μυγδαλιά• θυμάται τον Όμηρο και νιώθει τι θα πει άνθρωπος κι αθανασία.
2 του Φλεβάρη. Ξύπνησα κι άνθιζε ακόμα μέσα μου η μυγδαλιά και το αίμα μου είχε πάρει ένα μουσικδ ρυθμό, γεμάτο χαρά, θλίψη και νοσταλγία• και τ' όνομά σου, Μαριώ μου, πήγαινε κι Ιρχουνταν και κουναρίζουνταν στο αίμα μου, όπως η γλαροπουλα στη θάλασσα. Αχ, πως θα 'θελα να 'χα καιρό -καιρό και δύναμη- να βάλω σε λόγια το ρυθμό αυτο, σε τονούμενες κι άτονες συλλαβές και να φτιάσω στίχους! "Ενα τραγούδι στρατάριζε στα χείλια μου κι έλεγα: Αχ, να μας άφηναν ήσυχους σήμερα και να πιάσω ένα κομμάτι χαρτι και μολύβι!
Μα η σάλπιγγα βάρεσε συναγερμό, αρπάξαμε τά τουφέκια, οι αντάρτες είχαν φανεί να ξεμυτίζουν από την Αιτοράχη, όπου τώρα είναι τόσους μήνες ταμπουρωμένοι και δεν μπορούμε να τους ξεκουνήσουμε, κι έπρεπε πάλι να σκοτώσουμε και να σκοτωθούμε! Και τώρα που σου γράφω, νύχτα πια, γυρίζουμε εξαντλημένοι, καταματωμένοι, κάμποσοι πάλι σκοτώθηκαν κι από τις δυο μεριές, τίποτα δεν καταφέραμε, μήτε εμείς μήτε εκείνοι, άδικα πήγε το αίμα...
Διαβάζουμε στον Όμηρο πως κινούν στον πόλεμο, πως λαβώνουνται και ξεψυχούν οι Αχαιοί κι οι Τρώες, και νιώθουμε μιαν αψηλή αναγάλλιαση, φτερώνει ο νους μας, χαίρεται η καρδιά, γιατι ένας μεγάλος δημιουργός πήρε τη σφαγη και, την έκαμε τραγούδι- και σα να μην είναι άνθρώποι που σκοτώνουνται παρά σύννεφα που δεν πονούν, με ανθρώπινο σχήμα, και παλεύουν παίζοντας μέσα σε άθάνατον αγέρα• και το αίμα που χύνουν δεν είναι παρά το γλυκό τριανταφυλλένιο χρώμα του δειλινού. Μέσα στην ποίηση, άνθρωπος και σύννεφο, θάνατος κι αθανασία είναι ένα. Μα όταν ξεσπάσει χάμω στη γης πόλεμος κι είναι ακόμα ο πολεμιστής σώμα χεροπιαστο, κρέας και κόκαλα και τρίχες και ψυχή, τι τρόμος, τι φρίκη ο πόλεμος, αγαπημένη! Κινάς να πολεμήσεις και λες: Δε θα ξεπέσω, θα κρατήσω την ανθρωπιά μου «αε μέσα στη σφαγή, δε μισώ κανένα, κινώ με ανθρώπινη καρδιά για τη μάχη' μα ευτύς ως νιώσεις πως μπήκε η ζωή σου σέ κίντυνο και πως θέλουν να σε σκοτώσουν, πετιέται ξαφνικά από τα τρίσβαθα τοΟ σπλάχνου σου ένα πράμα σκοτεινό, μαλλιαρό, ένας πρόγονος που ήταν μέσα σου κρυμμένος και δεν τον υαοψιάζουσουν, και το άνθρωπίσιο πρόσωπο σου εξαφανίζεται κι είσαι σα να πετάς μυτερά σκυλόδοντα, σα γορίλας• και το μυαλό σου γίνεται ένα κουβάρι αίμα και τρίχες. Πατάς τις φωνές: «Ομπρός! Απάνω τους, μωρέ παιδιά! τους φάγαμε!» κι οι φωνές αυτές που βγαίνουν από το στόμα σου δεν είναι δικές σου, δεν είναι δυνατο να 'ναι δικές σου, δεν είναι αυτές φωνές ανθρώπου, κι ο μεταπίθηκος κι αυτός ακόμα αφανίζεται και φεύγει τρομαγμένος, και πετιέται από μέσα σου όχι ο πατέρας, παρά ο παππους, ο γορίλας.
