Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ!


ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ!

Robert Zaller

Δράμα σε τρεις πράξεις

Μετάφραση: Νατάσα Τσουκαλά


Η απόδοση των ποιημάτων του Μαγιακόφσκι στο έργο έγινε από τα αγγλικά από τον Κώστα Σοφιανό και το Σπύρο Μάνδρο

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Νεαρές Αμερικανίδες (δυο)
Αμερικανός αστυνομικός
Ανούσκα
Νικολάι Ασέγιεφ (Κόλια)
Μπιξ Μπαϊντερμπέκε
Λίλη Μπρικ
΄Οσσιπ Μπρικ (΄Οσια)
Ντέιβιντ Μπουρλιούκ
Νικολάι Μπουρλιούκ
Νικολάι Τσουζάκ
Παρουσιαστής του τσίρκου
Κάλβιν Κούλιτζ
΄Ελσα (Τριολέ)
Σάκνο Επστάιν
Σεργκέι Εσένιν
Μάικλ Γκολντ
Σίριλ Φεόντοροβιτς Γκορτκώφ
Τσιγγάνα πόρνη
Βασίλι Καμένσκι
Βαλεντίν Κατάγιεφ
Βελιμίρ Χλέμπνικωφ (Βέλια)
Πάβελ Λαβούτ (Πάβια)
΄Ενας φορτοεκφορτωτής
Ανατόλι Λουνατσάρσκι
Καζιμίρ Μαλέβιτς
΄Αντρας
Φίλιππο Μαρινέττι
Μαρία
Μασκοφορεμένες φιγούρες
Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα Μαγιακόφσκαγια
Λουντμίλα Μαγιακόφσκαγια
΄Ολγα Μαγιακόφσκαγια
Βλαντιμίρ Κωνσταντίνοβιτς Μαγιακόφσκι
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (νέος)
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (ενήλιξ)
Ο σωφέρ του Μαγιακόφσκι
΄Ανθρωποι της ΝΕΠ (τρεις)
Μπορίς Παστερνάκ
Τα παιδιά με Φίλιπ Μόρρις (δυο)
Γουίλι Πόγκανυ
Νόρα Πολόνσκαγια
Ιβάν Πρισίπκιν
Αλεξάντερ Ρόντσενκο
Μπέιμπ Ρουθ
Ράφτρα
Βικτώρ Σκλόφσκι
Ντμίτρι Σοστακόβιτς
Βλαντίμιρ Τατλίν
Μαυραγορίτης
Βετεράνοι (τρεις)
Γυναίκα στο Κόμμα (Ι)
Γυναίκα στο Κόμμα (ΙΙ)
Εργάτης
Τατιάνα Γιάκοβλεφα
Αμερικάνοι εργάτες, γυναίκες και παιδιά, φουρνάρηδες, μαυραγορίτες, υπενοικιαστές, γραφειοκράτες, σερβιτόρες καφενείου, καπιταλιστής, χαρτοπαίκτες, Κοζάκοι, ποτοποιοί, εκτελεστικό απόσπασμα, ηθοποιοί και τεχνικοί κινηματογράφου, άτομα που καταπίνουν φωτιές, παίχτες τυχερών παιγνιδιών, νεκροθάφτες, επερωτώντες, κήρυκας, λακέδες, άνθρωποι των γραμμάτων, ηθοποιοί και τεχνικοί θεάτρου, πόρνες, Ρώσοι χωρικοί, εργάτες, στρατιώτες και ναυτικοί, άτομα των μυστικών υπηρεσίων, χαφιέδες, οδοκαθαριστές, ακροβάτες, σερβιτόροι.
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Σκηνή Ι
Η αυλαία σηκώνεται, ενόσω ακούγεται σύντομη τυμπανοκρουσία. Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ εμφανίζεται στο αριστερό μέρος της σκηνής. Στο κέντρο υπάρχει ένα μικρό κανόνι.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Κυρίες και κύριοι! Η θαυμαστή γέννηση, η μεγαλειώδης ζωή και ο καθαγιασμένος θάνατος του συντρόφου μας, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι!
Ακούγεται για λίγο μια μπάντα. Μπροστά από το κανόνι ξεδιπλώνεται ένα φαρδύ πανώ που κρέμεται από ψηλά αναπαριστώντας το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ σαν άγιο σε ορθόδοξη εικόνα, με σταυρωμένα χέρια και έκφραση ενατενισμού.
- Ο σύντροφος Μαγιακόφσκι, αληθινό παιδί της Επανάστασης, ήρθε στον κόσμο χωρίς ανθρώπινη βοήθεια.
Το κανόνι εκπυρσοκροτεί και μέσα από το πανώ πετάγεται ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ νέος -- ένα παιδί γύρω στα δέκα. Φοράει κοστούμι με γιλέκο και παίρνει αμέσως τη στάση που είχε πριν στην εικόνα. Το πανώ ανασηκώνεται. Το κανόνι παραμένει με το στόμιό του να καπνίζει.
- Ο μικρός μας Βολόντια μπήκε στη στρατιά των εργατών μέσα από μια μικρή ξύλινη καλύβα στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γεωργίας, που είναι επίσης γενέθλιος τόπος του ηγέτη μας!
Προβάλλεται στιγμιαία η εικόνα του ΣΤΑΛΙΝ.
- Σύμφωνα με τα έθιμα της αστικής τάξης, εφοδιάστηκε κανονικά με μια μητέρα, την Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα, ένα πατέρα, τον Βλαντίμιρ Κωνσταντίνοβιτς, φτωχό αλλά τίμιο κυνηγό, και δυο αδελφές, τη Λουντμίλα και την ΄Ολγα.
Τα τέσσερα μέλη της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ μπαίνουν στη σκηνή, η ΜΑΝΑ με το ένα παιδί απ' το δεξί άκρο και ο ΠΑΤΕΡΑΣ με το άλλο παιδί απ' το αριστερό άκρο. Φοράνε όλοι τους χωριάτικα ρούχα. Ο ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ κρατάει ένα τσεκούρι και ένα μικρό κούτσουρο, που το κόβει μεμιάς στα δυο.
- Η μικρή οικογένεια ζούσε μόνη στην καλύβα του κυνηγού, μακριά από φίλους και γείτονες, εντελώς βυθισμένη στην άγρια φύση.
Ακούγεται το ουρλιαχτό ενός λύκου. Τα μέλη της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ που, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ, ταλαντεύονται πέρα-δώθε σαν μηχανικές κούκλες, πιάνονται μεταξύ τους τρομαγμένα, αφήνονται αμέσως και ξαναρχίζουν να ταλαντεύονται.
- Κάθε μέρα, ο Βλαντίμιρ Κωνσταντίνοβιτς έπαιρνε το μικρό Βολόντια μαζί του στη δουλειά, για να του μάθει τα μιστικά του δάσους.
Με μια απότομη μηχανική κίνηση, ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ τεντώνει το αριστερό του χέρι και ο ΠΑΤΕΡΑΣ του του το πιάνει. Το άλλο του χέρι παραμένει σταυρωμένο μπροστά στο στήθος του.
- Κάθε μέρα, η Λουντμίλα και η ΄Ολγα έραβαν και έγνεθαν και έπλεναν και άρμεγαν, μαζί με την πολυαγαπημένη τους Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα.
Οι τρεις γυναίκες μιμούνται τις παραπάνω δουλειές.
- Κάθε βράδι, η οικογένεια συγκεντρωνόταν μπροστά στο εικονοστάσι του σπιτιού και ευχαριστούσε το Θεό για την καλωσύνη του δάσους και την ομορφιά του κόσμου.
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ γονατίζει μπροστά στο ΒΟΛΟΝΤΙΑ, του οποίου τα χέρια είναι και πάλι σταυρωμένα όπως πριν.
- ΄Ετσι, η μικρή οικογένεια ζει μέσα σε μια αγνή και απλή ευτυχία. Αλλά τα χρόνια περνάνε γρήγορα . Η μικρή Λουντμίλα πρέπει να πάει σχολείο στην Τυφλίδα...
Σκηνή αποχαιρετισμού, δάκρυα κλπ. Η ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ βγαίνει από το δεξί άκρο της σκηνής.
-...και ύστερα από λίγο καιρό πρέπει ν' αρχίσει σχολείο και ο Βολόντια. Φτάσαμε στον 20ό αιώνα!
Ακούγεται για λίγο μια μπάντα.
- Οι Μαγιακόφσκι μετακομίζουν στην πόλη.
Ακούγεται μουσική. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ μιμείται τη μετακόμιση στην πόλη, κλαίγοντας όταν αφήνει την εξοχή, κοιτώντας με θαυμασμό τα καινούργια θεάματα κλπ. Ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ δεν αλλάζει στάση, παραμένοντας ακίνητος μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση.
- Πόσοι δρόμοι, πόσα σπίτια, πόσοι άνθρωποι! Πόσα θαυμάσια πράγματα έχει να δει κανείς! Παλάτια για τους πλούσιους, καλύβες για τους φτωχούς! Αυτοκίνητα που κατεβαίνουν τους λιθόστρωτους δρόμους, πω πω, τόσο γρήγορα, τόσο δυνατά! ΠΡΟΣΕΧΕ! Είναι ένας καινούργιος κόσμος. Αλλά ζει σύμφωνα μ' ένα παλιό κανόνα: "Θα κερδίζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου. Εγώ, όμως, θα σου τρώω το μισό".
Μπαίνουν δυο ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ, κρατώντας πολύ ψηλά λάβαρα με τις προσωπογραφίες του ΝΙΚΟΛΑΟΥ Β΄ και της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ. Παρελαύνουν και τραγουδούν, ενόσω η οικογένεια κάνει σημειωτόν:
Πατερούλη μας
εδώ να μείνεις
οι καρποί που μαζεύουμε
σε ταΐζουν καλά
εσύ τρως, εμείς λιμοκτονούμε
και των δυό μας τα στομάχια πρήζονται
εσύ κάθεσαι στον παράδεισο
εμείς είμαστε σαν δουλοί στην κόλαση.
ΖΗΤΩ! ΖΗΤΩ! ΖΗΤΩ! (εν χορώ)
Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ βγαίνουν.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- ΄Ετσι, ο πατέρας Βλαντίμιρ πρέπει ν' αφήσει την ελεύθερη, πανούργα ζωή του δάσους που ήξερε και αγαπούσε -- τις παγίδες που έβαζε τα βράδια, τους λαγούς που τσιτσίριζαν στη σούβλα, που ήταν τόσο νόστιμοι γιατί τους είχε κυνηγήσει παράνομα στα κτήματα του αφεντικού του -- και να επωμισθεί τα προλεταριακά βάρη. Γυμνός από τη μέση και πάνω, δεμένος στη μηχανή του, ο πατέρας Βλαντίμιρ ανακαλύπτει κάτι που ώς τότε αγνοούσε στα βάση του παρθένου δάσους: Είναι μόνος του. Το τραγούδι του δάσους του έχει χαθεί μέσα στην υποχθόνια οχλοβοή, το τσεκούρι του σκουριάζει παραπεταμένο στην αποθήκη, μετά βίας μπορώντας πια να κόψει λίγα κλαράκια για να ζεσταθούν το χειμώνα. Μέσα σε μια σιδερένια μοναξιά, ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, ανακαλύπτει ένα νέο κόσμο, μια νέα συγκίνηση: Το σύντροφο.
- Η μηχανή καταπίνει τους ανθρώπους, ενωμένους και μη. Αλλά ο πατέρας Βλαντίμιρ τρυπάει το δάχτυλό του με μια σκουριασμένη καρφίτσα. Σκουριά; Ποιος είχε ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο στο δάσος, όπου το μεγάλο τσεκούρι έλαμπε καθώς έκοβε, με τη λεπίδα του να διαγράφεται καθαρά, σαν καμπύλη ποταμού; Σκουριά. Πυρετός. Κατάρα στο αίμα. Του πάνε εικόνες. Οι παπάδες βροντοφωνάζουν τις προσευχές που τους πλήρωσαν να πουν. (Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ξαναγυρίζουν, ντυμένει σαν πανούργοι Ρασπούτιν). Είναι μάταιο. Δεν υπάρχει πενικιλίνη, είναι μάταιο. Εξασθένηση. Παραλήρημα. Θάνατος.
Νεκρώσιμη μουσική, αλλά σε ανέμελο ρυθμό. Βγάζοντας τα επίσημα ρούχα τους, οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ μετατρέπονται σε τραυματιοφορείς που απομακρύνουν τον ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ πάνω σ' ένα φορείο. Στο δεξί άκρο της σκηνής συναντούν δυο ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ που σπρώχνουν ένα φέρετρο από ξύλο πεύκου. Ρίχνουν μέσα το πτώμα του ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΒΙΤΣ και φεύγουν όλοι.
- Η ρημαγμένη οικογένεια αρχίζει τώρα να γνωρίζει τη φτώχεια. Πουλάνε τα έπιπλά τους, δεν τα χρειάζονται στο μικρό διαμέρισμα της μεγαλούπολης . Η μητέρα δέχεται υπενοικιαστές . Η μητέρα πλένει τα ρούχα άλλων. Το μικρό διαμέρισμα γίνεται μικρότερο. Η Λουντμίλα και η ΄Ολγα ζωγραφίζουν κουτιά που μπαίνουν μέσα σε μεγαλύτερα κουτιά, σαν μπαμπούσκες. Ο Βολόντια τα παραδίδει στους πελάτες καθώς πηγαίνει στο σχολείο του.
Οι ΥΠΕΝΟΙΚΙΑΣΤΕΣ πηγαινοέρχονται μεταξύ της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΑΛΕΞΕΓΙΕΒΝΑ και των ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ, κρεμωντας τα πλυμμένα τους ρούχα σ' ένα σχοινί. Τα ΚΟΡΙΤΣΙΑ ζωγραφίζουν με πολλή εργατικότητα. Ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ σταυρώνει και ξεσταυρώνει τα χέρια του μηχανικά, με τις παλάμες τεντωμένες.
- Η πόλη, όμως, βρίσκεται σε αναβρασμό, στο ναυτικό γίνεται ανταρσία. Ταραξίες! Επανάσταση! Μαζεύεται κόσμος, κρατώντας ψηλά πλακάτ με διάφορα αιτήματα. Υπερασπίζονται τον πατερούλη τους, τραγουδούν γι' αυτόν. Τους απαντούν τα όπλα, οι Κοζάκοι επιτίθενται, κάνοντας αυτό στο οποίο διακρίνονται, αριστερό! δεξί! αριστερό! δεξί! αριστερό! δεξί! ΄Υστερα, έρχονται μήνες με μεγάλες απεργίες, εργοστάσια κλειστά, εργάτες αδιάλλακτους, αιτήματα, παραχωρήσεις, περισσότερα αιτήματα, περισσότερες παραχωρήσεις, περισσότερα αιτήματα, περισσότερους Καζάκους. Ο Λένιν παίζει σκάκι δίπλα σ' ένα ρολόι στη Ζυρίχη. ΄Ερχεται η Επανάσταση! ΄Ερχεται η Επανάσταση στη Ρωσία!
Ενόσω μιλάει ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ, οι αντίστοιχες εικόνες προβάλλονται γρήγορα πάνω στους ηθοποιούς που βρίσκονται επί σκηνής. Αυτοί αντιδρούν αρχικά τρομαγμένα και ύστερα πανικοβλημένα, βγαίνουν από τη σκηνή. Μένει μόνο ο ΒΟΛΟΝΤΙΑ, που έχει ξαναπάρει τη στάση αγίου. Ακούγονται δυνατές τυμπανοκρουσίες. Τα φώτα σβήνουν.
Σκηνή ΙΙ
Από το δεξί άκρο της σκηνής, μπαίνει ένας ΚΗΡΥΚΑΣ ντυμένος σαν κλόουν, χτυπώντας ένα χάλκινο τύμπανο. Τον ακολουθεί μια σκόρπια πομπή από φουτουριστές που κρατάνε πανώ, πλακάτ με αιτήματα κλπ. ΄Ενα ζευγάρι απροσδιόριστα παράξενων ΧΩΡΙΚΩΝ (οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ με νέα μεταμφίεση), ένα αγόρι που τρέχει σφυρίζοντας με μια σφυρίχτρα και φωνάζοντας: "΄Ερχονται οι φουτουριστές! ΄Ερχονται οι φουτουριστές!" Οι ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΕΣ συζητούν μεγαλόφωνα αλλά χαρούμενα μεταξύ τους. ΄Ενας-δυο κουβαλούν χρώματα και καβαλέτα, που ετοιμάζονται να στήσουν για να ζωγραφίσουν το κοινό. Δίπλα τους περπατά με μεγάλο διασκελισμό ο ΜΑΡΙΝΕΤΤΙ, φορώντας ένα δερμάτινο σακάκι, παντελόνι γκολφ και κάσκα αεροπόρου. Κουβαλάει ένα μεγάλο πανώ σε ροδίτσες, όπου είναι γραμμένη η φράση "Το μέλλον δουλεύει", την οποία επαναλαμβάνει στα ιταλικά.
Η είσοδος όλων αυτών των προσώπων συνοδεύεται από το εμβατήριο του "Καρυοθραύστη" του Σοστακόβιτς. Το ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΩΝ είναι γραμμένο βάσει αυτής της μελωδίας. Φωνές, μεμονωμένες:
- Είναι το Μινσκ;
- Είναι το Πινσκ;
- Πού στο καλό είμαστε;
- Τί σημασία έχει; ΄Εχουν δημαρχείο;
- Ε, εσείς εκεί πέρα! ΄Εχετε δημαρχείο στην πόλη σας;
- Να πάει στα κομμάτια το δημαρχείο. Πού είναι η ταβέρνα;
- Να πάει στα κομμάτια η ταβέρνα Πού είναι τα κορίτσια;
- Μια στιγμή! Πού είναι ο Μαγιακόφσκι;
- Ο πολυαγαπημένος μας Βολόντια;
- ΄Αμα βρείτε τα κορίτσια, θα τον βρείτε κι αυτόν.
- (Γουργουρίζοντας) Αγαπητέ Βολόντια!
- ΄Ομορφε Βολόντια!
- Δεν θα με βοηθήσεις να μεταφέρω αυτή την καρδάρα στην κορυφή αυτού του ψηλού, ψηλού λόφου;
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Εντάξει, αρκετά.Μα, πού είναι; Πρέπει να τηρήσουμε το χρονοδιάγραμμά μας. Θα αναγκαστούμε ναξεκινήσουμε χωρίς αυτόν. Φίλοι, συμπολίτες, επιτρέψτε μου...
- Περίμενε!
- Να 'τος, έρχεται!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ μπαίνει πάνω σ` ένα σιδηροδρομικόκαροτσάκι που το σπρώχνει ένας ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ. Φοράει καπέλο και ένα πράσινοαδιάβροχο -- από μέσα, φοράει μια έντονα κίτρινη πουκαμίσα, χωριάτικου στυλ.Κρατάει μια μικρή βαλίτσα και κοιτάει μπροστά μεαγωνία.
- Βολόντια!
- Δόξα τω Θεώ!
- Τί στο καλό έπαθες;
- Ετοιμαζόμασταν πια ν' αρχίσουμε.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ντέιβιντ! Βέλια! Να 'σαστεεπιτέλους! Τι κωλομπέρδεμα...
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Δεν πειράζει. ΄Ελακάτω, δωσ' το μου. Πρέπει να ξεκινήσουμε την παράσταση.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν θα πιστέψεις ποτέ τισυνέβη...
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Είμαι σίγουρος γι'αυτό.
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Βιάσου τώρα,Βολόντια, βιάσου.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μα, πού είναι τοδημαρχείο;
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Δυστυχώς, αυτή η μητρόποληδεν έχει δημαρχείο, αλλά, δόξα τω Θεώ, έχει ταβέρνα. Θα δώσουμε την παράστασημας al fresco.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί, εδώ μέσα;
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- ΄Οπως βλέπεις, η φήμη μαςέχει φτάσει εδώ πριν από μας(δείχνει το κοινό).Διακόσιοι αγροίκοι πουπεριμένουν να χάψουν ό,τι τους πούμε.
ΝΙΚΟΛΑΪ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Στο 'πα, Ντέιβιντ,ήταν τρέλα να συνεχίσουμε την περιοδεία μας σχεδόν ώς το φθινόπωρο. Είμασετυχεροί που δεν έχει ακόμα χιονίσει.
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Με την τύχη που έχουμε, θασυμβεί κι αυτό.
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Και με την ποιήσή σου θαβγούμε έξω να δούμε.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Κάτω από το τρελό φεγγάρι,Βασίλη.
ΝΙΚΟΛΑΪ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Με τον Μαγιακόφσκινα του ουρλιάζει.
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Εντάξει, αςοργανωθούμε. Καμένσκι, θ' αρχίσεις με την ομιλία σου για τηναεροδυναμική.
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Αστειεύεσαι, Ντέιβιντ; Χωρίςπίνακα και κιμωλία; Πού θα γράψω τις εξισώσεις μου;
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
-(Σπρώχνονταςτον Καμένσκι προς τα 'μπρος)Κάν' την χωρίς εξισώσεις!
Ακούγεται ρυθμική κραυγή: "Φου-του-ριστές!Μαγια-κό-φσκι! Μα-για-κόφσκι!" Ο ΚΑΜΕΝΣΚΙ αποσύρεταιδιστακτικά.
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Φαίνεται ότι θέλουν απότώρα τον σταρ μας.
ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Βολόντια, πούείσαι; Θα μας λυντσάρουν!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ προχωρεί μπροστά, φορώντας τηνκίτρινη πουκαμίσα του.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
-(Απευθύνεται στους άλλους)Εν πάση περιπτώσει, πώς λέγεται αυτή η πόλη;(Απευθυνόμενος προς το κοινό)Πολίτες, συμπολίτες του Κοσμογκράντ, γιατί έτσι σας αποκαλώ,πολίτες της πόλης του μέλλοντος! Εμείς, οι Φουτουριστές, ήρθαμε σ' εσάς για να σας αναγγείλουμε τον 20ό αιώνα. Αυτός είναι ο αιώνας μας, χωρίς λουλούδια, χωρίς δάκρυα, χωρίς κηδείες. ΄Εχουμε τελειώσει οριστικά με το μουχλιασμένο πτώμα του Ρομαντισμού, με τη σαπίλα του Συμβολισμού, με τη δυσωδία της Παρακμής! ΄Ολα αυτά έχουν πια καταργηθεί! Δεν θα έχουμε πια ημίφωτα και ονειροπολήσεις, αναστεναγμούς και σκιές, θα πάψουμε ν' αγαπούμε τη σύφιλη και να λατρεύουμε την αυτοκτονία. Δεν θα έχουμε πια ραβασάκια να πηγαινοέρχονται με τους υπηρέτες, ούτε μονόκλ στην όπερα, ούτε χορούς μεταμφιεσμένων, ούτε παιχνίδια στα χιόνια --τίποτα πια απ' αυτό τον καταρρέοντα, ειδεχθή, τρεμάμενο, βλακώδη, κατακερματισμένο, φλύαρο λόφο από σκατά του παρελθόντος. ΄Ολα αυτά τέλειωσαν, μ'ακούτε; Στο όνομα της ελπίδας, στο όνομα της προόδου, στο όνομα της επανα...,χμ! της απόδοσης. Δια της παρούσης ανακηρύσσω την ταχύτητα, το φως, την ισχύ, τη δύναμη, την ελευθερία, το μέλλον! Πολίτες, έχετε δει ποτέ σας μια ισχύ να χαμογελά; Μιλάω σοβαρά. ΄Εχετε ιδέα για την ποίηση του ηλεκτρισμού, την ομορφιά των αλληλένδετων μοχλών, τη λαμπρότητα των δασών από καμινάδες ενός εργοστασίου που φέγγουν στο νυκτερινό ουρανό, διώχνοντας τα άστρα σαν πρόβατα, ανοίγοντας τα ουράνια μ' ένα μηχάνημα οξυγονοκόλλησης; Τί σόι άνθρωποι είσαστε; Δεν βλέπετε ότι διψάω; Δώστε μου λίγο απ' αυτό, όχι, ένα καθαρό ποτήρι παρακαλώ, μπράβο παιδί μου, πάρε για τον κόπο σου. Πολίτες, πίνω στην υγειά σας(πίνει).Δείτε πώς είσαστε, βουτηγμένοι στη λάσπη ώς τα γόνατα, βουτηγμένοι στα χρέη ως το λαιμό, βουτηγμένοι στο αλκοόλ ώς τα μπούνια. ΄Ετσι δεν είναι; Δώστε μου, σας παρακαλώ, ακόμα λίγο, ευχαριστώ. Σύντροφοι -- θέλω να πω, αγαπητοί μου -- ανέβρεχε βότκα, δεν θα άλλαζε ούτε ο καιρός, ούτε τα προσωπά σας. Εδώ, είμαστε απλώς ποιητές, μ' ένα-δυο τσαρλατάνους σαν εμένα. Θέλετε ν' ακούσετε λίγη ποίηση; Αγαπητοί αγροίκοι. Ξεβουλώστε τα αυτιά σας ως εξής!(Στρίβει το δάχτυλό του μεσα το αυτί του και ξεφουσκώνει απότομα τα μάγουλά του κάνοντας θόρυβο).Σαν ν' ανοίγετε σαμπάνια.(Απαγγέλει).
΄Ει
Τζέντλεμεν!
Ωραιοπαθείς
ατάραχοι από ανοσιουργήματα
σφαγές
αιματοχυσίες
και συμφορές
έχετε δει
ό,τι πιο φοβερό υπάρχει --
το πρόσωπό μου
όταν
είμαι
τελείως ήρεμος;
Και νιώθω
αυτό το "είμαι"
πολύ μικρό για 'μένα
να μη μπορεί να με χωρέσει.
Εμπρός!
Ποιος μιλάει;
Μητέρα;
Εσύ 'σαι μητέρα;
Ο γιός σου είναι ωραία άρρωστος!
Μητέρα,
η καρδιά του καίγεται!
Να πεις της Λιούδας, να πεις της ΄Ολιας
ότι ο αδελφός τους δεν μπορεί
να δραπετεύσει απ' αυτή τη νεκρική πυρά.
Κάθε λέξη
που φτύνω
από το κολασμένο στόμα μου
πετάγεται έξω
σαν μια γυμνή πουτάνα
από φλεγόμενο μπορντέλο
Δεν μπορείς
να πηδήξεις έξω απ' την καρδιά σου!
Πάνω απ' του χρόνου τις βουνοκορφές
έρχεται ο ένας που δεν βλέπει κανένας
φέρνοντας τελετουργικά
το ακάνθινο στέμμα της Επανάστασης
στο λιμασμένο έτος
χίλια εννιακόσια δεκάξι!
Βρίσκομαι όπου βρίσκεται ο πόνος
Έχω τον εαυτόμου σταυρώσει
σε κάθε σταλαγματιά
αυτού του ποταμού δακρύων
που είναι ο Γαλαξίας.
΄Εχω καυτηριάσει τον οίκτο
χίλιες Βαστίλες έχω εκπορθήσει
καιόταν, κόκκινοι απ' τον ξεσηκωμό
θα 'ρθείτε να υποδεχτείτε το σωτήρα σας
ελεύθερη θα ξεριζώσω την ψυχή μου
σφυροκοπώντας την θα την πλατύνω
και θα την απλώσω
πάνω απ' την παντιέρα
των αγώνων σας.
(Θορυβώδης αντίδραση).
- Ορίστε! Αυτό είναι ο Φουτουρισμός για σας. Λίγη βότκα για τον ποιητή! Χαρούμενοι άνθρωποί μου, τί έχετε να πείτε;
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΩΝ
(όλοι μαζί)
Είμαστε οι φουτουριστές
προάγγελοι ενός γενναίου νέου κόσμου
είμαστε οι φουτουριστές
με σηκωμένες τις λαμπρές ατρόμητες παντιέρες
Μετρημένες είναι της τυραννίας οι μέρες
σε λίγο τελειώνει η βασιλεία της
τα σάλια τους γλύφουν οι λακέδες
και σαν ποντίκια εγκαταλείπουνε το θρόνο
Μέσα στις μπότες τους τρέμουν οι Κοζάκοι
μπροστά στη μαζική επέλαση
ο λαός καβαλάει τώρα τα' άλογα
τώρα οι μάζες σέρνουν το χορό
Πού είναι οι γιοί σου Πατερούλη
όλα σου τα μαχαίρια τα 'χουν κλέψει
έχουν λουφάξει περιμένοντας πότε να κόψουν
και τις εννιά μακάριες ζωές σου
Το μέλλον έχει γραφτεί στον ουρανό
με γράμματα λαμπρά και πύρινα
όταν η λευτεριά και η αλήθεια αναγγέλουν
το τέλος κάθε αυτοκρατορίας(από την αρχή)
Ανεμίζουν κίτρινες σημαίες, κουνιούνται κίτρινα μαντήλια. Ακούγεται ένα διαπεραστικό σφύριγμα, που συνοδεύεται από ένα ακόμα ηχηρότερο χορωδιακό "Ο Θεός σώζοι τον Τσάρο". Μπαίνουν οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ, ντυμένοι σαν ΚΟΖΑΚΟΙ, κραδαίνοντας κνούτα και αστυνομικά κλομπ. ΟΙ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΕΣ διασκορπίζονται γρήγορα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ βρίσκεται μόνος, παγιδευμένος από ένα έντονο φως, καθώς η υπόλοιπη σκηνή σκοτεινιάζει. Οι ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ τον δένουν πισθάγκωνα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Βέλια, Ντέιβιντ --περιμένετε! ΄Εχει γίνει κάποιο λάθος...
Τα φώτα σβήνουν.

Σκηνή ΙΙΙ
Φωτίζεται το πάνω μέρος της σκηνής, δείχνοντας μαύρα κάγκελα πάνω σ' ένα γκρι φόντο. Ακούγεται ο ρυθμικός ήχος από μπότες που πλησιάζουν, χτυπούν τα τακούνια στο πάτωμα σταματώντας και απομακρύνουνται. Φωτίζεται το κάτω μέρος της σκηνής, δείχνοντας το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ μόνο του, με στολή κρατουμένου. Κρυώνει. Η σκηνή είναι άδεια. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ βγάζει ένα ξεροκόμματο απ' την τσέπη του. Το κοιτάζει για ώρα, αφαιρεί κάτι απ' αυτό προσεκτικά και το δαγκώνει στην άκρη. Μασάει με μια ανάμεικτη έκφραση πόνου, αηδίας και ευγνωμοσύνης.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τα δόντια μου χάλασαν εδώ μέσα. Δεν θα ξαναχαμογελάσω πια. Αυτή είναι η απόφαση για το νέο χρόνο.(Ψάχνει τα ούλα του με τη γλώσσα του).Τους βλέπεις στα καφενεία, να γλύφουν πάντα τα ούλα τους. Αφήνουν ένα-ένα τα δόντια τους πάνω σε κέικ μερούμι. Κέικ με ρούμι...(Ελέγχει πιο προσεκτικά τα δόντια του και τα ούλα του-- φτύνει).Χάλασαν και τα μάτια μου. Ηλιαχτίδες, μικρές όμορφες ηλιαχτίδες, πού είσαστε γλυκιές μου; Σας είδα χθες... χθες ήταν; Τί πάει να πει χθές; Ρωσία, είσαι τόσο απέραντη!(Ανοίγει πλατιά τα μπράτσα του).΄Απειρα πλούτη μέσα σ' ένα μικρό δωμάτιο.(Τα μπράτσα του πέφτουν άτονα στα πλευρά του, παίζει με τα κουμπιά της πουκαμίσας του).΄Απειρα... κέικ με ρούμι... Πεταλούδες! Κοίτα, χιλιάδες! Κοκκινοκίτρινες, κοκκινόμαυρες... Ω, πόσες είναι! Καθήστε στους ώμους μου, γλυκιές μου, καθήστε σαν άγγελοι, υπάρχει χώρος για όλες σας.(Κλείνει εκστατικά τα μάτια, ανοίγει τα μπράτσα του, γουβώνει τις παλάμες του).Καθήστε πάνω στα μπράτσα μου, ελάτε στα χέρια μου, καθήστε στα μάτια μου, στα μαλλιά μου. Φωτίστε με σαν αστερισμό... Ω, είμαι Θεός, όλα μου τα αγγελάκια χτυπούν τα φτερά τους στο πρόσωπο μου... Μην ανησυχείτε, γλυκιές μου,δεν θα σας πειράξει αυτή η μικρή φωτίτσα. (Τεντώνει μπροστά τα χέρια του).Αυτή η ωραία φωτίτσα, κάτω ακριβώς από μας... αυτά τα φρέσκα αυγά πουμας φέρνουν... αυτά τα μικρά κέικ με ρούμι... Χα, χα, χα, μη με γαργαλάτε, όχι κάτω από τη μύτη, δεν βλέπετε ότι τα μπράτσα μου έχουν γεμίσει, μη με κάνετε να φτερνιστώ, όχι, όχι, σας παρακαλώ...(Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ κουνάει θυμωμένα την άκρη της μύτη του, κρατώντας πάντα την προηγούμενη στάση του. Χαλαρώνει, χαμογελάει μακάρια).Αχ, Ρωσία, είσαι τόσο μεγάλη. (Ανοίγει ξανά τα μπράτσα του).Βλέπεις, μαμά, ο Βολόντια δεν ξύστηκε καθόλου για ένα ολόκληρο λεπτό...
Ακούγεται μια σφυρίχτρα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στέκεται αμέσως προσοχή και βγάζει το σκούφο του, αποκαλύπτοντας ένα κεφάλι ξυρισμένο. Ακούγεται να γυρίζει ένα κλειδί στην κλειδαριά μιας πόρτας. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ τρέμει από το κρύο. Σιωπή. Ακούγεται το κλειδί να ξαναγυρίζει στην κλειδαριά. Τα φώτα σβήνουν τελείως. Ακούγεται ο ήχος από άλλες κλειδαριές, όλο και πιο μακρινές.΄Ενα δυνατό φως που πέφτει από ψηλά δείχνει το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ να κάθεται σταυροπόδιστο κέντρο της σκηνής, με το πρόσωπό του ακόμα σφιγμένο. Τινάζει το κεφάλι του αμέσως προς την κατεύθυνση του φωτός. Καθώς το φως χαμηλώνει σταδιακά, ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ αρχίζει να τρέμει σύγκορμος. Τα φώτα σβήνουν.
Σκηνή ΙV
Ακούγονται δυνατοί κανονιοβολισμοί, εκρήξεις χειροβομβίδων κλπ., ενώ παράλληλα το κοινό βλέπει γρήγορα εναλλασσόμενα αποσπάσματα ταινιών με σκηνές από χαρακώματα. Τα φώτα ανάβουν, δείχνοντας ένα πολύμορφο θέαμα. Στ' αριστερά, γύρω από ένα μικρό τραπέζι, κάθονται οι ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ και ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ, που φαίνονται εξουθενωμένοι. Πίσω, κάθονται τρεις ΧΑΦΙΕΔΕΣ σε τρία διαφορετικά τραπέζια, φορώντας πανομοιότυπες καπαρντίνες και διαβάζοντας εφημερίδα. Το καλύτερο τραπέζι είναι κατειλημμένο από έναν ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗ, που δέχεται τις περιποιήσεις λακέδων και πορνών. Υπάρχουν επίσης τρεις ΒΕΤΕΡΑΝΟΙ, ο ένας κουτσός, ο άλλος κουλός και ο τρίτος με τρυπανισμένο κρανίο. Στα άλλα τραπέζια, κάθονται παίχτες τυχερών παιγνιδιών, χαρτοπαίχτες κλπ. Στον τοίχο, κρέμονται εικόνες του ΝΙΚΟΛΑΟΥ και της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ, καθώς και μια μεγαλύτερη απεικόνιση του ΡΑΣΠΟΥΤΙΝ. Υπάρχουν επίσης αφίσες σχετικές με τον πόλεμο. Το εμπόριο ανθεί. Ο ΤΑΤΛΙΝ κάθεται μαζί με την ομάδα του ΕΣΕΝΙΝ, σχεδιάζοντάς τους ήσυχα.
Μπαίνει ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. Είναι κομψά ντυμένος, κρατά ένα μπαστουνάκι και έχει από μια κοπέλα στο κάθε μπράτσο του. Κάθεται στο τραπέζι των ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ και ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ, αλλά σπρώχνει την καρέκλα του πιο μπροστά από τις δικές τους.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ντέιβιντ, Βέλια!
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Βολόντια!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δείτε τι δώρα σας έφερα (Δείχνει τις κοπέλες). Τί πίνετε; (Γεμίζει ένα ποτήρι για τον εαυτό του και το αδειάζει μεμιάς). Κατευθείαν από το ποτάμι, ε; Πουλήστε το στους Γερμανούς και θα κερδίσουμε τον πόλεμο σε τριάντα μέρες. (Κοιτάζει προς την εικόνα του ΡΑΣΠΟΥΤΙΝ με αηδία). Πουλήστε τον κι αυτόν και θα κερδίσουμε σε δέκα μέρες. (΄Ενας από τους ΧΑΦΙΕΔΕΣ ακουμπάει την εφημερίδα του στο τραπέζι και κοιτάζει προς το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. ΄Ενας άλλος από τους ΧΑΦΙΕΔΕΣ ακουμπάει πιο αργά τη δική του εφημερίδα στο τραπέζι και σημειώνει κάτι σ' ένα σημειωτάριο).
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Βολόντια, σε παρακαλώ!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ξέρω, ξέρω. Αγάπα τον πλησίον σου. (Στρεφόμενος προς το ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΑΦΙΕ). Το κατάλαβες αυτό, έκτρωμα; Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν. (Στρέφεται με θερμή προς τη μια από τις κοπέλες). Αγαπά τον πλησίον σου ως εαυτόν. (Γνέφει προς τον Εσένιν) Μια και μιλάμε για εχθρούς, βλέπω κάποιον εξέχοντα ή κάνω λάθος;
ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ
- Ποιος είναι αυτός που δυσφημεί την πατρίδα;
΄Ενας από τους ΒΕΤΕΡΑΝΟΥΣ σωριάζεται σιωπηλά στο πάτωμα.
ΕΣΕΝΙΝ
- (Σηκώνεται όρθιος). Επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω το μεγάλο εθνικό μας ποιητή, Μαγιακόφσκι. (Υποκλίνεται). Σύντροφε, τα σέβη μου.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Με μια χυδαία χειρονομία). Ανταποδίδω.
ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ
- Εθνικός ποιητής; Ποιητή, μπορείς ίσως ν' απαγγείλεις ορισμένους αξιοπρεπείς στίχους, όπως το "Ο Θεός σώζοι τον Τσάρο";
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πλησιάζει στο τραπέζι του ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗ, παρά τις προσπάθειες των ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ και ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ να τον συγκρατήσουν. Λόγω του ύψους του, είναι προφανές ότι υπερβαίνει κατά πολύ οτιδήποτε ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει ο ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Και ίσως να θέλεις να πεις το πατριωτικό σου λογίδριο και να δώσεις ένα αξιοπρεπές γεύμα σ' ένα φαντάρο. Σύντροφε (φωνάζει τον πεσμένο ΒΕΤΕΡΑΝΟ, που κάθεται ασταθώς, έτσι όπως τον έβαλαν στην καρέκλα του), αυτή η καλή ψυχή θα σου προσφέρει το βραδινό σου φαγητό. Γκαρσόνια, ελάτε, οδηγήστε τον στο φαγοπότι! (Οι ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΙ διστάζουν, δεν κάνουν τίποτα). Τί, δεν υπάρχει βοήθεια για έναν ανάπηρο; (Προς τον ΕΣΕΝΙΝ) Σεργκέι Σεργκέγιεβιτς, τί λες; ΄Ενα χέρι βοηθείας για την Πατρίδα;
ΕΣΕΝΙΝ
- (Διστάζει, αλλά τελικά συγκρατείται, χαμογελώντας) Αυτό είναι το δικό σου κόμμα, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς. Εγώ είμαι ποιητής, δεν ανακατεύομαι με την πολιτική. Γιατί δεν ζητάς βοήθεια από τους φίλους σου;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Σωστά, μη βγάλεις τίποτα από την πολύτιμη ρώσικη βρώμα των νυχιών σου, Σεργκέι Σεργκέγιεβιτς. Τί, δεν υπάρχουν πατριώτες εδώ μέσα; Εντάξει, θα τα καταφέρουμε μόνοι μας!
Οι ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ και ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ έχουν σηκωθεί και κρατάνε τον ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, παρά τις διαμαρτυρίες του.
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Τρελάθηκες, Βολόντια;
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Αυτό το μέρος είναι γεμάτο χαφιέδες. Κάτσε κάτω και σταμάτα να το κάνεις θέμα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Προς το ΒΕΤΕΡΑΝΟ) Σύντροφε! Σύντροφε...
Σ' ένα νεύμα του ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗ, οι ΧΑΦΙΕΔΕΣ βγάζουν έξω τους ΒΕΤΕΡΑΝΟΥΣ. Ο ΒΕΤΕΡΑΝΟΣ του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ έχει πέσει με το πρόσωπο πάνω στο τραπέζι του. Μεταφέρεται έξω από δυο σερβιτόρους.
ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ
- Βάλε το λογαριασμό τους στο δικό μου!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (΄Εχει οδηγηθεί πίσω στο τραπέζι του). Ο λογαριασμός τους έχει ήδη μπει στο δικό σου, σύντροφε, αλλά θα χρειατεί να δώσεις το τομάρι σου για να τον ξεπληρώσεις.
ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ
- Τι δυσάρεστος άνθρωπος. Και πολύ απρεπής. (Προς τον ΕΣΕΝΙΝ) Καλέ μου άνθρωπε, είσαι ποιητής, είπες; Για ν' ακούσουμε λίγους στίχους από σένα. (Γνέφει στους ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΥΣ να εφοδιάσουν το τραπέζι του ΕΣΕΝΙΝ με ποτά).
ΕΣΕΝΙΝ
- (Νιώθοντας απώθηση από την όλη σκηνή, αλλά αποδεχόμενος το θρίαμβό του επί του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ). ΄Οχι, ευχαριστώ, δεν νομίζω ότι τώρα -- κάποια άλλη στιγμή, ίσως.
΄Ολοι οι θαμώνες του καφενίου, εκτός από τους χαρτοπαίχτες (που είναι απορροφημένοι από τις δουλειές τους), φωνάζουν: "Εσένιν! Εσένιν!" Ο ΕΣΕΝΙΝ υποχωρεί με μετριοφροσύνη και απαγγέλει:
Ναι -- έτσι ήταν γραφτό.
Για πάντα να 'χω απαρνηθεί
σπίτι και χωράφια
και ποτέ πια να μη θροΐσει
πάνω απ' το κεφάλι μου
γαλήνιος ο κυματισμός της λεύκας.
Χάμω θα σωριαστεί η παλιά καλύβα
πάει καιρός που πέθανε ο σκύλος
κι εγώ είμαι καταδικασμένος να πεθάνω
σε κάποιον απ' τους ανεμοδαρμένους
δρόμους της Μόσχας.
Και όμως θα μ' αρέσει
Καταλασπωμένος, καταραμένος
βρωμώντας και ζέχνοντας
σκεπασμένος από σωρούς φρέσκου χιονιού.
Αποχαυνωμένη κοιμάται η Ασία
στους χρυσωμένους τρούλους της
και όπως λάμπει το φεγγάρι
ο διάβολος μόνο ξέρει πως γυαλίζουν.
Με κρεμασμένο το κεφάλι
παραπατώ στο καλντερίμι
μέχρι τη γνώριμη ταβέρνα.
Χαμός και ουρλιαχτά σ' αυτή την τρώγλη
κι όλη τη νύχτα ώς το πρωί
θα φτύνω τους στίχους μου
στη ποδιά κάθε πουτάνας
απολαμβάνοντας το θαυμασμό
κλεφτών κι άλλων χειρότερων.
Βροντοχτυπάει η καρδιά μου,
πάει να σπάει το κεφάλι μου
ώσπου μια κραυγή σέρνεται
απ' τα κατάξερα και πυρωμένα χείλη:
"Είμαι κι εγώ ένας απ' τους χαμένους
δεν έχει επιστροφή
για τον καταραμένο".
Χάμω θα σωριαστεί η παλιά καλύβα
πάει καιρός που πέθανε ο σκύλος
κι εγώ είμαι καταδικασμένος να πεθάνω
εδώ, μέσ' στην ταβέρνα "Η Μόσχα"!
(Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ
- (Επικροτώντας θορυβωδώς). Μπράβο! Μπράβο! Να τι αποκαλώ πραγματική ποίηση.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Περιμένοντας σιωπηλά, ώσπου να σταματήσουν οι επευφημίες). Φαίνεται ότι κερδίζεις καθημερινά νέους θαυμαστές, Σεργκέι Σεργκέγιεβιτς.
ΕΣΕΝΙΝ
- Κι εσύ νέους φίλους.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Καλύτερα τέτοιους φίλους παρά τέτοιους θαυμαστές.
ΕΣΕΝΙΝ
- Υπάρχει η έννοια "πάρα πολλοί φίλοι", Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς. Υποδηλώνει έλλειψη τακτ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Οπως υπάρχει και η έννοια "πάρα πολλοί θαυμαστές". Υποδηλώνει έλλειψη καλού γούστου. (Κοιτάζει προς το ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗ). Για να μη πω έλλειψη ευπρέπειας.
ΤΑΤΛΙΝ
- Μαγιακόφσκι! Τί θα έλεγες για κάτι δικό σου;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τατλίν. Δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος γι' αυτό.
ΤΑΤΛΙΝ
- Δεν το νομίζω. Η Ρωσία είναι τόσο μεγάλη, ώστε μπορεί να έχει δυο ποιητές. Τί λες;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Οχι, σ' ευχαριστώ. Μυρίζει υπερβολικά αλκοόλ εδώ μέσα.
ΕΣΕΝΙΝ
- (Θιγμένος) Δεν είμαι υποχρεωμένος να επιλέγω το ακροατήριο μου, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς, και να είμαι μέλος κάποιας σπείρας για να τους ωθώ να με χειροκροτήσουν. Ο λαός μ' ακολουθεί, θέλει να μ' ακούει.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Θέλει να σε κοιτάζει, εννοείς, μ' αυτό το ψευτοχωριάτικο στυλάκι σου. Ποιόν θαρρείς ότι κοροϊδεύεις;
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- (Ακουμπώντας το μπράτσο του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ). Βολόντια, αρκετά.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί είναι αρκετό; Για το φίλο μας από εδώ, τη βδέλα, την πρησμένη από το αίμα της Ρωσίας, τί είναι αρκετό γι' αυτόν; Και για τον άλλο φίλο μας, το μωρολόγο, που τραγουδά κατ' εντολήν, το διάσημο εθνικό μας καναρίνι, που θέλει να συνοδεύει με χαβιάρι το φτηνό αλκοόλ που πίνει, τί είναι αρκετό γι' αυτόν; Τι ωραίο ζευγάρι που είσαστε. ΄Εχετε δει ποτέ πιο ευτυχισμένο ζευγάρι;
ΕΣΕΝΙΝ
- Η Ρωσία είναι δική μου, το καταλαβαίνεις αυτό, δική μου... εσύ είσαι Αμερικάνος.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μα, σε παρακαλώ, πάρ' την. Βουτύρωσε μ' αυτήν το ψωμί σου!
΄Ολοι όσοι κάθονταν στα δυο τραπέζια σηκώνονται και μένουν εντελώς ακίνητοι. Οι τρεις ΒΕΤΕΡΑΝΟΙ επιστρέφουν αρτιμελείς, φορώντας χωριάτικα ρούχα και χορεύουν τρεπάκ κατά μήκος της σκηνής, παίζοντας παράλληλα ακκορντεόν. Τα φώτα σβήνουν.
Σκηνή V
Ακούγεται ένα βιολί να παίζει ένα σύντομο, μελαγχολικό κομμάτι. Τα φώτα ανάβουν. Το διαμέρισμα των ΜΠΡΙΚ: Ο ΟΣΙΑ, η ΕΛΣΑ, η ΛΙΛΗ. Υπάρχει ένας καναπές με μαξιλάρια, ένα τραπέζι για τσάι, καρέκλες. Διακόσμηση μικροαστική, αλλά με μια μποεμική νότα (γιαπωνέζικες βεντάλιες κλπ.). Ετοιμάζεται τσάι.
ΕΛΣΑ
- Ξέρω τι λένε γι' αυτόν, ότι είναι κομμουνιστής, ότι ανακατεύεται σε καυγάδες και ότι προκαλεί τον κόσμο, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου έτσι. Είναι πολύ ευγενικός και πολύ θλιμμένος. Και σέβεται τους άλλους.
ΛΙΛΗ
- Δεν με νοιάζει αν είναι κομμουνιστής. Είναι φουτουριστής, πράγμα που σημαίνει ότι είναι αλήτης. Τον είδαμε κι αυτόν και τον κόσμο του. Είναι, απλά, κακόγουστο. Αυτό που είπε στον Μπάλμοντ -- γιατί δεν έρχεσαι στο τραπέζι ενός άντρα... και ύστερα να τον προσβάλει κατάμουτρα. Υποθέτω ότι θα κάνει το ίδιο και μ' εμάς. Δεν καταλαβαίνω γιατί επέμενες να τον καλέσουμε εδώ.
ΟΣΙΑ
- ΄Ελα, τώρα, Λίλη, σε τί μπορεί να μας πειράξει; Είναι απλά ένα παιδί με υπερβολική σωματική ανάπτυξη. Βοηθά την ΄Ελσα στις δουλειές της και της κρατά το χέρι σαν σχολιαρόπαιδο. Πιθανότατα, αυτό που χρειάζεται είναι ένα βαθύ πιάτο σούπα. Εξ άλλου, όλοι μιλούν γι' αυτόν. Εσύ ήσουν αυτή που είπε ότι δεν θα 'ταν κακό να δεχόμαστε κόσμο σε τακτική βάση. Ε, από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις. Γιατί όχι από το Μαγιακόφσκι; Ξέρω πολλούς που θα 'θελαν να έλεγαν ότι τον τάισαν με τη σούπα τους.
ΕΛΣΑ
- Λίλισκα, θα του φερθείς ευγενικά, έτσι;
ΛΙΛΗ
- Να θυμόσαστε ότι δεν ήταν δικιά μου ιδέα. (Προς τον ΟΣΙΑ). Δεν πας καλύτερα ν' ανακατέψεις τη σούπα;
Ακούγεται ένας θόρυβος στο κατώφλι της εξώπορτας. Η ΛΙΛΗ και η ΕΛΣΑ κάθονται βιαστικά στον καναπέ, τακτοποιώντας τα ρούχα τους. Ο ΟΣΙΑ παίρνει πόζα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ μπαίνει μέσα, αλλά στέκεται στο κατώφλι. Πέφτει μια αμήχανη σιωπή. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ βγάζει ένα σημειωματάριο από την τσέπη του, το ξεφυλλίζει, το βάζει πίσω στη θέση του. Απαγγέλει δυνατά:
Μαρία!
΄Ασε με να μπω, Μαρία
Δε μπορώ να στέκομαι σ' αυτούς τους δρόμους.
΄Οχι;
Θα περιμένεις
ώσπου τα μάγουλά μας να κρεμάσουν
σ' ένα ξεδοντιασμένο μορφασμό
μα δεν μπορείς να δεις,
Μαρία,
πως έχουμε αρχίσει κιόλας να κυρτώνουμε;
Αγάπη μου,
μη σε φοβίζουν
τα εκατομμύρια αγνών ερώτων
πίσω μου σέρνω σα χιόνι βρώμικο
μια ουρά κομήτη από αγάπες μίζερες
που στεφανώνουνε το μέτωπό μου
καθώς περνάω.
Μαρία!
Θα φυλάω το όνομά σου
σαν ποιητής που βρήκε
μια λέξη μεγαλόπρεπη όπως Θεός
και μεσ' στη νύχτα την κρατάει
τρέμοντας μην τη χάσει .
Δεν είμαι παρά ένας άντρας
που ζητάει το κορμί σου
όπως ο χριστιανός ζητάει, απλά,
Δος ημίν σήμερον
Τον άρτον ημών τον επιούσιον.
΄Ημουν κι εγώ
κάποτε ένας άγγελος
ώσπου ο Παντοδύναμος
μου 'δωσε ένα ζευγάρι χέρια
σαν αυτά εδώ
κι ένα κεφάλι σαν του καθενός
για να σκύβει και να κλαίει και να φιλάει.
Μαρία!
Παρακαλώ τον ουρανό
να με αφήσεις να 'μπω.
Κανείς δεν ακούει.
Το σύμπαν κοιμάται.
Κατάστικτο απ' τα τσιμπούρια των άστρων,
το πελώριο αυτί του
ακουμπάει στο ένα του πόδι.
Μοναχός περπατώ
κεραυνοβολώντας τον κόσμο
με τη δύναμη της φωνής μου,
όμορφος, θνητός,
εικοσιδύο χρονών.
Οι ΜΠΡΙΚ είναι αρχικά αμήχανοι, αλλά στο τέλος χειροκροτούν μ' ενθουσιασμό. Μόλις τελειώνει, ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ κάθεται δίπλα στη ΛΙΛΗ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Θα μπορούσα, παρακαλώ, να έχω ένα φλυτζάνι τσάι;
Η ΛΙΛΗ τον σερβίρει.
ΟΣΙΑ
- Είναι... είναι εξαίρετο! Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς, τα συγχαρητήριά μου. Τι θαυμάσιο, εκπληκτικό ποίημα. Είσαστε ο ποιητής της γενιάς μας, δεν χωρεί αμφιβολία. Οι εικόνες, σου κόβουν πραγματικά την ανάσα. Μπορώ να δω, σας παρακαλώ; (Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ του δίνει το σημειωματάριό του). Χμ, ναι. Χμ, ακούστε αυτό εδώ. "Μια λέξη μεγαλόπρεπη όπως Θεός". Τι ζέστη και τι φρεσκάδα, τι πρωτοτυπία. Ακούστε τον ρυθμό αυτόν εδώ: "Το σύμπαν κοιμάται... Κατάστικτο απ' τα τσιμπούρια των άστρων... στο ένα του πόδι." Η προσωδία, ξέρεις, ο ρυθμός. Ποιος θα το σκεφτόταν ποτέ... εδώ, βλέπετε, κι εδώ... Χμ, ναι. Ναι, ναι. Πολύ καλό. Εξαιρετικό. Αρκετά αναπάντεχο.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Δείχνοντας μεγάλη προσοχή στη ΛΙΛΗ). ΄Ωστε σας αρέσει, ΄Οσιπ Μαξίμοβιτς;
ΟΣΙΑ
- Αν μου αρέσει; Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς, σας μιλάω πολύ ειλικρινά, είσαστε ένας πολύ μεγάλος ποιητής, Θα παραμένατε πολύ μεγάλος ποιητής ακόμα κι αν δεν ξαναγράφατε ούτε ένα στίχο.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Είστε πολύ ευγενικός. Ωστόσο, του λείπει ακόμα κάτι.
ΟΣΙΑ
- Του λείπει; Τί του λείπει;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μπορώ να το δω, σας παρακαλώ; Του λείπει το πιο σημαντικό -- η αφιέρωση. (Προς τη ΛΙΛΗ). Μπορώ να το αφιερώσω σ' εσάς; (Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ δεν περιμένει την απάντησή της). "Στη Λίλη Γιούρεβνα Μπρικ". Ορίστε. Ζουκόφσκι 42, Πετρούπολη, 15 Ιουλίου του σωτηρίου έτος 1915, 3 και τέταρτο το απόγευμα. Ορίστε. Τώρα είναι έτοιμο.
ΛΙΛΗ
- Είμαι βέβαιη ότι είναι πολύ ευγενικό εκ μέρος σας. Είναι... είναι ένα πολύ ωραίο ποίημα. Αλλά, αυτή η Μαρία -- δεν θα έπρεπε να είναι δικό της το ποίημα; Είναι πολύ παράξενο, νομίζω, ν' αφιερώνετε σε μια γυναίκα το ποίημα που έχετε γράψει για κάποια άλλη. Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τι γυρεύω εγώ σ' αυτό το ποίημα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Κάνετε λάθος, Λίλη Γιούρεβνα -- μου επιτρέπετε να σας αποκαλώ Λίλη; Δεν υπάρχει λόγος να είμαστε τόσο τυπικοί μεταξύ μας. Η ΄Ελσα κι εγώ είμαστε φίλοι από παλιά. Και νιώθω ήδη φίλος μαζί σας (δείχνει τον ΟΣΙΑ και τη ΛΙΛΗ) -- κάτι παραπάνω από φίλος. ΄Οσο για το ποίημα, υπάρχουν πολλές γυναίκες μέσα του. Μια απ' αυτές λεγόταν Μαρία, ναι, αλλά υπάρχει και μια Σόνια και μια Τάνια -- δεν υπάρχει λόγος ν' ακούσετε όλα τα άλλα ονόματα. Αλήθεια, είναι για όλες τις γυναίκες που έχω ώς τώρα γνωρίσει -- είναι για τη Γυναίκα. Κι έτσι, έδωσα σε όλες τους ένα συλλογικό όνομα -- Μαρία. Αλλά, δεν υποσχέθηκα ποτέ το ποίημα σε καμία απ' αυτές. ΄Ως τώρα, το ποίημα δεν ανήκε ποτέ σε καμία και τώρα ανήκει σ' εσένα. Βλέπω ότι εσύ ήσουν αυτή που με ενέπνευσε απ' την αρχή. Γι' αυτό, σε παρακαλώ, πάρ' το, δεν έχει πουθενα αλλού να πάει.
ΛΙΛΗ
- Αυτό είναι πολύ κολακευτικό, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς, και είμαι βέβαιη ότι το εννοείς αυτό που λες. ΄Ισως, όμως, να βρεις αύριο κάποια καταλληλότερη και να μετανιώσεις που έχεις δώσει το ποίημα σου σε κάποια που μόλις γνώρισες, έτσι δεν είναι;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Αντίθετα, Λίλη Γιούρεβνα -- Λίλη -- το ποίημα αυτό είναι γραμμένο για σένα και είμαι σίγουρος ότι σε ήξερα ανέκαθεν.
ΟΣΙΑ
- Λίλια, νομίζω ότι θα μπορούσες να δεχτείς μια τέτοια τιμή με πιο καλή διάθεση, έτσι δεν είναι; Ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς είναι ένας άνθρωπος που τιμά το λόγο του, είμαι βέβαιος γι' αυτό. Αυτό το ποίημα είναι θαυμάσιο -- το όνομά σου θα περάσει στη ρώσικη λογοτεχνία.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Παίρνοντας το χέρι της ΛΙΛΗ και κοιτάζοντάς την κατάματα). Σε παρακαλώ, Βολόντια. ΄Ολοι με φωνάζουν Βολόντια.
ΟΣΙΑ
- Αυτή είναι ειδική περίσταση. ΄Ελσα, πού είναι το καλό κόκκινο κρασί; Ας βγάλουμε τα γλυκά.
Ο ΟΣΙΑ και η ΕΛΣΑ βγαίνουν. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πλησιάζει περισσότερο τη ΛΙΛΗ, ψιθυρίζοντάς της. Είναι έτοιμοι να φιληθούν. Τα φώτα χαμηλώνουν, αφήνοντας ένα μόνο προβολέα, που τελικά σβήνει κι αυτός.
Σκηνή VI
Το φως ενός προβολέα υψώνεται αργά, αποκαλύπτοντας τον ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ να κάθεται σ' ένα σκαμνί, στ' αριστερά της σκηνής Καθώς μιλά, το κέντρο τη σκηνής φωτίζεται βαθμιαία (ενώ το φως που πέφτει πάνω στον ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ χαμηλώνει σιγά-σιγά), αποκαλύπτοντας το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ να είναι ξαπλωμένος πάνω από τη ΛΙΛΗ, σε ένα βάθρο. ΄Εχει το κεφάλι του πεσμένο και τα μπράτσα του απλωμένα μπροστά, ενώ η ΛΙΛΗ έχει το κεφάλι της ακουμπισμένο πίσω και τα χέρια της δίπλα στα πλευρά της. Μένουν εντελώς ακίνητοι σ' αυτή τη στάση.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- ΄Ετσι, ο Μαγιακόφσκι ερωτεύθηκε -- αλλά ερωτεύθηκε πραγματικά, όπως το πεινασμένο παιδί που γαντζώνεται στο στήθος της μάνας του, όπως κάποιος που είναι αντικείμενο γενικής λατρείας επιστρέφει την αγάπη που δέχεται στο μόνο άνθρωπο που τον περιφρονεί, όπως ο άκαρδος εγωπαθής ρίχνεται στα πόδια κάποιου άλλου για να θαυμάσει τη δίκη του πτώση, δηλαδή με μια βιασύνη τυφλή, μοιραία, ακόρεστη, τεράστια. Μια τέτοια αγάπη, η αυτοεγκατάλειψη ενός ανίκανου για αγάπη ανθρώπου, δεν μπορούσε παρά να είναι απόλυτη. Ο Μαγιακόφσκι γαντζώθηκε πάνω της σαν τον πνιγμένο που γαντζώνεται σ' ένα κομμάτι ξύλο στη μέση του ωκεανού. Και, κατ' επέκταση, ήταν εντέλει ειλικρινής. ΄Οσο για τον ΄Οσιπ Μαξίμοβιτς, ήταν αρκετά ικανοποιημένος που είχε απαλλαγεί από τις συζυγικές του υποχρεώσεις -- ήταν η τέλεια βοήθεια για μια παρτίδα μπριτζ. ΄Οσο για τη Λίλη, η Λίλη ήταν γεννημένη για να φλερτάρει και ήξερε απολύτως πώς έπρεπε να χειριστεί το όλο ζήτημα: Η αγάπη περνούσε από πάνω της σαν χείμαρρος χρυσού που δεν άφηνε πίσω του ούτε ένα καπίκι.
Σκηνή VII
Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ παύει να φωτίζεται. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ και η ΛΙΛΗ παραμένουν μισοφωτισμένοι. Ακούγεται ένας χτύπος σε μια ξύλινη σανίδα και, με συνοδεία κατάλληλης μουσικής, αρχίζει η ταινία. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πηδάει κάτω από το βάθρο και αμέσως μπαίνει στη σκηνή (από τα δεξιά και από τα αριστερά της) μια μικρή ομάδα ηθοποιών και τεχνικών. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ τους δίνει ζωηρά οδηγίες, σε παντομίμα. ΄Οσο προχωρεί η ΤΑΙΝΙΑ, ενοχλείται όλο και περισσότερο από τις τεμπέλικες αντιδράσεις τους και από την αδυναμία τους να συλλάβουν τις προθέσεις του. Στο τέλος, το μισό χρόνο υποδύεται τον ίδιο του τον εαυτό και την υπόλοιπη ώρα τσακώνεται με τους άλλους.
Η ΛΙΛΗ σηκώνεται αργά από το βαθρο, σαν να ξυπνά από έναν αναπαυτικό υπνάκο, και κάνει την τουαλέτα της. Τη βλέπουμε σε κοστούμι μπαλαρίνας. Μόλις τελειώσει τις ετοιμασίες της, κάθεται ράθυμα, περιμένοντας την ατάκα της και παρακολουθώντας χαλαρά την εξέλιξη της ΤΑΙΝΙΑΣ.
Οι σκηνές της ΤΑΙΝΙΑΣ εναλλάσσονται γρήγορα, χωρίς διακοπή, εκτός από τα συνεχή παράπονα του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στους ηθοποιούς και τους τεχνικούς. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν διαφορετικές υποδείξεις, η δράση εκτυλίσσεται κάτω από ένα φως που τρεμοσβήνει, μιμούμενο την εικόνα των ταινιών του βωβού κινηματογράφου.
Ι. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, με καπαρντίνα, δέχεται τις επιπλήξεις της γυναίκας του, μιας μέγαιρας που φορά τσουκάλια και τηγάνια στη θέση της καρδιάς, και τις κοροϊδίες του ΦΙΛΟΥ του, που στη θέση της καρδιάς έχει τραπουλόχαρτα κι ένα μπουκάλι, ενώ τον απωθεί μια ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΠΟΡΝΗ, της οποίας προσπαθεί να ζωγραφίσει το πορτραίτο και της οποίας η καρδιά φαίνεται τελικά να είναι ένα σακκούλι κέρματα.
ΙΙ. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ τρέχει στο δρόμο και, βλέποντας μια αίθουσα κινηματογράφου, μπαίνει μέσα. Κατεβαίνει μια οθόνη και αρχίζει να προβάλλεται μια ταινία, όπου η ΛΙΛΗ υποδύεται μια μπαλαρίνα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ερωτεύεται αμέσως την εικόνα της και, μετά το τέλος της ταινίας, χειροκροτεί δυνατά τη λευκή οθόνη. (Αυτός είναι ο πρώτος ήχος που ακούγεται ηθελημένα στη σκηνή VII, εκτός από τη μουσική. Ταυτόχρονα, τα φώτα παύουν να τρεμοσβήνουν). Προς μεγάλη χαρά του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, η εικόνα εμφανίζεται ξανά και μέσα από την οθόνη βγαίνει η ίδια η ΛΙΛΗ. Φεύγουν μαζί (τα φώτα αρχίζουν πάλι να τρεμοσβήνουν), αλλά η ΛΙΛΗ ταράζεται από την κυκλοφορία του δρόμου. Γυρίζει πίσω, μπαίνει ξανά μέσα στην οθόνη κι εξαφανίζεται, αφήνοντας έναν απελπισμένο και σαστισμένο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ να στέκεται μπροστά στην άδεια οθόνη.
ΙΙΙ. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, παραληρώντας σχεδόν από πόνο, είναι κλινήρης.΄Ενας ΓΙΑΤΡΟΣ του γράφει φάρμακα και μια υπηρέτρια του τα φέρνει μέσα σε ένα τεράστιο μπουκάλι. Η ετικέτα του μπουκαλιού πέφτει στο δρόμο και η υπηρέτρια το τυλίγει με μια σκισμένη αφίσα της ΛΙΛΗ. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ απαιτεί να κρεμάσουν την αφίσα στον τοίχο του δωματίου του. Η ΛΙΛΗ βγαίνει ξανά μέσα από την αφίσα (τα φώτα παύουν να τρεμοσβήνουν) και ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πετάγεται με φόρα πάνω, θεραπευμένος. Χειρονομώντας υπερβολικά, περιγράφει την ευλογημένη ζωή που τους περιμένει στο μέλλον.
ΙV.΄Ενα εξοχικό σπίτι. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ προσπαθεί να ψυχαγωγήσει τη ΛΙΛΗ, δείχνοντάς της τις ομορφιές του δάσους και προσφέροντάς της ρούχα και μαργαριτάρια, αλλά αυτή εκδηλώνει έντονη επιθυμία για την οθόνη. Σκίζοντας ένα τραπεζομάντηλο, το καρφώνει στον τοίχο, παίρνοντας διάφορες πόζες και κάνοντας βηματάκια πέρα-δώθε. Ικετεύει το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ να της φέρει μια αληθινή οθόνη και αυτός φεύγει απρόθυμα.
V. Εμφανίζεται ξανά η ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΠΟΡΝΗ και από ζήλεια μαχαιρώνει τη ΛΙΛΗ. ΄Οταν επιστρέφει ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, βρίσκει μόνο την αφίσα της ΛΙΛΗ με ένα μαχαίρι καρφωμένο στη θέση της καρδιάς. Η τσιγγάνα προσπαθεί να τον φλερτάρει, αλλά αυτός τη διώχνει και προσπαθεί ν' αγκαλιάσει την αφίσα με τέτοιο τρόπο, ώστε να καρφωθεί κι αυτός απ' το μαχαίρι. Προσπαθεί πολλές φορές, ενώ ταυτόχρονα λογομαχεί με τους τεχνικούς, χωρίς όμως να μένει ικανοποιημένος.
Σκηνή VIII
Η δράση διακόπτεται από σειρήνες που ουρλιάζουν. ΄Ολη η σκηνή φωτίζεται από δυνατούς προβολείς. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ και οι άλλοι αναστατώνονται. Η ΛΙΛΗ εμφανίζεται ξανά φορώντας ρούχα για την πόλη. Είναι τρομαγμένη και ψάχνει να βρει το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ . Εμφανίζεται ένα πλήθος, όπου υπάρχουν ανακατεμένοι ΕΡΓΑΤΕΣ, ΝΑΥΤΙΚΟΙ και ΧΩΡΙΚΟΙ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Αρπάζοντας από το μπράτσο έναν εργάτη) Τί συμβαίνει; Τί τρέχει;
ΕΡΓΑΤΗΣ
- Κανείς δεν ξέρει. Λένε ότι είναι οι Γερμανοί που ήρθαν για να ξανανεβάσουν τον Τσάρο στο θρόνο.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί, οι Γερμανοί; Σαχλαμάρες! (Αρπάζει ένα ναύτη). Εσύ, για πες μου, τί συμβαίνει;
ΛΙΛΗ
- Βολόντια, φοβάμαι.
ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ
- (Πριν από τη φωνή, ακούγεται ένας χτύπος πάνω σε αμόνι). Ειρήνη! (Χτύπος). Γη! (Χτύπος). Ψωμί! (Χτύπος).
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Ενθουσιασμένος και αναστατωμένος ταυτόχρονα). Το άκουσες αυτό; Από πού έρχεται;
ΛΙΛΗ
- Δεν ξέρω, Βολόντια, ας γυρίσουμε πίσω...
Ακούγεται να κροταλίζουν πολυβόλα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πυροβολισμοί! Είναι από το Σμόλνυ!
ΛΙΛΗ
- Βολόντια!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ φεύγει προς την κατεύθενση των πυροβολισμών. Αποχωρίζεται τη ΛΙΛΗ. Στις επόμενες σκηνές, η ΛΙΛΗ περιπλανιέται τρομαγμένη και αβοήθητη στο κέντρο της σκηνής, ως αντίβαρο στα τεκταινόμενα.
Σμόλνυ. ΄Ενα πλήθος περιφέρεται στους δρόμους, άλλοι οπλισμένοι, άλλοι εξοπλίζοντας τον κόσμο. Υπάρχει μεγάλη οχλαγωγία. Κάποιος ουρλιάζει "Ζήτω ο Τσάρος!" και δέχεται την επίθεση των γύρω του. ΄Ενα τεράστιο ομοίωμα του ΡΑΣΠΟΥΤΙΝ περνά ανάμεσα στο πλήθος. Από το στόμα του ακούγεται ορθόδοξη λειτουργία. Ο κόσμος το μαχαιρώνει συνεχώς με ξιφολόγχες, το σηκώνει ψηλά και το πετάει μακριά, πέρα απ' τη σκηνή, φωνάζοντας "εεε-ο". Ακούγεται ένα διαπεραστικό σφύριγμα. Μπαίνει ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ, ντυμένος σαν ΚΟΜΙΣΑΡΙΟΣ, ενώ από πίσω του μπαίνουν ΦΟΥΡΝΑΡΗΔΕΣ που σπρώχνουν τεράστια καρβέλια ψωμί. Τα καρβέλια μοιράζονται στο πλήθος, προς μεγάλη ικανοποίηση όλων. Ακούγεται πάλι το σφύριγμα. Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ χτυπά παλαμάκια. Μπαίνουν οι ΠΟΤΟΠΟΙΟΙ, με τα χέρια τους γεμάτα μπουκάλια, που περιέχουν προφανώς ακριβά ποτά. Το πλήθος πίνει άπληστα κατευθείαν απ' τα μπουκάλια, ζητωκραυγάζοντας, πυροβολώντας στον αέρα κλπ. Καθώς το πλήθος γίνεται όλο και πιο μεθυσμένο και χαρούμενο, αφοπλίζεται αδιαμαρτύρητα από τους ΦΟΥΡΝΑΡΗΔΕΣ και τους ΠΟΤΟΠΟΙΟΥΣ, που βγάζουν τα ρούχα τους, αποκαλύπτοντας από μέσα στολές ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ και ΝΑΥΤΩΝ. Ακούγεται ξανά το σφύριγμα. Το πλήθος σπρώχνεται, ήρεμα αλλά σταθερά, προς τα πίσω. Ακούγεται ο ύμνος της Τρίτης Διεθνούς, αλλά η χορωδία επαναλαμβάνει συνέχεια το Dies Irae. Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ στέκεται προσοχή, εντελώς άκαμπτος. Μερικοί ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ που φορούν ακόμα σκούφους φούρναρη, τους βγάζουν αμέσως. Μπαίνει ένα ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ, με τα μέλη του να περπατάνε σε διπλό ζυγό, χτυπώντας τύμπανα. Σέρνουν δυο κούτσουρα ανεβασμένα πάνω σε ρόδες και δυο μεγάλα αχυρένια ομοιώματα, που παριστάνουν το ΝΙΚΟΛΑΟ και την ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ. Από πίσω, φτάνει ο ΔΗΜΙΟΣ, κρατώντας ένα τσεκούρι. Είναι ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. Τα κούτσουρα στήνονται στο κέντρο της σκηνής. Μόλις βλέπει τον ΤΣΑΡΟ και την ΤΣΑΡΙΝΑ, το πλήθος κραυγάζει, αλλά δεν είναι σαφές αν χαιρετά ή αποδοκιμάζει. Ακούγεται όμως μια κραυγή "Κάτω όλοι οι τύραννοι" και το πλήθος την επαναλαμβάνει. Τα αχυρένια ομοιώματα στήνονται όρθια μπροστά από τα κούτσουρα. Είναι δεμένα πισθάγκωνα.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- (Αρπάζοντας τον "Τσάρο" απ' τα γένια). Σύντροφε Νικόλαε, θέλεις να πεις κάτι πριν πεθάνεις; (Του τραβά τα γένια πέρα-δώθε). ΄Οχι; Καλώς. Οι υποθέσεις πρέπει πάντα να διεκπεραιώνονται γρήγορα. ΄Οταν δεν υπάρχει λύση, δεν υπάρχει λύση. (Πάει προς την "Τσαρίνα"). Συντρόφισσα Αλεξάνδρα, έχεις να πεις τίποτα πριν πεθάνεις; ΄Οχι, έχεις ήδη μιλήσει πολύ πριν. Προχωρήστε στην εκτέλεση! (Του φέρνουν ένα χαρτί τυλιγμένο σε ρολό). "Εν ονόματι του Λαού, του Κόμματος και του Σοβιετικού Κράτους, κα-κα-κα-κα-κα-κα-κα-κα-κα-κα, κηρύσσεστε ένοχοι απίστευτων εγκλημάτων, προδοσίων, αιρέσεων, ανισοτήτων και ούτω καθεξής, κα-κα-κα-κα-κα-κα, δια ταύτα καταδικάζεσθε πάραυτα στην τύχη που σας αξίζει". ΄Ετοιμοι... Τώρα!
Τυμπανοκρουσία. Το ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ στέκεται προσοχή. Ο "Τσάρος" και η "Τσαρίνα" πετάγονται πάνω στα δυο κούτσουρα. Η ΛΙΛΗ, που έχει αναμειχθεί με το πλήθος, βγάζει μια πνιγμένη κραυγή. Ο ΔΗΜΙΟΣ φορά μια μαύρη κουκούλα, κάνοντας το σταυρό του, όπως και πολύς κόσμος από το πλήθος που παρακολουθεί τη σκηνή. ΄Ενα μέρος του πλήθους προσπαθεί να προχωρήσει μπροστά, αλλά του φράζουν το δρόμο. Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ κάνει ένα βήμα μπροστά.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Νικόλαος Ρομανώφ!
Τυμπανοκρουσία. Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ αποκεφαλίζεται.
- Αλεξάνδρα Ρομανώφ!
Τυμπανοκρουσία. Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ αποκεφαλίζεται. Στη θέση των κεφαλιών τους εμφανίζονται αμέσως άλλα πανομιότυπα κεφάλια. Το καθένα απ' αυτά αποκεφαλίζεται με τη σειρά του, καθώς ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ διαβάζει ένα κατάλογο με τα ονόματα των τσάρων, από τους Ρομανώφ ώς το Μεγάλο Πέτρο.
- Αλέξανδρος Ρομανώφ Γ΄!
- Αλέξανδρος Ρομανώφ Β΄!
- Νικόλαος Ρομανώφ Α΄! (κλπ.)
Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ ανοίγει διάπλατα τα χέρια του τη στιγμή που κατρακυλάει στο πάτωμα το τελευταίο κεφάλι.
- Λαοί όλου του κόσμου, ενωθείτε! Δεν έχετε τίποτα να χάσετε εκτός από τις αλυσίδες σας!
Το πλήθος διασκορπίζεται. Τα κούτσουρα απομακρύνονται, αφήνοντας πίσω τα κεφάλια και τα πριονίδια να λερώνουν τη σκηνή. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ μπαίνει βιαστικά κουβαλώντας μια μικρή εξέδρα και ανεβαίνοντας πάνω της απευθύνεται στο κοινό.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Σύντροφοι! Ακούστε! Διαταγή υπ' αριθμόν 1, σχετικά με τον εκδημοκρατισμό των τεχνών! Σήμερα αρχίσαμε το μεγάλο έργο της ανθρώπινης απελευθέρωσης. Σήμερα σαρώσαμε τα τελευταία βρωμερά υπολείμματα του τσαρισμού. Σήμερα ξεκινάμε το μέλλον. Συνεπώς, εν ονόματι του μέλλοντος, κηρύσσω την κατάργηση όλων αυτών των τόπων όπου η ανθρώπινη διάνοια λιμοκτόνησε και στραγγαλίστηκε -- παλάτια, γκαλερί, σαλόνια, βιβλιοπωλεία, μουσεία, τους ύψιστους ναούς της αστικής τέχνης, τα μαυσωλεία της ανθρώπινης κουλτούρας. Σύντροφοι, θα ξεκινήσουμε το μέλλον εκ του μηδενός. Δεν θα υπάρχουν πια αριστουργήματα στις χρυσαφένιες τους κορνίζες! Αν χρειαστεί, θα κάψουμε το Ρέμπραντ, θ' απαγορεύσουμε το Ντοστογιέφσκι...
Καθώς μιλά ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, μπαίνουν από τα δυο άκρα της σκηνής δυο ΟΔΟΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ, που αρχίζουν σιωπηλά να καθαρίζουν τη σκηνή.
ΛΙΛΗ
- (Βγαίνει μέσα από τη σκιά). Βολόντια!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Λίλισκα! Τί κάνεις εδώ πέρα;
ΛΙΛΗ
- Τρόμαξα, χωριστήκαμε απότομα και σ' έχασα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τρόμαξες; Αυτό ήταν πικνίκ. Μόνο οι τύραννοι θα πρέπει να τρομάζουν σήμερα κι εσύ δεν είσαι τύραννος, έχεις απλά ένα μικρούλη σκλάβο...
ΛΙΛΗ
- ΄Εχω και κάτι άλλο. (Ανοίγει το παλτό της και αποκαλύπτει ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί και ένα μπουκάλι σαμπάνια).
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Κι εγώ το ίδιο. (Βγάζει κι αυτός ένα καρβέλι κι ένα μπουκάλι).
ΛΙΛΗ
- Ας φάμε για βράδι.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΣΚΙ και η ΛΙΛΗ βγαίνουν. Στη σκηνή παραμένουν οι ΟΔΟΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ. Τα φώτα σβήνουν.
Σκηνή I
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ εμφανίζεται σε μια μισοσκότεινη σκηνή. Φορά ακριβά ρούχα.
Ο Θεός έχει πορτοκάλια,
έχει κεράσια,
μήλα,
την άνοιξη μπορεί να φέρει
εφτά φορές τη μέρα...
Ποιος είμαι εγώ;
Δεν έχω έθνος,
τάξη
ούτε φυλή.
΄Εχω δει τον τριακοστό
και τον τεσσερακοστό αιώνα.
΄Εχω 'ρθει για να φυσήξω
στο καμίνι των ψυχών
γιατί ξέρω πόσο σκληρό είναι
να προσπαθείς να ζήσεις.
Ποτέ μου δεν ξανάδα τέτοιο φως!
Ο θεός έχει πορτοκάλια,
κεράσια,
μήλα,
την άνοιξη μπορεί να φέρει
εφτά φορές τη μέρα...
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ δαγκώνει ένα μήλο. Τα φώτα σβήνουν.
Σκηνή ΙΙ
Μια φουτουριστική πόλη. ΄Ενα έκθαμβο πλήθος σεργιανίζει στους δρόμους της. Ανάμεσα του υπάρχουν ενθουσιώδεις ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΕΣ που δείχνουν διάφορα σημεία της πόλης, αναφωνούν κλπ. Στον ουρανό προβάλλονται διάφορες φράσεις. Από ένα μεγάφωνο ακούγεται μια χαρούμενη, ενθαρρυντική φωνή να λέει στα ρωσικά: "Σύντροφοι! Από 'δω! Από 'κει! Μπροστά! Αριστερά! Δεξιά! Αριστερά!" Ωστόσο, το πλήθος συνεχίζει να σεργιανίζει στο δικό του ρυθμό.
Ακούγεται η φωνή του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ:
Οι πύλες ανοίγουν και μια πόλη αποκαλύπτεται.
Αλλά τι πόλη! Οι κρυσταλλόμορφες δομές
διάφανων εργοστασίων και πολυκατοικιών
πυργώνουν ως τον ουρανό. Τραίνα,
λεωφορεία, αυτοκίνητα τυλίγονται με
ουράνια τόξα. Στο κέντρο υπάρχει ένας κήπος
άστρων και φεγγαριών, στεφανωμένος από τη λαμπρή
κορώνα του ήλιου. Απ' τις βιτρίνες ξεπροβάλλουν
τα πιο θαυμαστά πράγματα, με το σφυροδρέπανο
στο κεφάλι τους. Προχωρούν προς την πύλη,
προσφέροντας ψωμί κι αλάτι...
Το πλήθος διασκορπίζεται ικανοποιημένο. Αρχίζει να πέφτει λίγο χιόνι, που πυκνώνει γρήγορα. Το φως πέφτει πάνω του, δημιουργώντας πολύχρωμα εφφέ. Ακούγεται ένα κουδούνισμα, σαν να κουνιούνται λεπτά κρύσταλλα στην πνοή του ανέμου. Οι ήχοι γίνονται σιγά-σιγά απόμακροι. Τα φώτα σβήνουν απότομα ένα-ένα με χαρακτηριστικό ήχο.
Σκηνή III
Στο κέντρο της σκηνής υπάρχει μια μεγάλη στρογγυλή σόμπα, που τροφοδοτείται τακτικά με ξύλα που της ρίχνουν οι ηθοποιοί. Η ΛΙΛΗ και ο ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ είναι αποσχολημένοι με το να ζωγραφίζουν, να κολλάνε και να κρεμάνε στους τοίχους προπαγανδιστικές αφίσες. Ο ΤΑΤΛΙΝ δείχνει τη μακέτα του πύργου του στον ΜΑΛΕΒΙΤΣ και τον ΡΟΝΤΣΕΝΚΟ, οι οποίοι κουβαλούν από ένα δικό τους σχέδιο. Ο ΑΣΕΓΙΕΦ, ο ΚΑΜΕΝΣΚΙ και ο ΣΚΛΟΦΣΚΙ συζητούν έντονα με τον ΟΣΙΑ, που κάθεται σ' ένα γραφείο εκδότη. Ο ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ στέκεται στην άκρη. Είναι ο μόνος που δεν κάνει τίποτα. Η σκηνή είναι γεμάτη από τυπογραφικές και λιθογραφικές πρέσες, κάδους, καβαλέτα κλπ. Στους τοίχους κρέμονται σε εξέχουσα θέση αφίσες του ΛΕΝΙΝ και του ΤΡΟΤΣΚΙ. Ακούγεται να δουλεύει ένα τηλέτυπο. Επικρατεί μεγάλος ενθουσιασμός και έντονη δραστηριότητα. ΄Ολοι κρυώνουν.
Μπαίνει ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ με τον ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ, κραδαίνοντας ένα μπουκάλι.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πληρωθήκαμε!
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Βολόντια! Το ξέραμε ότι θα τα κατάφερνες!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν τελείωσα. (Ακουμπάει το μπουκάλι). Ο μπαμπάς βρήκε αυτό που δεν μπορεί ν' αγοραστεί με λεφτά. (Βάζει με θεατρικότητα το χέρι του μέσα στο παλτό του και βγάζει ένα μικρό χοιρομέρι).
ΛΙΛΗ
- Είναι αληθινό;
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Θα βάλω τα κλάμματα.
ΜΑΛΕΒΙΤΣ
- Θεέ μου, Βολόντια, πού το βρήκες;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τα μυστήρια της Επανάστασης. Ρώτα τον ΄Οσια. Ξέρει παραπάνω από μένα.
ΟΣΙΑ
- Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάτε. Είναι ίσως ένα από τα κωλομέρια του Λουνατσάρσκι.
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Είναι το ωραιότερο πράγμα που έχω δει ποτέ μου.
ΤΑΤΛΙΝ
- Θεέ μου, θα συνεχίσουμε να μιλάμε γι' αυτό ή θα το φάμε;
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Είναι ήδη έτοιμο! Φέρτε πιάτα κι ας το κόψουμε σε φέτες.
ΛΙΛΗ
- Θα φέρω ψωμί.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Ανοίξτε μερικά μπουκάλια.
Βρίσκονται τα απαραίτητα για το φαγοπότι. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, προσέχοντας για πρώτη φορά τον ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ, σηκώνεται και πηγαίνει γρήγορα προς το μέρος του.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μπορίς, τι καλά που έκανες κι ήρθες... (Μιλούν παράμερα).
Οι ηθοποιοί τρώνε.
ΡΟΝΤΣΕΝΚΟ
- Νιώθω υπέροχα.
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- ΄Οπως το φανταζόμουν. ΄Ασπρο χοιρομέρι.
ΜΑΛΕΒΙΤΣ
- Δεν με νοιάζει αν είναι απ' τα χοιρομέρια του Διαβόλου.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Πού βρισκόμαστε, σ' εκκλησιαστικό σεμινάριο;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ωραία κηδεία κανόνισα εδώ πέρα!
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Ειρήνη της κοιλιάς.
ΟΣΙΑ
- Λίλη, άναψε το σαμοβάρι.
Αρχίζουν να δουλεύουν ξανά, αλλά σε αργούς ρυθμούς.
ΧΛΕΜΠΝΙΚΩΦ
- Βολόντια, πες τους για τα χρήματα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Ανοίγοντας ένα άλλο μπουκάλι). Λοιπόν, ξέρετε τι σόι μπάσταρδοι είναι. ΄Εχουν βάλει τον πιτσιρικά τον Φέντια να μας βρεί. ΄Υστερα, οι γραμματείς εξαφανίζονται στις τρύπες τους και όλοι οι άλλοι πάνε σε κάποια σύσκεψη. Ο ένας αντικαθιστά τον άλλο. ΄Ετσι, ο Βέλια κι εγώ εξηγούμε πολύ ευγενικά στους τέσσερες τοίχους ότι και οι καλλιτέχνες χρειάζονται να τρώνε, ότι ο Βλαντίμιρ Ιλίτς συμφωνεί απόλυτα πως οι καλλιτέχνες πρέπει να τρώνε και όχι να τρώγονται μεταξύ τους. ΄Υστερα, ξετυλίγουμε τις αφίσες και τις δείχνουμε στον κάθε τοίχο και εγώ λέω: "Τοίχε, να η αφίσα σου, γι' αυτό το λόγο δεν υπάρχουν οι τοίχοι;" Ξέρω ότι παρακολουθούν όλοι τους τη σκηνή, οι μπάσταρδοι, με τα μάτια τους κολλημένα στις κλειδαρότρυπες. Περιμένουν να φύγουμε, αλλά είναι έτοιμοι κιόλας να γελάσουν, γιατί οι καλλιτέχνες είναι διασκεδαστικοί. ΄Ετσι, λέω: "Βέλια, ξέρεις κάτι; Αυτοί οι τοίχοι έχουν μάτια. Κοίτα αυτό εδώ, είναι άσχημο, κατακόκκινο, αηδιαστικό, του πέφτουν οι βλεφαρίδες απ' το σκορβούτο. Δεν τρώει όπως πρέπει αυτό το μάτι". Και ο Βέλια λέει, "΄Εχεις δίκιο, Βολόντια, και για κοίτα εδώ ένα αυτί. Ούτε αυτό φαίνεται να είναι καλά, είναι εντελώς βουλωμένο". Κι έτσι συνεχίζουμε να εξερευνούμε, να ελέγχουμε τα πάντα από ανατομικής απόψεως. Βρίσκουμε αγκώνες και δάχτυλα ποδιών. ΄Υστερα, φτάνουμε σε πιο απόκρυφα μέρη του σώματος. Ξέρετε τη Μαρούσκα, με τα βυζιά και τον μεγάλο κώλο; Πέφτουμε εκστατικοί μπροστά της. Δεν λέω βέβαια ονόματα, δεν είμαστε χυδαίοι. Αλλά ξέρετε πόσο σεμνότυφοι είναι στο Ρόστα. Σε λίγο, οι γραμματείς ξετρυπώνουν από τις ποντικότρυπές τους και βγαίνει κι ο Ραντίσεφ λέγοντας, "Σύντροφε Μαγιακόφσκι, δεν μπορείς να κάνεις τόση φασαρία εδώ, βρίσκεσαι σε γραφείο". Κι εγώ βγάζω το καπέλο μου και λέω, "Χίλια συγγνώμη, σύντροφε Ραντίσεφ, νόμιζα ότι ήμουν κάπου αλλού. Αλλά η παρουσία σας μου επιβεβαιώνει το γεγονός ότι όντως πρόκειται για γραφείο". Αρχίζουμε λοιπόν να παζαρεύουμε, και ιδού -- ημέρα πληρωμής, παιδιά, ημέρα πληρωμής!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ξετυλίγει ένα μάτσο χαρτονομίσματα και δίνει στον καθένα το μερίδιό του.
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- Και τί νέα από το μέτωπο;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Εχω έναν ολόκληρο σωρό από ανακοινωθέντα. Ο Ντενίκιν υποχωρεί πάλι, η Εθνοφρουρά επελαύνει στην Κριμαία, τα κορόιδα οι ΄Αγγλοι έγιναν σουρωτήρι από τις σφαίρες...
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- ΄Οχι, όχι αυτό το μέτωπο. Είδες το Λουνατσάρσκι;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Αλλοτε τον βλέπω κι άλλοτε όχι.
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- ΄Αρα δεν τον είδες.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τον είδα, δεν τον είδα, τί σημασία έχει;
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Βολόντια, είναι σημαντικό να κρατήσουμε επαφή μαζί του.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν μ' αρέσει ν' ακουμπάω τους πάντες. Μερικοί δεν πλένονται.
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- Εσύ τί κάνεις, ΄Οσια;
ΟΣΙΑ
- Του υποβάλλω τα σέβη μου. Δεν μπορείς να γίνεσαι συνέχεια φορτικός. Ο κομισάριος είναι πολυάσχολος.
ΜΑΛΕΒΙΤΣ
- Το ίδιο κι αυτοί οι ψωνισμένοι με το προλεταριάτο. Τέχνη για τις μάζες, τέχνη του κώλου! Είδες το γράμμα του Σαγκάλ για τον Βιτέμπσκ;
ΟΣΙΑ
- (Ψύχραιμα). Το τυπώνουμε. Δεν κρύβουμε τα προβλήματά μας. Η Επανάσταση δεν γίνεται μέσα σε μια μέρα ούτε σε μια δεκαετία. ΄Ισως ούτε σ' έναν αιώνα. Δεν αλλάζει κανείς κοινωνικά συστήματα σαν ν' αλλάζει πουκάμισο.
ΜΑΛΕΒΙΤΣ
- Ναι, αλλά ακόμα και μεταξύ συντρόφων, εργατών του Κόμματος, μορφωμένων ανθρώπων "Σύντροφε, τι σημαίνει αυτό; Σύντροφε, τι σημαίνει εκείνο;" Πρέπει να παραδεχτείς ότι είναι αρκετά αποθαρρυντικό. Καλά ήταν όταν κάναμε περιοδείες στην επαρχία πριν από πεντ' έξι χρόνια και εντυπωσιάζαμε τους Φιλισταίους. Τώρα, όμως, είμαστε η Επανάσταση, η κυβέρνηση. Δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να είμαστε ο περίγελως όλων.
ΟΣΙΑ
- ΄Εχεις δίκιο. Κανείς δεν θέλει να γίνεται γελοίος. Αλλά για ποιους "μορφωμένος ανθρώπους" μιλάς; Ποιος τους μόρφωσε; Ποιο είναι το αντικείμενο της μόρφωσής τους; ΄Ολοι όσοι είμαστε εδώ μέσα, είμαστε προϊόντα της κουλτούρας της αστικής τάξης. Είμασταν προϊόντα της πριν από την Επανάσταση και, κατά μια έννοια, θα παραμείνουμε για πάντα πριν από την Επανάσταση. Αυτό είναι ένα απλό ιστορικό γεγονός. Το αντιπαλεύουμε, αλλά δεν παύει να είναι γεγονός. Και πόσους αιώνες αστικής κουλτούρας, πόσους αιώνες φεουδαρχίας έχουμε πίσω μας; Πίσω μας και μέσα μας! Δεν μπορούμε να κοιτάζουμε τους εαυτούς μας ή αυτούς που είναι σαν εμάς. Ο εχθρός έχει χιλιάδες χρόνια ζωής πίσω του, τόσα όσα και η ανθρωπότητα. Η Επανάσταση έχει λιγότερο από δυο χρόνια ζωής πίσω της. Τα παιδιά της είναι ακόμα βρέφη, μόλις έχουν αρχίσει να μιλούν. Αλλά αυτό που λένε θα μας ξαφνιάσει, θα μας σοκάρει, θα μας εκμηδενίσει, όπως κι εμείς σοκάρουμε κι εκμηδενίζουμε αυτούς στους οποίους μιλάμε. Θέλετε, λοιπόν, επαίνους; Γυρίστε στα σαλόνια! Πηγαίνετε να ζωγραφίζετε ραπανάκια!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μπράβο, ΄Οσια, μπράβο ! Σωστά μίλησες!
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- Ναι ωραία τα 'πες... Δεν θα 'πρεπε να κρύβεις ένα τέτοιο ταλέντο. Πες μου, όμως, πώς ξέρουμε ότι ώσπου να μεγαλώσει και να μας εκμηδενίσει αυτό το βρέφος, αυτός ο νέος σοβιετικός άνθρωπος, δεν θα μας εκμηδενίσουν πρώτα οι Φιλισταίοι;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Βίκτωρ, είναι προφανές ότι δεν τα πας καλά με το χοιρομέρι. Θα έπρεπε να τρως μόνο πατάτες.
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- ΄Ισως όχι, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς . ΄Ισως μια μικρή δυσπεψία να ξελαμπικάρει τον εγκέφαλο. Θα ήθελα, όμως, να μάθω, ΄Οσιπ Μαξίμοβιτς, τί είναι αυτή η εκμηδένιση για την οποία μιλάς;
ΟΣΙΑ
- Είσαι επαναστάτης, σύντροφε Σκλόφσκι. Ως προς αυτό τουλάχιστον, σου έχω μεγάλη εμπιστοσύνη. Μπορείς, σίγουρα, ν' αναλύσεις το νόημα των λόγων μου.
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- Ελάτε, τώρα, Βίκτωρ,΄Οσια, σταματήστε.
ΤΑΤΛΙΝ
- ΄Οχι, Ντέιβιντ, όχι. Ο Βίκτωρ έθεσε ένα ερώτημα και πρέπει να του δοθεί κάποια απάντηση. Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι πολύ σημαντικό για όλους τους ανθρώπους. Είναι αλήθεια, Βίκτωρ, ότι αρχίσαμε την εποχή του επιθανάτιου ρόγχου της παρακμής της αστικής τάξης και ότι η σχέση μας με το λαό ήταν στην ουσία αστική -- τι άλλο θα μπορούσε να ήταν; Αλλά, ήμασταν πρωτοπόροι και το ένστικτό μας ήταν σωστό -- να διαλύσουμε τις παλιές μορφές, να σπάσουμε τα παλιά καλούπια, ν' απελευθερώσουμε την τεχνολογία από τον έλεγχο της άρχουσας τάξης. ΄Αλλοι από μας ήταν μαρξιστές κι άλλοι όχι. Είχαμε, όμως, την Επανάσταση στο αίμα μας, τη νιώθαμε όπως τα πουλιά που νιώθουν την καταιγίδα. Και είμαστε ακόμα πρωτοπόροι, μόνο που το έργο μας είναι τώρα πολύ πιο σοβαρό. Το Κόμμα πραγματοποίησε την αλλαγή της οικονομικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Το έργο του είναι η άσκηση της πολιτικής και, σας διαβεβαιώνω, το έργο αυτό έχει πρωταρχική σημασία. Αλλά δεν περιλαμβάνει και δεν μπορεί να περιλαμβάνει τα πολιτιστικά, τα οποία είναι εξίσου σημαντικά. Ναι, κάναμε την Επανάσταση. Είμαστε στο μέλλον. Μας περιβάλλει, όμως, από παντού το παρελθόν. Κατοικούμε στα κτίριά του, φοράμε τα ρούχα του, τρώμε τα φαγητά του. Το παρελθόν παραμένει άθικτο, περιμένοντας να μας διεκδικήσει στην παραμικρή στιγμή αδυναμίας μας. Πώς είναι δυνατόν να χτίσουμε το μέλλον όταν ζούμε μέσα σ' ένα τάφο; Δεν πρέπει μόνο να δώσουμε νέα τέχνη στο λαό. Πρέπει να γκρεμίσουμε αυτά τα κτίρια, να πετάξουμε αυτά τα ασημένια κουτάλια και τις επίχρυσες κορνίζες, αυτά τα κειμήλια και τις εικόνες. Το κάθε τι που αγγίζουμε είναι μολυσμένο! Περπατώ τα βράδια στους δρόμους της Μόσχας σαν να διασχίζω θάλαμο νοσοκομείου, απορώντας που όλη αυτή η δυσοσμία βρίσκεται ακόμα εκεί. Στα όνειρά μου, όμως, βλέπω την πόλη μεταμορφωμένη, να είναι όλη από φως κι ατσάλι. Για όνομα του Θεού, Βίκτωρ, νομίζεις ότι για να ολοκληρωθεί μια επανάσταση αρκεί να γκρεμίσει κανείς κάποια αγάλματα;
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- Ωστόσο, σύντροφε Τατλίν, ο κόσμος είναι υποχρεωμένος να φάει από τα πιάτα που έχει. Και αν ένα πιάτο είναι βρώμικο, μπορείς κανείς πάντα να το πλύνεις. Αν ένα δωμάτιο είναι μολυσμένο, το απολυμαίνεις. Δεν χρειάζεται να σπάσεις το πιάτο ή να γκρεμίσεις το σπίτι. Η έλλειψη πορσελάνης στη Μόσχα είναι ήδη αρκετά μεγάλη.
ΤΑΤΛΙΝ
- Λοιπόν, αν θες να κάνεις αστεία μ' αυτά...
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- Μερικά αστεία είναι τόσο κακόγουστα, ώστε είναι σοβαρά. Δεν ντρέπομαι να τρώω σε βασιλικά πιάτα. Σε τελευταία ανάλυση, κάποιοι εργάτες τα έχουν φτιάξει.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ναι, και μπορείς μάλιστα και να κοιτάζεις το βασιλιά, γιατί τον έχει ζωγραφίσει ο Ρούμπενς. ΄Εχεις νοοτροπία συντηρητή μουσείου, Βίκτωρ. Θα έπρεπε να πας στο Παρίσι. ΄Εχουν πολλά μουσεία εκεί.
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- Ωχ, όλοι ξέρουμε την άποψή σου πάνω σ' αυτό το ζήτημα, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς. "Είναι καιρός / να ραντίσουμε τα μουσεία / με σφαίρες..." Είμαι βέβαιος ότι το Μουσείο Μαγιακόφσκι θα είναι κάτι αξιοθαύμαστο.
ΛΙΛΗ
- Είσαι άδικος, Βίκτωρ.
ΣΚΛΟΦΣΚΙ
- Είναι, φαίνεται, η μέρα μου να είμαι άδικος, Καλύτερα να πηγαίνω.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν πειράζει, Βίκτωρ. Θα έχω ένα μουσείο στο όνομά μου κι εσύ θα είσαι ο συντηρητής μου. Θα έχω μια μεγάλη προτομή κι εσύ θα της πηγαίνεις καθημερινά ένα ωραίο, ζουμερό χοιρομέρι. Γιατί θα πρέπει να τσακώνονται οι φίλοι μεταξύ τους; Ποτέ μου δεν μπόρεσα να το καταλάβω αυτό.
ΟΣΙΑ
- Σύντροφε Μπορίς, δεν μίλησες καθόλου τόση ώρα. Τί γνώμη έχεις για όλα αυτά;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ο Μπορίς δεν έχει γνώμη.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Δεν πειράζει. ΄Ολα αυτά, όμως, είναι λίγο αφηρημένα για μένα. Δεν καταφέρνω να σκεφτώ σε επίπεδο αιώνων. Μόλις που θυμάμαι αν έξω είναι άνοιξη, καλοκαίρι ή φθινόπωρο. Υπάρχει μια δόση αλήθειας σ' αυτά που λέει ο καθένας σας. Αλλά, αλήθεια υπήρχε και πριν από την Επανάσταση. Βέβαια, κανείς δεν θέλει να επιστρέψει στο παρελθόν. Δεν εφεύραμε, όμως, την αλήθεια. Η αλήθεια υπήρχε ανέκαθεν, έτσι δεν είναι; Την έχουν δει κι άλλοι εκτός από μας.
ΟΣΙΑ
- (΄Ηρεμα, αλλά κοφτά). ΄Εχεις δίκιο, σύντροφε Μπορίς. Δεν εφεύραμε την αλήθεια. Ωστόσο, την υλοποιήσαμε.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Καθαρίζοντας δυνατά τον λαιμό του) Λοιπόν, φτάνουν οι λογομαχίες. Είναι ώρα να ξαναπιάσουμε δουλειά. Πρέπει να παραδώσω αύριο στίχους για τον Ντενίκιν και ο Μπορίς -- ο Μπορίς έχει κι αυτός να γράψει τα δικά του ποιήματα. Θα ξανάρθεις να μας επισκεφτείς, έτσι δεν είναι;
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- ΄Ισως, μια μέρα με λιγότερο αέρα. Ζαλίζεται κανείς σ' αυτό το υψόμετρο. ΄Εχεις την εντύπωση ότι θα δεις να κατρακυλάνε από παντού κεφάλια, σαν λάχανα.
ΟΣΙΑ
- Αν δεν αρέσουν τα λάχανα στο σύντροφο Μπορίς, ίσως να μπορέσουμε να έχουμε χαβιάρι την επόμενη φορά.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Προς τον Παστερνάκ). Συγχώρεσέ τον.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Μπρασάι (βγαίνει).
Οι ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ξαναπιάνουν δουλειά σιωπηλά. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ανασκουμπώνεται, αλλά παραμένει ακίνητος ανάμεσα τους. Από κάπου ακούγεται μια χορωδία να τραγουδάει το "Εμείς, οι φουτουριστές", αλλά σωπαίνει αμέσως. Τα φώτα σβήνουν.
Ιντερλούδιο
Προβολή ταινίας με τα γεγονότα του 1920-21: Η ήττα των Λευκορώσων και η οπισθοχώρηση των συμμάχων. Η εξέγερση της Κροστάνδης. Ο λιμός. Η αρχή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ). Σκηνές από τη ζωή κάτω από το παλιό καθεστώς, από το έργο του Αϊζενστάιν "Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο". Μουσική. Διάρκεια: Δύο περίπου λεπτά.

Σκηνή IV
Ο προβολέας φωτίζει τον ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ να στέκεται σε μια άδεια σκηνή. Φορά κοστούμι με γιλέκο και κάθεται σ' ένα σκαμνί. Τα παπούτσια του είναι καλογυαλισμένα.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ / ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- Ανατόλι Λουνατσάρσκι, Κομισάριος Διαφωτισμού. Πομπώδης τίτλος. Αλλά, σε επαναστατικούς καιρούς, πρέπει να ζωγραφίζει κανείς με μεγάλες πινελιές. Πρέπει να μπαίνει κανείς στην ουσία. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να ειπωθούν γρήγορα και δεν μπορεί κανείς να είναι πάντα... λεπτολόγος. ΄Υστερα, και οι καλλιτέχνες έχουν ανάγκη από χαϊδολόγημα. Χρειαζόμαστε τα λαμπερά τους χρώματα, αλλά μερικές φορές πρέπει να καθοδηγούμε το περίγραμμά τους. (Ανάβει ένα πούρο). Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση του Μαγιακόφσκι . Είναι πολύ ταλαντούχος, ξέρεις. Δεν αποκλείεται να είναι ιδιοφυΐα. Σημαίνει πολλά για μας. Αλλά ανησυχώ και γι' αυτόν, για το πού στρέφει το ταλέντο του. Παρατηρεί κανείς μια κάποια έλλειψη... ουσίας στα κοινωνικά του ποιήματα, σαν να φοβάται το συγκεκριμένο, το ειδικό, και να αναζητά καταφύγιο στα μεγάλα και ηχηρά σύμβολα. ΄Ισως αυτό να οφείλεται στο ότι, παρόλο που ο Μαγιακόφσκι μας έχει αγκαλιάσει, δεν μας έχει πλησιάσει πολύ. Σαν μια πόλη που φαίνεται από μακριά κολοσσιαία, μέσα στη γαλαζωπή ομίχλη, χωρίς να διακρίνονται όμως τα σπίτια, οι δρόμοι και οι κάτοικοί της -- έτσι ακριβώς πλησίασε ο Μαγιακόφσκι την πόλη της Επανάστασης, βλέποντάς την, καλωσορίζοντάς την, χειροκροτώντας την, αλλά χωρίς να περπατήσει ποτέ στους δρόμους της. (Παύση). Στην πραγματικότητα, ο Μαγιακόφσκι με αποσχολεί πολύ. ΄Ενα εκπληκτικό ταλέντο, αναμφίβολα. Ωστόσο, μέσα στις νέες μορφές που μας εντυπωσιάζουν, κρύβει κάποιες πολύ παλιομοδίτικες σκέψεις. ΄Εχω συζητήσει το θέμα αυτό και με τον Βλαντίμιρ Ιλίτς. Συμφωνεί απολύτως μαζί μου, ναι, απολύτως... Και έπειτα, είναι το θέμα της εφηβείας του Μαγιακόφσκι, που, σε τελευταία ανάλυση, έχει κρατήσει πάρα πολύ. Ναι, είναι άτομο που χρειάζεται ειδική καθοδήγηση.
Σκηνή V
΄Ενα τεράστιο λάβαρο με το πρόσωπο του ΛΕΝΙΝ κρέμεται από ψηλά. Μπροστά του, είναι μια υπαίθρια αγορά, όπου πουλιούνται διάφορα προϊόντα. Το εμπόριο ανθεί, όπως και η μαύρη αγορά.
Τρεις ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΝΕΠ προχωρούν μπροστά. Φοράνε βαριά ρούχα και από ένα κόκκινο περιβραχιόνιο.
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΝΕΠ
(Στο ρυθμό του Χορού του Αγωγιάτη του "Καρυοθραύστη")
Είμαστε οι άνθρωποι της ΝΕΠ -- της ΝΕΠ!
Με το σοσιαλισμό συνοδοιπορούμε -- συνοδοιπορούμε!
Ο σύντροφος Λένιν λέει πως το πλάνο μας
θα φτιάξει το σοβιετικό άνθρωπο.
Είμαστε οι άνθρωποί του, είναι ο άνθρωπός μας
΄Ανθρωποι της ΝΕΠ!
Ο σοσιαλισμός είναι το παιγνίδι μας, το παιγνίδι μας
Είναι η ίδια παλιά λοβιτούρα
με άλλο όμως όνομα
΄Εχουμε οτιδήποτε θα μπορούσατε να θέλετε
Το μόνο που χρειάζεστε είναι τα φράγκα χα-χα-χα-χα
Ζιμπελίνες και δαντέλες, παπάδες να ευλογούν
Αραβικές φοράδες απ' τους στάβλους του ίδιου του Τσάρου
΄Ολα εξαρτώνται απ' το ποιόν γνωρίζετε
΄Ολα εξαρτώνται, εξαρτώνται, εξαρτώνται
΄Ολα εξαρτώνται απ' το ποιόν γνωρίζετε! (από την αρχή)
Καθώς οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΝΕΠ παρελαύνουν, η σκηνή γεμίζει από ακροβάτες, άτομα που καταπίνουν φωτιές κλπ. Η εορταστική ατμόσφαιρα αταματά απότομα από τον ήχο μιας καμπάνας. Ακούγεται ένας γενικός θρήνος, ο κόσμος σκίζει τα ρούχα του κλπ. Οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΝΕΠ γυρίζουν με επισημότητα απ' την άλλη μεριά τα περιβραχιόνιά τους, τα οποία είναι τώρα μαύρα. Εμφανίζονται ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ. Οι πωλητές αποσυναρμολογούν βιαστικά τους πάγκους τους. Κατατίθενται στεφάνια, ρίχνονται λουλούδια. Ακούγεται πένθιμή μουσική. Μόλις αρχίζει η μουσική, το λάβαρο τυλίγεται αργά προς τα πάνω. Βγαίνουν όλοι. Μπαίνουν οι δυο ΟΔΟΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ της Πράξης Ι και καθαρίζουν τη σκηνή. Η πένθιμη μουσική καταλήγει σε μια φάλτσα νότα, τη στιγμή που το λάβαρο εξαφανίζεται προς την οροφή της σκηνής.
Σκηνή VI
Το διαμέρισμα των ΜΠΡΙΚ. Είναι ολοφάνερο ότι ευημερούν. Η επίπλωση είναι καλής ποιότητας και τα ντουλάπια είναι γεμάτα τρόφιμα. Υπάρχει ένας φωνογράφος που παίζει ένα φοξ-τροτ. Είναι αργά το απόγευμα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ είναι μισοξαπλωμένος στον καναπέ, με πουκάμισο και σακάκι.Το κεφάλι του είναι ξυρισμένο. Η ΑΝΟΥΣΚΑ, η υπηρέτρια των ΜΠΡΙΚ, αρχίζει τις ετοιμασίες για τη βραδινή γιορτή. Φέρνει ένα δίσκο με κρύα κεφτεδάκια. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ παίρνει ένα και το τρώει.
ΑΝΟΥΣΚΑ
- Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Την αρπάζει παιγνιδιάρικα). Κι εσύ; Πολυαγαπημένη Ανούσκα!
Σηκώνεται όρθιος, χορεύει αδέξια στο ρυθμό της μουσικής. Μπαίνει η ΛΙΛΗ ανήσυχη.
ΛΙΛΗ
- Χορεύεις σαν αρκούδα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν τα 'μαθες; Είμαι αρκούδα. Πιάσε την πατούσα μου. (Την πλησιάζει). Τίποτα, καθόλου; (Η ΛΙΛΗ ανασηκώνει τους ώμους θυμωμένα. Της λέει πικρόχολα). Πρέπει να συγχωρείς τις αρκούδες. Προσπαθούν πάντα να πλησιάσουν το μέλι.
ΛΙΛΗ
- Πού είναι ο ΄Οσια; Τηλεφώνησες στον τυπογράφο;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Κλείνοντας το φωνογράφο). Σωστά, ας αλλάξουμε θέμα. Οτιδήποτε εκτός... (Παύση) Λοιπόν... τί κάνει ο σύντροφος Τόμπινσον; Πάει καλύτερα, ελπίζω...
ΛΙΛΗ
- Βολόντια...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Γιατί να μην πηγαίνει καλύτερα, όταν έχει έναν άγγελο να τον προσέχει στο πλευρό του; Συγγνώμη, το ξέχασα... ΄Αλλο απογορευμένο θέμα. Για τί πράγμα μπορούμε να μιλήσουμε; Οι αρκούδες είναι τόσο αδέξιες.
Πέφτει μακρά σιωπή. Η ΛΙΛΗ προσπαθεί να φανεί απασχολημένη με κάτι καθαρίζοντας το δωμάτιο. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ξαπλώνει στον καναπέ.
Το σύμπαν κοιμάται.
Κατάστικτο απ' τα τσιμπούρια των άστρων,
το πελώριο αυτί του
ακουμπάει στο ένα του πόδι.
(Παύση).
Είναι τόση απόλυτη η ησυχία
που μπορώ ν' ακούσω το σφυγμό
μιας μυγοπαγίδας,
όμως τι είναι μια μύγα --
τίποτα.
Μ' αυτά
τα τηλεσκοπικά αυτιά
μπορώ ν' ακούσω
τις κοσμικές μυλόπετρες
ν' αλέθουνε τον ήχο τους...
ν' αλέθουνε, ν' αλέθουνε τον ήχο τους.
ΛΙΛΗ
- Βολόντια, ίσως θα έπρεπε να χωρίσουμε ξανά.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Καλύπτοντας τα μάτια του). Λυπάμαι αν σε προσβάλλουν οι στίχοι μου. Μήπως προτιμάς ν' ακούσεις λίγο Πούσκιν;
ΛΙΛΗ
- Βολόντια, μιλάω σοβαρά.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ανασηκώνεται και κοιτάζει τη ΛΙΛΗ. Η ΛΙΛΗ κάθεται σε μια καρέκλα. Η ΑΝΟΥΣΚΑ μπαίνει πάλι κρατώντας ένα δίσκο.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ανούσκα, μπορείς να μου φέρεις το ξυράφι μου, σε παρακαλώ; Το αγγλικό. Η Λίλη Γιούρεβνα θέλει να με ξυρίσει.
Η Ανούσκα σταματάει, μπερδεμένη.
ΛΙΛΗ
- Μη δίνεις σημασία, Ανούσκα. Ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς αστειεύεται.
Η ΑΝΟΥΣΚΑ παρατηρεί ότι το δωμάτιο έχει σκοτεινιάσει και ανάβει το φως. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ γυρίζει την πλάτη του στο κοινό. Χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας. Μπαίνει ο ΟΣΙΑ, φωρτωμένος με δέματα.
ΛΙΛΗ
- Τα πήρες;
ΟΣΙΑ
- Εδώ είναι.
Μαζεύονται όλοι γύρω του, ανοίγοντας τα δέματα που έχουν τα αντίτυπα του πρώτου τεύχους του "Αριστερού Μετώπου της Τέχνης".
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Κρατώντας ένα αντίτυπο). Είναι πανέμορφο, ΄Οσια. Χοντρό! Θα γίνει πολύ καλή μυγοσκοτώστρα.
ΛΙΛΗ
- Ας δούμε το ποίημα σου, Βολόντια.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά). Καλύτερα να το δούμε παρά να το ακούσουμε. (Δίνει στη ΛΙΛΗ το αντίτυπό του και παίρνει ένα άλλο από το σωρό). ΄Εχει ως και Παστερνάκ. Είναι καλό, ΄Οσια, είναι το καλύτερο πράγμα που έχουμε κάνει ώς τώρα. Θα το διαβάζουν μέσα από κάποια βιτρίνα τον 30ό αιώνα, σαν τη Μάγκνα Κάρτα. "Εδώ, σύντροφοι, ξεκίνησε η κομμουνιστική τέχνη!"
ΛΙΛΗ
- Πού είναι οι υπόλοιποι;
ΟΣΙΑ
- ΄Ερχονται. Είναι έτοιμη η Ανούσκα;
ΛΙΛΗ
- Σχεδόν. Ανούσκα!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Περίμενε. Ας πιούμε λίγο πρώτα. Να τιμήσουμε τους εαυτούς μας. (Γεμίζει τέσσερα ποτήρια, ένα απ' αυτά είναι για την ΑΝΟΥΣΚΑ, που μπαίνει εκείνη τη στιγμή). ΄Οχι, Ανούσκα πιές! Πιές μαζί μας! (Η ΑΝΟΥΣΚΑ δέχεται ντροπαλά ένα ποτήρι). Σ' αυτή τη... λαμπρή στιγμή. (Διστάζει). Ναι, σ' αυτή τη στιγμή και στους τρεις, τέσσερίς μας. Την οικογένειά μου. (Κλαίει, αγκαλιάζει τον ΟΣΙΑ). Συγγνώμη, ΄Οσια. Σ' αγαπώ πάρα πολύ. Πάρα πολύ. (Προσπαθώντας να συνέλθει). Εσύ, εσύ ο μεγαλοφυής! (Αγκαλιάζει άγρια τον ΟΣΙΑ).
ΟΣΙΑ
- Θα τελειώσουμε την πρόποσή μας;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ναι, ας την τελειώσουμε!
ΟΣΙΑ
- (Κοιτώντας γρήγορα τη ΛΙΛΗ και μετά τον ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ). Σ' αυτή τη στιγμή, που γεννήθηκε το "Αριστερό Μέτωπο της Τέχνης". Στους συναδέλφους μας. Στο Κόμμα. Στους αναγνώστες μας -- μακάρι να είναι πολυάριθμοι.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μην ξεχνάς τους ιμπεριαλιστές.
ΟΣΙΑ
- Στους ιμπεριαλιστές -- μακάρι να τους κατατροπώσουμε.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Και στους Φιλισταίους.
ΟΣΙΑ
Και στους Φιλισταίους. Μακάρι... μακάρι...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ω, όχι μπροστά στην Ανούσκα.
Σταματούν, γελώντας.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Και νυέ μπιτ!
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ
- Νυέ μπιτ! Νυέ μπιτ! (Γέλια).
Ακούγεται το κουδούνι της εξώπορτας. Μπαίνουν οι ΑΣΕΓΙΕΦ, ΚΟΡΤΚΩΦ, ΚΑΜΕΝΣΚΙ και ΡΟΝΤΤΣΕΝΚΟ.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Το 'χεις, ΄Οσιπ Μαξίμοβιτς;
ΟΣΙΑ
- Εδώ είναι. Ελάτε, ελάτε.
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- (Κρατώντας ψηλά το περιοδικό). Α, είναι ωραίο. Ωραίο!
ΟΣΙΑ
- Γνωρίζεις το σύντροφο Γκορτκώφ;
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Μόλις μπήκαμε μέσα μαζί.
ΟΣΙΑ
- Βάσια, Κόλια, Αλεξέι, ο Σίριλ Φεόντοροβιτς. Καλός φίλος και πολλά υποσχόμενος συγγραφέας.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- (Χτυπώντας τα τακούνια του σε στάση προσοχής). Χαίρω πολύ. ΄Οσιπ Μαξίμοβιτς, μήπως μπορείτε, ε...
ΟΣΙΑ
- Από 'δω.
Ο ΓΚΟΡΤΚΩΦ βγαίνει... Εμφανίζεται πάλι λίγο αργότερα με ένα ποτήρι στο χέρι και περνά χαμογελώντας ανάμεσα απ' τους καλεσμένους, υποκλινόμενος ελαφρά στον καθένα τους.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Μα, ΄Οσια...
ΟΣΙΑ
- Είναι φίλος. Είναι καλό για μας να έχουμε φίλους. ΄Εχουμε κι εχθρούς.
Μπαίνει ο ΤΣΟΥΖΑΚ και κάθε λίγο μπαίνουν διάφοροι άνθρωποι των γραμμάτων από άλλα στρατόπεδα, συνοδευόμενοι από τις γυναίκες τους. Σε λίγο, το διαμέρισμα είναι γεμάτο. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ χάνεται παίζοντας το ρόλο του οικοδεσπότη, αλλά πότε-πότε ρίχνει μια ματιά προς τη ΛΙΛΗ, που είναι εξίσου απασχολημένη. Βλέπει τον ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ, που έχει μπει μέσα απαρατήρητος.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Καλωσόρισες, Μπορίς. Πώς τα πας;
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Καλά, εσύ;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πολύ αποσχολημένος.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Ναι, το ξέρω.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Μετά από μια αμήχανη σιωπή). Κόντυνες.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Πάχυνες.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ο καθένας σύμφωνα με το ταλέντο του.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Συγχαρητήρια για το τελευταίο σου ποίημα. Συγκινήθηκα που μου έστειλες ένα αντίτυπο. (Παύση). Μακάρι να έγραφες περισσότερα τέτοια ποιήματα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Χαίρομαι που σου άρεσε. Δεν άρεσε σε όλους εδώ μέσα.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Και τί πειράζει; ΄Εχεις προσελκύσει ένα ευρύτατο κοινό.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Εχω προσελκύσει εσένα. Τα υπόλοιπα είναι απλώς ζεστασιά για το κορμί μου.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- (Σκουντώντας τους). Ω, σας ζητώ ταπεινά συγγνώμη... (Χαμογελώντας στον Μαγιακόφσκι). ΄Εχουμε συστηθεί; Γκορτκώφ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μαγιακόφσκι.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Ναι, φυσικά. σύντροφε Μαγιακόφσκι. (Χαμογελά, κοιτώντας ερωτηματικά τον Παστερνάκ).
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Παστερνάκ.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Τιμή μου. Σου αρέσει κι εσένα η ποίηση, σύντροφε;
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Διαβάζω λίγο στον ελεύθερο χρόνο μου.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Χα, χα. ΄Ενα αστειάκι έκανα, σύντροφε Παστερνάκ. ΄Ολοι ξέρουν ότι διαβάζεις λίγο στον ελεύθερο χρόνο σου.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Κι εσύ, σύντροφε;
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Γκορτκώφ. (Επαναλαμβάνει με αυταρέσκεια). Γκορτκώφ.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Γκορτκώφ. Διαβάζεις ποίηση;
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Ναι, λίγο. Για επαγγελματικούς λόγους και για προσωπική μου ευχαρίστηση.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Τί διαβάζεις για την προσωπική σου ευχαρίστηση;
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Πούσκιν. Πάντα.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Και για επαγγελματικούς λόγους;
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- ΄Ολους τους άλλους.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Είσαι κριτικός, επομένως.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Κατά κάποιο τρόπο.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Συγγνώμη, αλλά δεν έχω δει πουθενά το όνομα σου.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Γράφω μόνο σε άσημα περιοδικά. Κείμενα ανυπόγραφα.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Κρίμα. Είμαι σίγουρος ότι οι απόψεις σου θα άξιζαν να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Ω, μα θα γίνουν. Ετοιμάζω μια οριστική ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Οριστική; Μπορείς να ορίσεις κι αυτά που δεν έχουν ακόμα γραφτεί;
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Νομίζω ότι γι' αυτό το λόγο είμαστε εδώ. Εναποθέτω πολλές ελπίδες στο "Αριστερό Μέτωπο της Τέχνης".
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Κι εσύ, Μαγιακόφσκι, τις συμμερίζεσαι αυτές τις ελπίδες;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Βαθιά αμήχανος). Η ελπίδα μου εναποτίθεται στην Επανάσταση.
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Και αυτό εδώ είναι η Επανάσταση;
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Χάρηκα για τη γνωριμία.
Μια λογομαχία που είχε ήδη ξεκινήσει μεταξύ του ΤΣΟΥΖΑΚ και του ΑΣΕΓΙΕΦ ακούγεται πλέον καθαρά.
ΤΣΟΥΖΑΚ
- Υπερίσχυσε ο Μπρικ. Η απόφασή του καθορίστηκε από την επιθυμία του να παραμείνει πιστός στους φίλους του. Το ποίημα του Μαγιακόφσκι δεν έπρεπε να δημοσιευθεί στο "ΑΜΤ".
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Αστειεύεσαι; Είναι εξαιρετικό. Μας τιμά όλους.
ΤΣΟΥΖΑΚ
- Νιώσε τιμημένος, αν θες. Είναι ηττοπαθές, ατομικιστικό, αντιδραστικό.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Είναι έργο ιδιοφυΐας.
ΤΣΟΥΖΑΚ
- Και ο Ντοστογιέφσκι είναι ιδιοφυία. Αλλά σε τί μας χρησιμεύει πια;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ακούω να επικαλείσθε το όνομά μου επί ματαίω;
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Εσύ κι ο Ντοστογιέφσκι μόλις υποβιβαστήκατε μαζί στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Αδύνατον. Το πετρέλαιο δεν αναμειγνύεται με το λιβάνι.
ΟΣΙΑ
- Τσουζάκ, δεν είναι η στιγμή για μια τέτοια συζήτηση.
ΤΣΟΥΖΑΚ
- Τουναντίον. Νομίζω ότι θα έπρεπε να συζητήσουμε αυτό το θέμα ενώπιον όλων των συντρόφων. Αφορά όλη τη διοίκηση του "ΑΜΤ". Ο Μαγιακόφσκι λέει ότι δεν θέλει ν' ανακατέψει το πετρέλαιο με το λιβάνι. Συμφωνώ. Το ποίημά του δεν ανήκει στο περιοδικό. ΄Ερχεται σε πλήρη αντίθεση με όλα όσα λέμε ότι κάνουμε.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Μα δεν μπορείς να αρνηθείς ότι πρόκειται για έργο τέχνης. Ως καθαρή ποίηση...
ΤΣΟΥΖΑΚ
- Καθαρή ποίηση! Και τί σημαίνει αυτό, σε παρακαλώ; Ομοιοκαταληξία; Μέτρο; Δύναμη; Η ποίηση, όπως οτιδήποτε άλλο εξ άλλου, είναι περιεχόμενο. Απ' αυτή την άποψη, δεν διαφέρει από ένα δημοσιογραφικό άρθρο ή μια αφίσα του δρόμου. Το περιεχόμενό της είτε προωθεί την Επανάσταση είτε δεν την προωθεί. Δεν μπορείς, όμως, να στήνεις ένα πτώμα πάνω σε όμορφα ρητορικά σχήματα και να λες, "Α όχι, μην το ακουμπάτε, είναι ιερό, είναι καθαρή ποίηση..."
ΟΣΙΑ
- Σύντροφε Νικολάι, θα έχεις να εκφράσεις τις απόψεις σου στο επόμενο τεύχος, σε διαβεβαιώ. Σου εγγυώμαι ότι θα έχεις όσο χώρο χρειαστείς.
ΤΣΟΥΖΑΚ
- Δεν μ' εκπλήσσει αυτή η εκδήλωση δικαιοσύνης εκ μέρους σου, ΄Οσιπ Μαξίμοβιτς. Αλλά αυτό δεν θα διορθώσει τη ζημιά που έκανες με το να μη συμβουλευθείς όλα τα μέλη της συντακτικής επιτροπής πριν τυπώσεις ένα ειλικρινά αμφισβητούμενο υλικό. Το λανσάρισμα του περιοδικού δεν θα διευκολυνθεί αν τα δυο πρώτα τεύχη διαδίδουν τις εσωτερικές μας διαφωνίες. Θα ήταν πολύ καλύτερα αν είχαμε εκ των προτέρων μια πολιτική γραμμή.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Ελα τώρα, σύντροφε Τσουζάκ, τί είναι αυτά τα πράγματα; Ξέρεις πόσο πολύ σ' εκτιμώ. Γι' αυτό δεν σ' έχω ακόμα πετάξει απ' το παράθυρο. Δεν μπορείς να συγχωρέσεις αυτό το φοβερό αμάρτημα του συντρόφου Μπρικ, τουλάχιστον για απόψε; Ποιος ξέρει; Αν μεθύσεις αρκετά, ίσως και να βρεις μερικά ελαφρώς λυτρωτικά στοιχεία στο φτωχό μου δημιούργημα.
Μπαίνει ο Λουνατσάρσκι. Γίνεται αμέσως το επίκεντρο της προσοχής.
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- Με συγχωρείτε, φίλοι μου, που άργησα.
ΟΣΙΑ
- Σύντροφε Λουνατσάρσκι, καλωσόρισες στη μικρή μας σύναξη. Η παρουσία σου μας τιμά.
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- ΄Οσιπ Μαξίμοβιτς, Λίλη Γιούρεβνα, γοητευτική όπως πάντα. Και ο ποιητής μας. Α, Παστερνάκ, είσαι κι εσύ εδώ.
ΛΙΛΗ
- Δώσ' το μου αυτό. (Παίρνει το παλτό του ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ. Της κάνει νόημα να το αφήσει κάπου κοντά του).
ΟΣΙΑ
- ΄Ελα από 'δω, σε παρακαλώ, προς το σαμοβάρι. Γνωρίζεις, φυσικά, το Ροντσένκο, τον Ασέγιεφ και τον Κάμενσκι. Ο σύντροφος Τσουζάκ.
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- (Γνέφοντας φιλικά, παίρνει ένα αντίτυπο του "Αριστερού Μετώπου της Τέχνης").΄Ωστε βγήκε. Ε, λοιπόν, είμαι σίγουρος ότι πρέπει να νιώθετε περήφανοι. ΄Ολες μου τις ευχές. (Υψώνει το ποτήρι του).
ΟΣΙΑ
- Είσαι πολύ μετριόφρων, σύντροφε. Χωρίς τη βοήθειά σου...
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- Α, υπάρχω μόνο για να υπηρετώ τους άλλους.
ΟΣΙΑ
- Μια πρόποση...
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- ΄Οχι, όχι, πρέπει να φύγω.
ΛΙΛΗ
- Αποκλείεται να μας αφήσεις να φανούμε τόσο άξεστοι. Βολόντια, κάνε εσύ την πρόποση.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Συνοφρυώνεται, μένει για λίγο σιωπηλος). Στην ενότητα της Επανάστασης.
Πίνουν όλοι.
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- Σωστή πρόποση, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς.
ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ
- (Σοβαρός). Στην υγειά σου, σύντροφε.
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- Στην υγειά σου.
Πίνουν. Ο Λουνατσάρσκι παίρνει το παλτό του.
ΛΙΛΗ
- Πρέπει πράγματι να φύγεις τόσο γρήγορα;
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- Δυστυχώς. Αλλά, σας παρακαλώ, συνεχίστε χωρίς εμένα.
ΟΣΙΑ
- ΄Ηταν τιμή μας.
ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ
- Χάρηκα πολύ. Αντίο. (Βλέπει τον ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ που ετοιμάζεται ήσυχα να φύγει). Να σε πετάξω κάπου, Παστερνάκ;
ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
- Ευχαριστώ, δεν έχω να περπατήσω πολύ.
Ο ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ φεύγει μαζί με το ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Αυτό ήταν πάρα πολύ καλό, ΄Οσια. Είμαι σίγουρος ότι ώς αύριο το πρωΐ θα το ξέρει όλη η Μόσχα. Πώς τα κατάφερες;
ΟΣΙΑ
- Μας έχει ανάγκη κι αυτός. ΄Εχει σημασία γι' αυτόν να πετύχουμε.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
Η γιορτή συνεχίζεται, τονωμένη από την επίσκεψη του ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ. Η ΛΙΛΗ ζωηρεύει και σε λίγο βρίσκεται περιτριγυρισμένη από άντρες. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ φλερτάρει μια γυναίκα. Κάποιος ζητά τη ΛΙΛΗ σε χορό. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ακολουθεί με τη δική του ντάμα. Γνέφει ψυχρά στη ΛΙΛΗ καθώς συναντιώνται στην πίστα και, τη στιγμή που ξανασυναντιώνται, επιβάλλει αλλαγή παρτενέρ και χορεύει άκαμπτα μαζί της ώς το το τέλος. Καθώς ετοιμάζονται να χωριστούν, την τραβάει πάνω του σφιχτά και της ψιθυρίζει στο αυτί. Εκείνη απομακρύνεται θυμωμένη.
Φέρνουν μια μπαλαλάικα και κάποιος προσπαθεί να παίξει ένα λαϊκό χορό. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ κρατά το ρυθμό χτυπώντας δυνατά παλαμάκια, μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικής χαράς και συνεχών παροτρύνσεων. Χτυπάει ακόμα παλαμάκια δυο φορές μετά το τέλος της μουσικής και ο ήχος μοιάζει με πυροβολισμό. Πολλά κεφάλια στρέφονται προς την πηγή του ήχου.
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Βολόντια, ένα ποίημα!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Οχι, όχι απόψε.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- ΄Οχι απόψε; Πότε θα είναι καλύτερα; Εν πάση περιπτώσει, ο Τσουζάκ έχει φύγει. ΄Εχουμε μείνει μόνο εμείς, οι παρακμιακοί.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Εδώ είναι το πρόβλημα. Δεν μπορώ να απαγγείλω τα ποιήματά μου αν δεν υπάρχουν διαφωνούντες στο ακροατήριο. (Κουνάει το χέρι του αρνητικά στις διάφορες παροτρυντικές φωνές που ακούγουνται). Εξ άλλου, έχω πονόδοντο.
Τον πλησιάζει η ΓΥΝΑΙΚΑ με την οποία είχε χορέψει πριν από λίγο.
ΓΥΝΑΙΚΑ
- Σε παρακαλώ, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς, κάν' το για χάρη μου.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Εντάξει, κορίτσι μου. Το κάνω για χάρη σου.
Με τα λεφτά σ', με τα λεφτά σ',
πού μπορείς ν' αγοράσ', πού μπορείς να φας
το καλύτερο σπαγγέτι, το πιο γευστικό;
Πουθενά αλλού, φυσικά, μόνο στο Συνεταιρισμό
(Γενική θυμηδία).
Γαλότσες και σαμπρέλες και μπάλες -- οπωσδήποτε
οπωσδήποτε από το Μοσκοβίτικο Τραστ Ελαστικών
Εκεί θα βρείς την πιο καλή πιπίλα απ' οπουδήποτε
Και το μωρό σου θα την πιπιλάει μέχρι να γίνει κίτρινη.
- Κάτι διαφορετικό τώρα; Εντάξει.
Ντινγκ ντονγκ, ντινγκ ντονγκ
Ο θείος Βάνιας αγόρασε προφυλακτικό
Αν και σπανίως χρησιμοποιεί
Θεία Ανούσκα, θεία Ανούσκα
΄Ελα έξω στη βεράντα
Σου 'φερα ένα σκουφί
Για του θείου το δαυλί.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Βολόντια, σε παρακαλώ, πες μας κάτι σοβαρό!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μα, σε διαβεβαιώ, είμαι όσο πιο σοβαρός γίνεται. Σύμφωνοι, λοιπόν, αφού θέλετε να διασκεδάσετε. (Στρέφεται προς τη ΛΙΛΗ).
Πήρες την καρδιά μου κι έφυγες
και μαζί της άρχισες να παίζεις
όπως ένα κοριτσάκι με το τόπι του.
Κι ήμουνα τόσο χαρούμενος
που δεν ένοιωθα άλλο πια
το μολυβένιο βάρος της!
Ξεχάστηκα μέσ' στην απόλυτη ευδαιμονία
κι άρχισα να χοροπηδάω
σαν Ινδιάνος σε γαμήλια τελετή.
Πόσο ήμουν χαρούμενος,
πόσο καλά ένιωθα!
Χειροκροτήματα, κάποιοι φωνάζουν "κι άλλο!"
΄Οχι δε θα' χουν τη χαρά
να με δούνε ξαπλωμένο
με μια σφαίρα στο κεφάλι.
Μπορεί να με φάτε σε ενέδρα
ή να με μαχαιρώσετε
αλλά μπροστά στο δήμιο δε θα γονατίσω.
Τέσσερες φορές θα γεράσω ώς το θάνατο
τέσσερες φορές θα ξανανιώσω
και θα πεθάνω τραγουδώντας
μαζί με αυτούς που έπεσαν
κάτω απ' την κόκκινη σημαία.
Αλλά όπου κι αν κείτεσαι τελικά
για οποιοδήποτε λόγο
ο θάνατος είναι θάνατος
και είναι τρομερό
να μην αγαπάς.
Για τον καθένα
υπάρχει μια σφαίρα ή ένα μαχαίρι
Αλλά για μένα τί υπάρχει -- και πού;
Πέφτει μια αμήχανη σιωπή.
ΡΟΝΤΣΕΝΚΟ
- Μα, τί είναι αυτό, Βολόντια;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ορίστε, τώρα. ΄Οταν προσπαθώ να είμαι σοβαρός, όλοι διασκεδάζουν και όταν προσπαθώ να είμαι διασκεδαστικός, όλοι θλίβονται.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Ναι, αλλά ο Εσένιν...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί έγινε με τον Εσένιν;
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Θες να πεις ότι δεν ξέρεις τίποτα;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Να ξέρω τί;
ΡΟΝΤΣΕΝΚΟ
- Ο Εσένιν κρεμάστηκε χθές.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί; Ο Εσένιν; Πού;
Δεν δίνεται απάντηση. Η σκηνή φωτίζεται μ' ένα μπλε φως. Ενώ μιλάει ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, οι ηθοποιοί βγαίνουν αθόρυβα. Μένει μόνο η ΛΙΛΗ κουλουριασμένη σε μια γωνιά.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Εσένιν; Με τί δικαίωμα το έκανες αυτό; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα; Είχαμε τόσα πράγματα να κάνουμε μαζί. Νομίζεις ότι μπορείς να ξεφύγεις έτσι εύκολα, μ' ένα κομμάτι σχοινί; Είναι φτηνό το κόλπο, ένα φτηνό, πολύ φτηνό κόλπο. Μ' ακούς; Εσένιν; Λίλη; (Η ΛΙΛΗ δεν κουνιέται). Τί δεν πάει καλά εδώ; Τί δεν πάει καλά;
΄Ενα κουδούνι χτυπά επίμονα, αφήνοντας πίσω του απόηχο. Τα φώτα σβήνουν.
Σκηνή VII
Αμέσως μετά το κουδούνισμα ακούγεται μια φλογέρα να παίζει σιγανά το "Υankee Doodle Dandy". Τα φώτα ανάβουν. ΄Ενα τεράστιο σκηνικό: "Η γέφυρα του Μπρούκλιν" του Τζόζεφ Στέλλα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στέκεται στο κέντρο της σκηνής, φορώντας καπέλο και παλτό, κρατώντας δυο βαλίτσες και έχοντας ένα καβαλέτο κάτω από το αριστερό του μπράτσο και ένα τενεκεδάκι με κόκκινη μπογιά μπροστά στα πόδια του. Στ' αριστερά του βρίσκεται ο ΓΟΥΙΛΛΥ ΠΟΓΚΑΝΥ στα δεξιά του ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ, ο οποίος δεν φορά σακάκι και κρατά μια πένα κι ένα μαυροπίνακα. Ρίχνει τον μαυροπίνακα μέσα σε μια κούτα μετακόμισης. Ακούγεται η σειρήνα ενός πλοίου.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- ΄Ονομα - Μαγιακόφσκι. Επάγγελμα - εμπορικός καλλιτέχνης. Σκοπός της επίσκεψης - Παρουσίαση εργασίας - μελέτη τεχνικών παρουσίασης εμπορικών προϊόντων - καλλιέργεια επιχειρηματικών επαφών. Εντάξει! (Κλείνει εμφανώς το μάτι στο κοινό και βγαίνει).
ΠΟΓΚΑΝΥ
- (Πιάνοντας το μπράτσο του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ). ΄Ελα, σύντροφε!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Περίμενε! (Πιάνει τη χαρτόκουτα και ζωγραφίζει πάνω της ένα σφυροδρέπανο). Να! Τώρα, μπορώ να πω πως ήρθα.
ΠΟΓΚΑΝΥ
- (Γυρίζει τη ζωγραφισμένη πλευρά της χαρτόκουτας έτσι ώστε να μη φαίνεται απ' το κοινό). Για όνομα του Θεού, σύντροφε, μην κάνεις ανοησίες. ΄Ελα, πάμε. Οι σύντροφοι περιμένουν.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Δίνει μια κλωτσιά στη χαρτόκουτα έτσι ώστε το κοινό να μπορεί πάλι να δει το σφυροδρέπανο). Ανοησίες; ΄Οχι βέβαια.
Δυο ΠΑΙΔΙΑ ντυμένα με μπουφάν Φίλιπ Μόρρις μπαίνουν στη σκηνή απ' τα δεξιά και τ' αριστερά και τη διασχίζουν τρέχοντας, παίρνοντας στο πέρασμά τους από μια βαλίτσα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Εεε!
ΠΟΓΚΑΝΥ
- Υπάλληλοι του ξενοδοχείου. ΄Ελα.
Μπαίνουν με τη σειρά ο ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ, ο ΜΑΪΚΛ ΓΚΟΛΝΤ, ο ΣΑΚΝΟ ΕΠΣΤΑΪΝ και αντιπροσωπευτικοί Αμερικανοί: ΕΡΓΑΤΕΣ με τα εργαλεία τους, γυναίκες με τα παιδιά τους, ένας ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ με κλομπ και σφυρίχτρα, ένας γκάγκστερ, ένας καπιταλιστής με ημίψηλο, ο ΜΠΕΪΜΠ ΡΟΥΘ με ένα ρόπαλο του μπέιζ μπωλ στον ώμο, ο ΜΠΙΞ ΜΠΑΪΝΤΕΡΜΠΕΚΕ με την τρομπέτα του, ο ΚΑΛΒΙΝ ΚΟΥΛΙΤΖ συνοδευόμενος από κάποιον που κουβαλάει μια αφίσα με τη φωτογραφία του. Συνηθισμένοι θόρυβοι δρόμου, μουσική.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ντέιβιντ!
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- (Αρπάζοντας το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ απ' τους ώμους). Βολόντια! Πάνε πέντε χρόνια που έχουμε να ιδωθούμε, έτσι δεν είναι; Από 'δω, ο Μάικ Γκολντ κι αυτός είναι ο Σάκνο Επστάιν. Καλωσόρισες στη Νέα Υόρκη!
ΓΚΟΛΝΤ
- Μα, τί είναι όλες αυτές οι χαζομάρες; Βρε παιδιά, έχουμε καλοκαίρι!
Ο ΓΚΟΛΝΤ πετάει πέρα το καπέλο του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. Τα μαλλιά του δεν είναι πια ξυρισμένα. Ο ΕΠΣΤΑΪΝ του βγάζει το παλτό και το σακάκι. Εμφανίζεται ένας ΦΟΡΤΟΕΚΦΟΡΤΩΤΗΣ κρατώντας μια κρεμάστρα και παίρνει τα ρούχα του χαμογελώντας. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ είναι σαστισμένος, μπερδεμένος. Βαδίζει τρεκλίζοντας μέσα στο πλήθος. Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ περπατάει δίπλα του, κρατώντας μπαστούνι και τον χαιρετάει. Ο ΜΠΕΪΜΠ ΡΟΥΘ αγοράζει χοτ-ντογκ από ένα από τα παιδιά με μπουφάν Φίλιπ Μόρρις. Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΗΣ δίνει μια δεκάρα στο άλλο παιδί, το οποίο έχει ανασηκώσει το γιακά του, όπως συνήθως κάνουν οι ζητιάνοι. Το παιδί δαγκώνει τη δεκάρα και φεύγει τρέχοντας. Ο ΑΦΙΣΟΚΟΥΒΑΛΗΤΗΣ αφήνει αργά την αφίσα του στα χέρια του ΚΟΥΛΙΤΖ. Ο ΚΟΥΛΙΤΖ μένει να την κρατά ακίνητος. Ο ΜΠΑΪΝΤΕΡΜΠΕΚΕ παίζει την τρομπέτα του. Ο ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ στριφογυρίζει το κλομπ του και ρυθμίζει την κυκλοφορία. Δίπλα στο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ βρίσκονται οι ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ, ΓΚΟΛΝΤ και ΕΠΣΤΑΪΝ, που άλλοτε τον καθοδηγούν και άλλοτε τον σπρώχνουν. Η συμπεριφορά τους είναι ταυτόχρονα ανέμελη, προστατευτική και απειλητική. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ αρχίζει να προσαρμόζεται, μαγνητισμένος από την ταχύτητα και την ενέργεια γύρω του. Ξεσφίγγει το κολλάρο του, ανασηκώνει τα μανίκια του πουκαμίσου του, χαμογελά ικανοποιημένος. Χαϊδεύει το πηγούνι ενός μωρού και κλείνει το μάτι στη μητέρα του, που ανταποκρίνεται με κοκεταρία. Ξεχνώντας την παρέα του, προσπαθεί να πιάσει κουβέντα με όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους που βρίσκει μπροστά του.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Εεε! Εεε, ακούτε! Εεε, εσείς εκεί πέρα, τί είναι αυτό που κουβαλάτε; Τί θα κάνετε; Αυτή η μουσική, από πού έρχεται; Εεε, εσείς εκεί κάτω! Σας ρωτάω σοβαρα, μήπως έχετε ένα φλυτζάνι τσάι; (Το ένα απ' τα παιδιά με τα μπουφάν Φίλιπ Μόρρις του δίνει ένα χοτ-ντογκ και μια μπύρα). Σύντροφοι, αυτό πρέπει πράγματι να είναι το μέλλον! Δεν μιλούν λέξη ρώσικα εδώ. Πω, πω!
ΓΚΟΛΝΤ
- Μην απατάσαι, σύντροφε Μαγιακόφσκι. ΄Ασε μας να σου δείξουμε την αληθινή Αμερική.
Το πλήθος αραιώνει. Οι αντιπροσωπευτικοί Αμερικανοί φεύγουν και παραμένουν μόνο οι "εργάτες" με τις γυναίκες τους. Ενώ μιλάει ο ΓΚΟΛΝΤ, παίρνουν αξιολύπητες εκφράσεις, ανασηκώντας τους γιακάδες τους, απλώνοντας τα χέρια τους πάνω από υποθετικές σόμπες κλπ. Οι γυναίκες παίρνουν στάσεις απελπισίας, οι άντρες σέρνουν τα πόδια τους. Χιονίζει. Οι ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ, ΓΚΟΛΝΤ και ΕΠΣΤΑΪΝ ανασηκώνουν τους γιακάδες τους. Μόνο ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ μένει όπως ήταν πριν.
ΕΠΣΤΑΪΝ
- Βλέπεις τα ψηλά κτίρια, τα αυτοκίνητα -- πρόσεχε! (τραβάει απότομα το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, σαν για ν' αποφύγει κάποιο αυτοκίνητο) -- τις βιτρίνες που είναι γεμάτες άχρηστα φανταχτερά και ματαιόδοξα αντικείμενα για τους πλούσιους και φυσικά είσαι εντυπωσιασμένος. Τα πάντα φαίνονται τόσο παραγωγικά και πολυάσχολα. Αλλά πίσω απ' αυτούς τους γυάλινους τοίχους υπάρχουν σκλάβοι μ' ένα δολλάριο την ημέρα. Εδώ είναι η πραγματικότητα -- εδώ, με τους συντρόφους να είναι μαζεμένοι γύρω από μια φωτιά, μια σόμπα πετρελαίου, με μείον πέντε στην καρδιά του χειμώνα.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ αρχίζει να τρέμει.
ΓΚΟΛΝΤ
- Κοίτα! Αυτός είναι ο στρατός του καπιταλισμού -- η στρατιά των ανέργων. ΄Αντρες τσακισμένοι, γυναίκες απελπισμένες, παιδιά κουρελοντυμένα.
Φυσάει αέρας, το χιόνι πυκνώνει. Οι "εργάτες" κοιτάζουν τον ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ συνοφρυωμένει. Οι γυναίκες του ρίχνουν ικετευτικά βλέμματα ή του γυρίζουν την πλάτη. Κάποιος προσπαθεί ν' αυτοκτονήσει κρατώντας μια καρέκλα κι ένα σχοινί.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μη! Περίμενε! Κάποιος άλλος κάποτε έκανε...
ΓΚΟΛΝΤ
- Είκοσι τοις εκατό ανεργία σ' αυτή την πόλη. ΄Ενα δεκαπέντε τοις εκατό κινδυνεύει να βρεθεί στο δρόμο. ΄Ενας στους δέκα είναι ήδη στο δρόμο...
Μπαίνει ένας άντρας σπρώχνοντας ένα καρότσι με όλα του τα υπάρχοντα κι έχοντας δίπλα του τη γυναίκα του και το παιδί του. Ο ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ τους ακολουθεί.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ
- Εντάξει, εντάξει, προχωρήστε. (Δείχνοντας με το κλομπ το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ και τους άλλους). Κι εσείς εκεί πέρα, προχωρήστε!
ΕΠΣΤΑΪΝ
- Στην κουζίνα της κόλασης, τρία στα δέκα παιδιά πεθαίνουν. ΄Ενα στα δυο έχει σκορβούτο, ή είναι ραχητικό. Υπάρχουν αρρώστειες στη Νέα Υόρκη που δεν τις βρίσκει κανείς ούτε στη Μπανγκόγκ ούτε στο Κονγκό...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μα, Ντέιβιντ, είναι δυνατόν να είναι τόσο χάλια τα πράγματα;
Ο Μπουρλιούκ διστάζει.
ΓΚΟΛΝΤ
- Ο σύντροφος Μπουρλιούκ δεν έχει μείνει αρκετά εδώ για να σχηματίσει άποψη. Επιπλέον, είναι ζωγράφος -- γοητεύεται αρκετά από τα χρώματα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Κοιτώντας το σκηνικό). Θεέ μου, τί είναι αυτό;
ΕΠΣΤΑΪΝ
- Αυτό; Μα, η γέφυρα του Μπρούκλιν.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πλησιάζει τη γέφυρα με δέος. Στο μεσοδιάστημα, οι σύντροφοί του είναι απασχολημένοι, στο μπροστινό μέρος της σκηνής, με τις προετοιμασίες μιας γιορτής. Φέρνουν μέσα δυο κοπέλες, στρώνουν τραπέζι για φαγητό. Ο ΓΚΟΛΝΤ παζαρεύει, σε παντομίμα, κάποια μπουκάλια τζιν από ένα γκάγκστερ, ενώ ο ΕΠΣΤΑΪΝ φυλάει τσίλιες. Ο ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ προσπαθεί μάταια να κάνει να δουλέψει ένα γραμμόφωνο.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Θεέ μου, ποιος σ' έντυσε στο ατσάλι; Να 'το, αυτό είναι το ποίημά μου εντέλει. ΦΩΤΑ! (Η γέφυρα φωτίζεται). Δημιούργημά μου -- ποιος σ' έχτισε χωρίς εμένα; Ρίξε πάνω του τα φώτα σου, Νέα Υόρκη, πιο ψηλά, πιο ψηλά, πιο ψηλά. Μόνο αυτή τη μικρή δάδα έχεις; Και μόνο ένα φεγγάρι έχεις, Αμερική, για να λάμπει από πάνω του; (Σηκώνει ψηλά τα χέρια του προς το χιόνι που πέφτει). Κακόμοιρα ψίχουλα των άστρων, θα θέλατε κι εσείς να πεθάνετε εδώ; (Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ βάζει το πόδι του στη γέφυρα. Φώτα του δείχνουν το δρόμο). Α, τι μουσική θα παίξω μ' αυτή την άρπα. Στροβιλήστε με, σχοινιά! Πόση δύναμη κρύβουν αυτά τα μπράτσα. Σύντροφοι, κρατήστε με γερά. ΄Εχω ζαλιστεί μέσα σ' όλα αυτά τα άστρα, αλλά δεν θέλω να πέσω... όχι ακόμα... όχι ακόμα...
Ο φωτισμός της γέφυρας σιγά-σιγά χαμηλώνει. Ο προβολέας πέφτει ξανά πάνω στους ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ, ΓΚΟΛΝΤ και ΕΠΣΤΑΪΝ. Οι ΓΚΟΛΝΤ και ΕΠΣΤΑΪΝ παίζουν χαρτιά. Τα μανίκια των πουκαμίσων τους είναι ανασηκωμένα. Ο καθένας τους έχει κι από μια κοπέλα στα γόνατά του. Οι κοπέλες είναι μεθυσμένες. Ο ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ παλεύει ακόμα με το γραμμόφωνο.
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- ΄Ελα, Βολόντια. Χαλάρωσε λίγο. ΄Ελα να κάτσεις μαζί μας.
ΓΚΟΛΝΤ
- Ντέιβιντ, δεν μπορείς να βάλεις μπρος αυτό το γαμημένο; Θέλουμε να χορέψουμε.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί υπάρχει απ' την άλλη μεριά;
ΕΠΣΤΑΪΝ
- Τίνος πράγματος, της γέφυρας; Το Μπρούκλιν.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί έχει εκεί;
ΕΠΣΤΑΪΝ
- Σπίτια, αποθήκες, δεν ξέρω. Κανείς δεν πηγαίνει στο Μπρούκλιν.
ΓΚΟΛΝΤ
- Αγοράζουμε το τζιν μας από 'κεί.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μπορούμε να πάμε εκεί αύριο;
ΓΚΟΛΝΤ
- Στο Μπρούκλιν; ΄Αμα θες. ΄Εχει παραλίες εκεί πέρα. Θέλετε να 'ρθετε μαζί, κορίτσια;
Τα κορίτσια γελάνε.
ΕΠΣΤΑΪΝ
- Ω, μπορεί να κάνει κανείς κάθε είδους βόλτα εκεί πέρα. Υπάρχει το κανάλι της αγάπης (Σφίγγει το μπούτι της κοπέλας του) -- παιγνίδια, λουναπάρκ... Υπάρχει κι ένας Κυκλώνας... Μπορούμε, επίσης, να κολυμπήσουμε. Λένε ότι αύριο θα κάνει ακόμα περισσότερη ζέστη. Καλή ιδέα, σύντροφε Βλαντίμιρ. Ας πάμε στο Μπρούκλιν.
ΠΡΩΤΗ ΚΟΠΕΛΑ
- Ποιος είναι αυτός;
ΕΠΣΤΑΪΝ
- Είναι ένας διάσημος ποιητής. Από τη Ρωσία. Δεν ξέρει λέξη αγγλικά.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΟΠΕΛΑ
- Αλήθεια; Πώς κι έτσι;
ΓΚΟΛΝΤ
- Ντέιβιντ, άσε με να δοκιμάσω.
Ο ΓΚΟΛΝΤ προχωράει προς το γραμμόφωνο. Ταυτόχρονα, μπαίνει αθόρυβα ο ΜΠΑΪΝΤΕΡΜΠΕΚΕ. Στέκεται στην άκρη και παίζει ένα αργό κομμάτι μπλουζ.
- ΄Ετσι, είναι καλύτερα τώρα.
Ο ΓΚΟΛΝΤ και ΕΠΣΤΑΪΝ χορεύουν με τις κοπέλες τους. Ο ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ κάθεται κάτω βαριεστημένα, αδειάζει ό,τι έχει απομείνει στο μπουκάλι και πέφτει για ύπνο. Η κοπέλα του ΕΠΣΤΑΪΝ τον αφήνει και πηγαίνει προς το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. Χορεύουν σφιχταγκαλιασμένοι. ΄Ενας απαλός φωτισμός πέφτει πάνω στη γέφυρα. Ο ΕΠΣΤΑΪΝ βρίσκει το άδειο μπουκάλι του ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ, το κουνάει πέρα-δώθε.
ΕΠΣΤΑΪΝ
- Να πάρει!
ΓΚΟΛΝΤ
- Εεε, τί ώρα είναι; Πρέπει να πάμε στο Δημαρχείο. Εεε, σύντροφε Μαγιακόφσκι, για κουνήσου λίγο.
ΜΠΟΥΡΛΙΟΥΚ
- (Ξυπνώντας). Τί είναι; Τί συμβαίνει;
ΓΚΟΛΝΤ
- Η δημόσια ανάγνωση. ΄Εχουμε αργήσει.
ΠΡΩΤΗ ΚΟΠΕΛΑ
- Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε;
Βγαίνουν όλοι, εκτός από το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ και το ΜΠΑΪΝΤΕΡΜΠΕΚΕ. Κοιτάζονται μεταξύ τους.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Ηπιες καθόλου; (Ο ΜΠΑΪΝΤΕΡΜΠΕΚΕ χαμογελάει, αλλά δεν απαντά). Διψάς; Ούτως ή άλλως, δεν έχει απομένει τίποτα. Dos vidanya, dos vidanya.
O ΜΠΑΪΝΤΕΡΜΠΕΚΕ γνέφει με το κεφάλι και βγαίνει. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ κατεβάζει τα μανίκια του πουκαμίσου του, χτενίζεται με τα δάχτυλα, διορθώνει τη γραβάτα του. Μπαίνει ο ΦΟΡΤΟΕΚΦΟΡΤΩΤΗΣ κρατώντας μια κρεμάστρα με το σακάκι του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, ενώ ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ του φέρνει το καπέλο του. Βοηθούν το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ να ντυθεί, ελέγχουν το αποτέλεσμα και βγαίνουν. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πλησιάζει το κοινό.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Σύντροφοι... Χαιρετίσματα από την ΕΣΣΔ. Είμαι πολύ χαρουμενος που είμαι εδώ και μιλάω μαζί σας για την Επανάστασή μας. Τί μπορώ να πω... για την Σοβιετική ΄Ενωση; Αν υπάρχει μια λέξη που να μπορεί να την περιγράψει, αυτή είναι... η ελπίδα. Ναι, η ελπίδα, όχι μόνο για τους εαυτούς μας, αλλά για όλη την ανθρωπότητα. Μου είναι δύσκολο να βρω τις κατάλληλες λέξεις, αλλά... Η ελπίδα είναι σαν το νόστιμο ψωμί που βγαίνει φρέσκο απ' το φούρνο. Το κρατάς στο χέρι σου και είναι καυτό, είναι η ίδια η ζωή, και ξέρεις ότι θα σε θρέψει σήμερα και αύριο και μεθαύριο, πάντα φρέσκο, πάντα καυτό, πάντα νόστιμο, και... αυτό είναι η επανάσταση. Είναι μόνο ψωμί, απλό ψωμί, αλλά κατά κάποιο τρόπο αυτό είναι αρκετό, δεν χρειάζεται τιποτ' άλλο, και με το ψωμί αυτό μπορείς να μεταμορφώσεις ολόκληρο τον κόσμο. Ξέρω ότι δεν εκφράζομαι σωστά. Δεν είμαι ρήτορας. Είχα πάνω μου μερικές στατιστικές για την παραγωγή σιτηρών... κάπου θα' ναι... Θα πρέπει να καταλάβατε τι εννοώ χωρίς στατιστικές. Εν πάση περιπτώσει, δεν ήρθατε εδώ για ν' ακούσετε ομιλίες. Και ακόμα και το καλύτερο ψωμί γίνεται λίγο ξερό αν δεν συνοδεύεται από μια παστή ρέγγα, αλλά δεν μπορούν να το καταλάβουν όλοι αυτό. Είχα εδώ μερικά ποιήματα... Είχαμε ένα μεγάλο ηγέτη, που έψηνε το καλύτερο ψωμί. ΄Οταν η χώρα μου χανόταν σ' αυτό που αποκαλείται τώρα ο Μεγάλος Πόλεμος, αυτός μας πλησίασε και μας είπε τρεις σπουδαίες λέξεις: Ειρήνη... Γη... Ψωμί. Ψωμί. Ειρήνη για όλους, γη για όλους, ψωμί για όλους. Και οι καρδιές μας άνοιξαν και μπήκε μέσα τους η Επανάσταση.
όχι
γιατί
δεν έχει άλλη λύπη
Αλλά τώρα ήρθε η ώρα
επειδή
το αγκάθι της λύπης
έχει γίνει
ένας καθαρός καλοζυγισμένος πόνος.
Ο Λένιν
είναι τώρα
ο πιο ζωντανός απ' όλους τους ζωντανούς
Σ' όλη τη Μόσχα
η παγωμένη γη τρέμει
απ' τον ανθρώπινο σάλαγο.
Μέσα από ένα εκατομμύριο μάτια
απ' τα δυο τα δικά μου
θλίψη δίχως τέλος
΄Ωσπου σε μάγουλα κατακόκκινα
δάκρυα παγωμένα
κρυσταλλώνουν.
Εμείς
τώρα κηδεύουμε
τον πιο γήινο
απ' όλους
όσους έζησαν
σ' αυτή τη γη των ανθρώπων.
Ναι, γήινος
αλλά όχι από 'κείνους
που οι μύτες τους
είναι χωμένες
στα μικρά τους χοιροστάσια.
Αυτός άδραξε τη γη
ολόκληρη
κι ολομεμιάς
και είδε αυτό
που κείτεται κρυμμένο
στο χρόνο.
Η Επανάσταση είναι πολύ βαριά
για έναν άνθρωπο
μόνος του δεν μπορεί κανείς να τη σηκώσει,
τρέμουν τα πόδια και λυγίζουν.
΄Ομως ο Λένιν
πρώτος ανέβηκε στο τραίνο
με το μοχλό του μυαλού
με τη δύναμη της θέλησης.
Και τώρα
οι προλετάριοι
τα πάντα διαφεντεύουν.
Εδώ
κάθε χωριάτης
έχει το όνομα του Λένιν
πιο βαθιά χαραγμένο
απ' τ' όνομα όποιου αγίου.
"Εμείς οι ίδιοι, καλέ μας
θα κλείσουμε για πάντα
το αετίσιο βλέμμα των ματιών σου".
Το τελευταίο τέταρτο χτυπάει στο ρολόι.
Ακίνητα σταθείτε,
τα λεπτά!
Σταμάτα τώρα,
κίνηση και ζωή!
Σφυρί,
μη χτυπάς!
Γη,
κάτω πέσε και σπάραξε!
Ο δυνατότερος των ανθρώπων τελείωσε.
Μ' ένα κανόνι έριξαν --
ή ίσως με χίλια.
Κι ύστερα,
μακριά,
εκεί που η κόκκινη σημαία
υψώνεται μέσα
στην πάχνη,
πάνω απ' την ομοβροντία που σβήνει
κάποιος κραύγασε,
"Eμπρός μάρς!"
Η γροθιά της Ευρώπης μάταια
σφίγγεται.
Πάνω απ' τις καμινάδες
ένα δάσος τινάζεται
τα μπράτσα εκατομμυρίων
ενώνονται και σμίγουν
η κόκκινη σημαία ξεδιπλώνεται
και ψηλά κυματίζει
με φοβερή ορμή.
Εργάτες,
σηκωθείτε --
μ' απόφαση για την τελευταία μάχη!
Ορθώστε τα κορμιά σας --
ίσια τα γόνατα!
Συνεχίστε την Επανάσταση --
το μέλλον ανήκει στους ελεύθερους!
- Σας ευχαριστώ. (Σκουπίζει το μέτωπό του). Να με συγχωρείτε, κάνει ζέστη εδώ. Ξέρετε, έχω ταξιδέψει αρκετά τον τελευταίο καιρό. Αρχικά, στο Παρίσι. ΄Εχασα όλα μου τα λεφτά εκεί πέρα. Κάποιος ήταν πιο ελαφροδάχτυλος από μένα. ΄Επειτα, διέσχισα τον Ατλαντικό, έναν πολύ μεγάλο ωκεανό, όπως βέβαια ξέρετε. Τα πόδια μου δεν λένε πολλά πράγματα όταν είμαι στο νερό. Μετά, πήγα στο Μεξικό, έκανε και εκεί ζέστη. Δεν είναι εύκολο για ένα ποιητή να ταξιδεύει. Η ποίηση είναι σαν την πατάτα, δεν ευδοκιμεί έξω από το χώμα της. ΄Ετσι, κουβαλάω πάντα μαζί μου μερικούς φίλους. Να ο Πούσκιν. (Ανεμίζει ένα βιβλίο τσέπης). Ο Πούσκιν κι εγώ -- δεν τα πηγαίναμε και πολύ καλά μεταξύ μας. Αλλά αυτά είναι τώρα περασμένα ξεχασμένα. Του έγραψα ένα ποίημα για να συμφιλιωθούμε. Τώρα, είμαστε φίλοι.
Αλεξάντερ Σεργκέγιεβιτς
επιτρέψτε μου να συστηθώ --
Εγώ.
Δώσ' τε μου το χέρι σας --
θα σας βοηθήσω να κατεβείτε.
Σας εκπλήσσει το θράσος μου;
Εσείς κι εγώ,
γέρο μου,
έχουμε την αιωνιότητα εφεδρεία.
Ας διαθέσουμε λοιπόν μια ώρα,
να βολτάρουμε στην πόλη.
Απ' την αγάπη
έχω πάρει άδεια
κι απ' τις αφίσες
όμως σαν το ψάρι στην άμμο
τα βράγχια της ρίμας σπαρταρούν ακόμα στο μυαλό μου.
Το ήξερα πως θα καταλάβετε.
Η ποιήση είναι το πιο καταραμένο πράγμα,
έτσι δεν είναι;
΄Εχουμε πασχίσει
για μια γλώσσα
αυστηρή και αληθινή
και μ' αυτή σφραγίσαμε
τα λαρύγγια των τραγουδιών μας.
΄Ομως η ποιήση είναι το πιο καταραμένο πράγμα
και είτε
τη βάζω
στην καρμανιόλα του λογοκριτή
ή στο βωμό της αγάπης
αυτή συνεχώς επιστρέφει.
Αλεξάντερ Σεργκέγιεβιτς,
θα ήταν καλύτερα
να τα 'χουμε βρει οι δυο μας
εν ζωή
κι όχι όπως τώρα.
΄Ισως
να είμαι ο μόνος
που λυπάται
βλέποντάς σας πετρωμένο.
Σύντομα
θα στεκόμαστε
πλάι πλάι
κάτω από το "Π" εσείς
κι εγώ
κάτω απ' το "Μ".
Είναι ωραία εδώ
στη χώρα των Σοβιέτ,
μόνο που είναι κρίμα
που δεν υπάρχουν ποιητές.
Μπορεί
στις μέρες μας
απλά να μη χρειάζονται.
Λοιπόν -- πίσω στο βάθρο σας!
Λόγω επετηρίδας έχω σειρά
κι εγώ για το άγαλμά μου --
μόνο που θα 'θελα
να ζήσω όσο
χρειάζεται να το καργάρω δυναμίτη
και στον αέρα να το ξαποστείλω!
Μισώ τη νέκρα.
Ζωή, σύντροφε,
ζωή, αυτό εγώ θέλω!
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- (Μιλώντας μέσα απ' το κοινό). Να με συγχωρείς, σύντροφε Μαγιακόφσκι, αλλά αυτοί οι στίχοι δεν είναι στην πραγματικότητα αντεπαναστατικοί; Δεν είναι αστικό αυτό το είδος του αισθήματος; Μιλάς για μελαγχολία, για ονειροπολήσεις και νευρασθένειες... Αυτά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τον Πούσκιν.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Α, ώστε είσαι ειδικός στη λογοτεχνία, σύντροφε; Και πώς μιλάς, εσύ προσωπικά, στον Πούσκιν; Σου είπε τα πάντα, για το ότι δεν μελαγχολεί και δεν ονειροπολεί ποτέ; Φοβάμαι ότι σε κορόιδεψε, τραβώντας σου το αυτί ή όποιο άλλο μέρος του κορμιού σου ανταποκρίνεται σε τέτοιου είδους ερεθίσματα.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Να με συγχωρείς κι εμένα, σύντροφε, αλλά νομίζω ότι ο σύντροφος που μίλησε έκανε μια ουσιώδη παρατήρηση. Κοροϊδεύεις τα σοβιέτ, τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Και ο Λένιν τα κορόιδευε.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Ναι, αλλά δεν μιλάμε γι' αυτό τώρα. Το ποίημά σου για το σύντροφο Λένιν είναι βέβαια μια πολύ ειλικρινής απότιση τιμής, αλλά δεν νομίζεις ότι είναι επικίνδυνο να εξυμνεί κανείς τόσο πολύ ένα μόνο άτομο; ΄Οπως είπε πρόσφατα ο σύντροφος Στάλιν, είναι λάθος να εξαίρει κανείς ένα άτομο περισσότερο απ' ότι εξαίρει την Επανάσταση.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ
- Ε, εσείς, παλιοκουμμούνια! Ταραξίες! Ποιος διάολο σας άφησε να μπείτε στη χώρα;
Ο ΑΝΤΡΑΣ περιστοιχίζεται αμέσως από δυο άλλους ΑΝΤΡΕΣ, που τον αρπάζουν και τον σέρνουν έξω δια της βίας. Από κάπου μακριά ακούγεται μια σειρήνα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Φίλοι, περιμένετε! Ας μην πιαστούμε στα χέρια. ΄Οποιος κι αν είναι, αφήστε τον να μιλήσει. (Παύση. Τα φώτα αρχίζουν να χαμηλώνουν). ΄Ισως να έχουμε πια πει αρκετά. Είναι πολύ αργά... Ξέρετε, θαύμαζα τη γέφυρά σας σήμερα, τη γέφυρα του Μπρούκλιν. Αυτός που τη σχεδίασε ήταν ο ποιητής σας. Κι αυτοί που την έχτισαν, οι ήρωές σας. Γι' αυτό θα 'θελα κι εγώ με λίγα λόγια μου να πηδήξω πάνω από τα σύννεφα, σαν τη γέφυρά σας, και να ριζώσω απ' την άλλη μερια. (Η γέφυρα φωτίζεται. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στρέφεται προς αυτήν). Ω, εσείς, γερά καλώδια, κρατάτε δεμένο όλο αυτό το σύνολο, χωρίς να λυγίζετε. Σας έχουν φτιάξει γερά. Μπορεί οι Αμερικές και οι Ρωσίες μας να παρασύρονται προς τους πόλους, αλλά εσείς θα κρατάτε αυτά τα δυο νησιά γερά ενωμένα. Αν μπορούσε κανείς να καθήσει εδώ, στη μέση, και να μην πρέπει να πάει σε μια από τις δυο μεριές. Να μπορούσε να πηδήξει, αν έρχονταν να τον πιάσουν. Να μπορούσε να κρυφτεί. (Ξαπλώνει κάτω). Είναι ωραία εδώ, τόσο ωραία... Αστέρια... που αφήνουν πάνω σου τη σκόνη τους...
Εμφανίζεται ένας αστρόφωτος ουρανός. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ κοιμάται
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
Σκηνή Ι
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στέκεται με την ΤΑΤΙΑΝΑ κάτω από ένα φανοστάτη. Φοράει καπέλο και καμπαρντίνα με ζώνη, ενώ η ΤΑΤΙΑΝΑ φοράει μια κομψή φούστα στυλ τέλη δεκαετίας του '20. Στα δεξιά τους βρίσκεται ο ΣΩΦΕΡ ΤΟΥ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ φορώντας στολή σωφέρ, μπότες και γάντια. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στέκεται πολύ κοντά στην ΤΑΤΙΑΝΑ. Απαγγέλει ο ένας στον άλλο ρώσικη ποίηση με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Στο βάθος, καθ' όλη τη διάρκεια της σκηνής, ακούγεται μουσική από γαλλικό καμπαρέ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Για φαντάσου! Μια Λευκορωσίδα που ξέρει την Αχμάτοβα και τον Μπλοκ. Για φαντάσου, μια κοπέλα που μπορεί και με συνερίζεται. (Πιάνει το μέτωπο της ΤΑΤΙΑΝΑΣ και το φιλάει). Απαντώντας στους στίχους μου με άλλους στίχους. Φτύνοντας σφαίρες ο ένας στο στόμα του άλλου! (Πιάνει δυνατά το κεφάλι της με τα δυο του χέρια και τη φιλάει βίαια). Μη μου λες ότι θες να μείνεις σ' αυτό το νεκροταφείο της εξορίας. (Πετάει πέρα το καπέλο του και τη φιλάει στο λαιμό και στους ώμους, χαλαρώνοντας τη φούστα της). Θα σε κάνω Αυτοκράτειρα πασών των Ρωσιών! Βασίλισσα των Σοβιέτ! Θεέ μου, δεν μπορώ να σε χορτάσω. Παντρέψου με, διάολε, παντρέψου με, παντρέψου με, παντρέψου με!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ συνεχίζει με ζέση. Η ΤΑΤΙΑΝΑ φαίνεται να υποχωρεί εντελώς, αλλά παθητικά. Ο ΣΩΦΕΡ, που έχει μαζέψει το καπέλο του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, παρακολουθεί τα τεκταινόμενα. Εμφανίζεται στη σκηνή η ΚΟΠΕΛΑ ΤΟΥ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ, καθώς και όλες οι άλλες γυναίκες που είχαν ώς τότε συσχετισθεί μαζί του στο έργο (εκτός από τη ΛΙΛΗ). Μπαίνουν οι ΕΠΣΤΑΪΝ και ΓΚΟΛΝΤ, συνοδευόμενοι από γυναίκες και γελώντας μεθυσμένοι. Οι δυο άντρες βγαίνουν, αλλά οι γυναίκες παραμένουν. ΄Ολες οι γυναίκες περιφέρονται γύρω από τους δυο εραστές, παίρνοντας μια έκφραση ικανοποίησης κάθε φορά που περνάνε από μπροστά τους. Ακούγονται νότες από τον ύμνο της Τρίτης Διεθνούς, μαζί με τη μουσική του καμπαρέ. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ σηκώνει ψηλά την ΤΑΤΙΑΝΑ και αρχίζει να χορεύει μαζί της, Ξεχνώντας τις άλλες γυναίκες, οι οποίες βρίσκουν ταίρια κι αρχίζουν κι αυτές να χορεύουν. Οι γυναίκες χορεύουν ήρεμα, ενώ ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ χορεύει όλο και πιο άγρια. Τη στιγμή που ο χορός του κορυφώνεται, η ΤΑΤΙΑΝΑ ξεφεύγει γελώντας ηχηρά, ανακατεύεται με τα άλλα ζευγάρια, αλλάζοντας ταίρια, ενώ την ψάχνει παντού ένας τρομοκρατημένος ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, απωθώντας φιλιά και απόπειρες χαδιών.
Μπαίνει η ΛΙΛΗ, η οποία παρακολουθεί όρθια τη σκηνή, απαθής. Ο ΣΩΦΕΡ, που κρατούσε ήσυχα σημειώσεις για ό,τι συνέβαινε, της φέρνει αμέσως ένα σκαμνί και η ΛΙΛΗ κάθεται. Μια-μια, οι γυναίκες σταματούν να χορεύουν καθώς ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ προσπαθεί ν' ανακαλύψει αυτή που ψάχνει. Δεν μπορεί ν' αναγνωρίσει καμία απ' αυτές. Στο τέλος, η ΤΑΤΙΑΝΑ περνάει χορεύοντας, γελώντας πάλι ηχηρά. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ την αρπάζει από το μπράτσο, αλλά κι αυτή μετατρέπεται σε μια ξένη γι' αυτόν και την αφήνει να φύγει. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ μένει μόνος πάνω στη σκηνή με τη ΛΙΛΗ, αλλά δεν τη βλέπει. Κοιτάζει το κοινό.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μια κοπέλα σαν εσένα... μια κοπέλα σαν εσένα... Για φαντάσου! Μια κοπέλα σαν εσένα μπορούσε να γεμίσει την αγκαλιά μου... (Δυνατά). Να γεμίσει την αγκαλιά μου!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ παραμένει πάνω στη σκηνή, με τα χέρια ανοιχτά. Η ΛΙΛΗ μένει καθισμένη και ακίνητη. Η χορευτική μουσική σταματάει και πέφτει απόλυτη σιωπή. Τα φώτα σβήνουν.
Σκηνή II
Ακούγεται ένα πιάνο να παίζει ένα σατιρικό βάλς. Η μουσική κολλάει σε μια στροφή, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Ο ήχος αυτός καλύπτεται από το θόρυβο σφυροκοπημάτων. Τα φώτα ανάβουν, αποκαλύπτοντας μια γεμάτη από κόσμο θεατρική σκηνή, σε ώρα πρόβας. Κάποιοι ΕΡΓΑΤΕΣ κατασκεύαζουν ένα σκηνικό, που περιλαμβάνει ένα κλουβί. Οι ΗΘΟΠΟΙΟΙ περπατούν πέρα-δώθε, απορροφημένοι από το διάβασμα των ρόλων τους. Οι ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΟΙ ρυθμίζουν τα φώτα, οι ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΔΕΣ βάφουν τους τοίχους, οι ΣΧΕΔΙΑΣΤΕΣ είναι αποσχολημένοι με τα σχέδια και τις μακέτες τους. ΄Ενας ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΗΣ γράφει κάτι σε μια γραφομηχανή. Στο πιάνο κάθεται ο ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ, μελετώντας την παρτιτούρα του. Κάποιος κουρδίζει μια κιθάρα. Η ΝΟΡΑ προβάρει ένα νυφικό. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ συζητά κάποιο θέμα με το ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Οχι, όχι. ΄Οχι η κουρτίνα. Το φόρεμα της Νόρας!
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- Βολόντια, δεν είναι και τόσο εύκολο αυτό.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Γιατί όχι; Κοίτα. Νόρα, γλυκειά μου...
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πλησιάζει τη ΝΟΡΑ κρατώντας έναν αναπτήρα. Σκύβει σα να θέλει να βάλει φωτιά στο φορεμα της.
ΝΟΡΑ
- Βολόντια, μα τί στο καλό κάνεις;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Προσπαθώ να δω αν μπορώ ν' ανάψω φωτιά από κάτω σου. Είναι γραμμένο ακριβώς εδώ, στο σενάριο. Αρπάζεις φωτιά και, συνεπώς, προκαλείς το θάνατο όλων των άλλων ηθοποιών. Θυμάσαι;
ΡΑΦΤΡΑ
- Σύντροφε, πρέπει να τελειώσω ένα στρίφωμα εδώ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μην το ράψεις πολύ σφιχτά. Θα στερήσεις το γαμπρό από τα δικαιώματά του.
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- Εντάξει, για προσέξτε με όλοι. Αρχίζουμε την πρόβα. Ησυχία! Ησυχία!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Με βροντερή φωνή). Ησυχία!
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- Στις θέσεις σας, σας παρακαλώ.
1. Ο Γάμος
Εμφανίζεται ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ με κουστούμι καμπαρέ, ημίψηλο, μπαστούνι κλπ. Ακούγεται μια παρωδία ΄Οφενμπαχ.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
Σύντροφοι, αυτό που θα δείτε είναι ένας πραγματικός ρώσικος γάμος -- έχετε ακουστά για τους ρώσικους γάμους. Αλλά αυτός ο γάμος έχει μια διαφορά. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία αγάπης κάτω από ένα σοσιαλιστικό καθεστώς. (Ακούγεται ένα βιολί να παίζει λαϊκή μουσική). Ο σύντροφος Ιβάν Πρισίπκιν! Πρώην εργάτης, πρώην μέλος του Κόμματος, αρραβωνιαστικός και αγαπημένος της... Ελζεβίρας!
Ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ και η ΕΛΖΕΒΙΡΑ (ΝΟΡΑ) κάνουν, ο καθένας με τη σειρά του, ένα βήμα μπροστά, υπό τη συνοδεία τυμπανοκρουσιών. Η ΕΛΖΕΒΙΡΑ υποκλίνεται.
ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ
- Να με συγχωρείς, σύντροφε, αλλά λέγομαι Πιέρ -- Πιέρ Σκρίπκιν.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Πώς είπες;
ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ
- (Με σκέρτσο). Πι-έρ.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Καλά, τι Ιβάν τι Πιέρ, και τα δυο είναι απ' το παλιό καλό ρώσικο απόθεμα, την ψυχή της εργατικής τάξης. Να πώς χτίζουμε το σοσιαλισμό!
Ακολουθεί μια παντομίμα του γάμου. ΄Ολοι οι παρευρισκόμενοι είναι πάρα πολύ μεθυσμένοι και κάνουν φασαρία, επιδεικνύοντας σε κάθε ευκαιρία μια φοβερή χυδαιότητα. Ανάμεσα τους, ξεσπάει πυρκαγιά. Το φόρεμα της ΕΛΖΕΒΙΡΑΣ αρπάζει φωτιά όταν κάποιος τη σπρώχνει πάνω σε μια σόμπα. Και η φωτιά εξαπλώνεται παντού. Οι καλεσμένοι καίγονται ζωντανοί, υπό τους ήχους της σκηνής της κόλασης από τον Ντον Τζοβάνι. Η σκηνή τελειώνει με τυμπανοκρουσίες και ήχους κυμβάλων.
2. Η Ανάσταση
Εμφανίζεται ο ίδιος ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, με το καπέλο και το μπαστούνι του ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ. Πετάει πέρα το καπέλο του, αλλά συνεχίζει να στριφογυρίζει το μπαστούνι του.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Λοιπόν, τί φανταζόσασταν; Υπάρχουν ατέλειες ακόμα και στο σοσιαλισμό. ΄Οταν είναι κανείς Ιβάν, παραμένει πάντα Ιβάν. "Πι-έρ". ΄Οχι, αυτό δεν θα ταίριαζε ποτέ στον Πρισίπκιν. Την εποχή εκείνη, σύντροφοι, δεν ήταν καν πάντα σίγουρο ότι ο σοσιαλισμός θα χτιζόταν ποτέ. Σήμερα, όμως, στην Παγκόσμια Ομοσπονδία, όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν.
Ενώ μιλά ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ μεταφέρεται μέσα στη σκηνή από δυο λευκοντυμένους εργάτες ιατρικού εργαστηρίου. Ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ είναι χωμένος μέσα σε μια παγοκολώνα. Η παγοκολώνα τοποθετείται πάνω σε μια μεγάλη πλάκα, δένεται πάνω της και συνδέεται με ένα ηλεκτρικό μηχάνημα.
- ΄Εστω, ας υποθέσουμε ότι βρήκες ένα μαστόδοντο καταψυγμένο στη Σιβηρία, λόγου χάρη. Θα ήθελες να ρίξεις μια ματιά -- έτσι δεν είναι; -- άσχετα από το πόσο βρώμικο, πόσο αποσυντεθειμένο θα ήταν αυτό το πράγμα.. Σε τελευταία ανάλυση, αυτή είναι η φύση του ανθρώπου, ακόμα και στα σοσιαλιστικά καθεστώτα. (Κλείνει τη μύτη του). Χόμο Πρισίπικους! (Βγαίνει).
Ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ αποψύχεται και ξαναζωντανεύει. Η πλάκα υψώνεται αργά και στέκεται κάθετα προς το έδαφος. Το κοινό ανακαλύπτει ότι η μοφή που βρίσκεται πάνω της είναι ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. Τα μάτια του είναι κλειστά.Ο ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ κάνει ένα βήμα μπροστά. Κρατά ένα μικρό, διάφανο βαλιτσάκι.
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- Για φανταστείτε, φίλοι μου! ΄Εχουμε αιχμαλωτίσει εδώ, εντελώς ανέπαφο και διατηρημένο κατά τρόπο θαυμαστό, το μοναδικό υπαρκτό δείγμα ενός κάποτε ζωντανού οργανισμού -- του ψύλλου. (Ανοίγει το βαλιτσάκι). Παρατηρήστε, πολίτες. Το έντομο έχει αποκοιμηθεί. Είχε ξεφύγει από τον οικοδεσπότη του, αυτό εδώ το αναστημένο θηλαστικό, με τον οποίο, απ' ό,τι φαίνεται, είχε εντοιχισθεί κατά λάθος. Δεν έχουμε ακόμα εξακριβώσει τη βιολογική σχέση μεταξύ του ενός και του άλλου ζώου και τα πειράματά μας έχουν αναβληθεί προς το παρόν για λόγους δημόσιας υγείας. Αυτό το αηδιαστικό ον (δείχνει το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ) μετέδωσε, απ' ό,τι φαίνεται, μια πραγματική επιδημία στον πληθυσμό. ΄Οταν αποψύχθηκε, βρωμούσε τόσο πολύ αλκοόλ -- που εμείς το χρησιμοποιούμε για αντισηπτικό, αλλά που, αν πιστέψουμε τα παλιά αρχεία, κάποτε καταναλωνόταν σαν ποτό -- που δεν μπορούσε να τον πλησιάσει κανείς. Επιπλέον, ενοχλούσε τόσο πολύ το ιατρικό μας προσωπικό γι' αυτό το απεχθές καταπότι, ώστε, πιστεύοντας ότι μπορεί να συσχετιζόταν με τη λειτουργία του μεταβολισμού του, προσπαθήσαμε να κατασκευάσουμε κάτι χημικά παρεμφερές με αυτό -- με αξιοθρήνητα αποτελέσματα. (Καθώς διηγείται αυτά τα γεγονότα ο ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ, ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ περπατά τρεκλίζοντας, σαν μεθυσμένος). Το εργαστήριο άλλαξε τρεις φορές προσωπικό και πεντακόσιοι εργάτες αναγκάστηκαν να νοσηλευθούν. (Το κοινό βλέπει σε παντομίμα μεθυσμένους εργάτες. ΄Ενας άντρας περπατά τρεκλίζοντας πάνω στη σκηνή, παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας φάλτσα). Αυτό το απωθητικό εργαλείο, προφανώς κάποιο είδος μουσικού οργάνου, βρέθηκε επίσης στην κατοχή του όντος. ΄Οταν κινούσε κανείς τις χορδές του, συνοδεύοντας την κίνησή του με κάποιους ημιάναρθρους ήχους, προκαλούσε στις ευαίσθητες νέες γυναίκες μια "ερωτική διάθεση" -- έτσι αποκαλείτο αυτή η παλιά αρρώστεια, όπου η σεξουαλική ενέργεια, αντί να κατανέμεται λογικά σε όλη τη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής, συμπυκνωνόταν ξαφνικά σ' έναν παροξυσμό που διαρκούσε μια βδομάδα και κατέληγε σε παράλογες και γελοίες συμπεριφορές. Φυσικά, υποχρεωθήκαμε να δώσουμε ηρεμιστικά στο ον και να το βάλουμε σε καραντίνα. ΄Υστερα από σύσκεψη με τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, αποφασίστηκε να το μεταφέρουμε αμέσως στο ζωολογικό κήπο.
3. Η ΄Εκθεση
Στο ζωολογικό κήπο. ΄Ενα πλήθος ανάκατο. Στο κέντρο, ένα κλουβί πάνω σε μια υπερυψώμενη πλατφόρμα. Η πλατφόρμα είναι διακοσμημένη με σημαιάκια, ενώ το κλουβί είναι σκεπασμένο μ' ένα κουρτινάκι.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Από 'δω, σύντροφοι του ξένου Τύπου! Πλησιάστε στο βήμα! (Ακούγεται μια μπάντα). Σύντροφοι, κηρύσσω την έναρξη της διαδικασίας. Η εποχή μας είναι στοιχειωμένη από την ανάμνηση πολλών επώδυνων γεγονότων. Η ανθρωπότητα, εξουθενωμένη από τις συμφορές των προηγουμένων εποχών, μπήκε μ' ευγνωμοσύνη σ' ένα λιμάνι ειρήνης, γαλήνης και αδελφοσύνης. Ωστόσο, δεν πρέπει να χαλαρώνουμε ποτέ την επαγρύπνησή μας. Τα μελαγχολικά γεγονότα που παρατηρήσαμε στην πόλη μας τις τελευταίες δέκα μέρες ήταν αποτέλεσμα μιας ανεπαρκούς επιστημονικής προσοχής, λόγω της κυκλοφορίας ανάμεσά μας δυο επικίνδυνων παρασίτων, φορέων φριχτών και απωθητικών ασθενειών που έχουν εδώ και καιρό εξαλειφθεί στον πολιτισμένο κόσμο. Χάρη στις προσπάθειες της Κεντρικής Επιτροπής, και με τη συνεργασία της παγκόσμιας ιατρικής κοινότητας, η κρίση αυτή έληξε. Η ασφάλεια και η υγεία του κοινού αποκαταστάθηκαν. Ωστόσο, υπενθυμίζοντας τις φρίκες του παρελθόντος, τα γεγονότα αυτά ανακαλούν ζωηρά στη μνήμη μας την ένταση του αγώνα που έκαναν οι εργάτες όλης της υφηλίου για να φτάσουν στο σημερινό επίπεδο πολιτισμού.
Καθώς ολοκληρώνει την ομιλία του ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ, ακούγονται βελάσματα και μουγκρητά ζώων. Οι ήχοι αυτοί δυναμώνουν κατά τη διάρκεια της επόμενης ομιλίας.
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