Καπότε, για να -σώσω τον άνθρωπο μέσα μου και να γλιτώσω από το χτήνος, με κυριεύει η λαχτάρα να σκοτωθώ• μα εσύ με βαστάς ακόμα στη ζωή και κάνω υπομονή' βαστά, λέω, θα πάρει μια μέρα τέλος το αδερφοφάγωμα, θα πετάξω από πάνω μου την προβιά του γορίλα -το χακί, τις αρβύλες, το τουφέκι- και θα σε πάρω πάλι από το χέρι, Μαριώ μου, να ξαναπάμε στο Σούνιο και να ξεφωνούμε πάλι, ευτυχισμένοι. τους αιώνιους στίχους του Ομήρου.
11 του Φλεβάρη. Χιονίζει σήμερα ολημέρα, κρύο τσουχτερό, ξεπαγιάσαμε και δεν έχουμε ξύλα να ζεσταθούμε. Και τη νύχτα, κάθε νύχτα, δε μας αφήνουν οι αντάρτες να κλείσουμε μάτι. Με τρόμο βλέπουμε τη μέρα να σηκώνεται, με τρόμο τη νύχτα να πέφτει• δεν ξεκολνάει το τουφέκι από το χέρι μας, τ' αυτίά μας, τα μάτια μας αδιάκοπα τεντωμένα, μια πέτρα να κυλήσει, ένα αγρίμι να σαλέψει, πετιούμαστε απάνω κι αρχίζουμε μέσα στο σκοτάδι τις τουφεκιές. Έχουμε πια λιώσει από την αγρύπνια κι από την τρομάρα• και να 'μασταν τουλάχιστο βέβαιοι πως πολεμούμε για καμιά μεγάλη ιδέα...
Κι ο λοχαγός μας είναι άγριος, στυφός από φυσικού του, ακατάπαυτα θυμωμένος• μια μοίρα τον βαραίνει σκοτεινή, που τον μισεί και τον σπρώχνει στον γκρεμό καί θα τον φάει. Και το νιώθει κι αυτός κι αγριεύει, θέλει ν' αντισταθεί μα δεν μπορεί και προχωράει στον αθώρητο γκρεμό του βλαστημώντας. Ένας ήρωας αρχαίας τραγωδίας μου φαίνεται ο λοχαγός μας, και τον κοιτάζω με δέος και συμπόνια, όπως κοιτάζουμε τον Αγαμέμνονα όταν μπαίνει στο λουτρό, ή τον Οιδίποδα, όταν ξεφρενιασμένος, τυφλωμένος από τη μοίρα του, ζητάει να βρει την αλήθεια.
Και τις τελευταίες ετούτες μέρες δεν είναι άνθρωπος, είναι θεριό• του 'φυγε τις προάλλες η γυναίκα του και τράβηξε για το βουνό με τους αντάρτες. Είχε έρθει τα Χριστούγεννα από τα Γιάννενα• τι 'ταν αυτή η γυναίκα, τι θάμα, έτσι μας φάνταζε μέσα στ' άγρια ετούτα κατσάβραχα. Σά να 'ταν νύχτα και ξημέρωσε. Έτσι που δε βλέπαμε πια αληθινή γυναίκα κι ήμασταν χαμένοι μέσα στα βουνα, ξενυχτισμένοι, καταλερωμένοι, αξούριστοι, μας φαίνουνταν η γυναίκα αυτή νεράιδα, με τα ξανθά μαλλιά της, με την ελιά στο μάγουλο, με το βεργόλιγνο κορμί της και το ανάλαφρο περπάτημα- κι απάνω άπ' όλα με τη μυρωδιά, πουδρα και λεβάντα, που άφηνε στο πέρασμα της.


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ



http://www.politikokafeneio.com/logotexnia/nikos154.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου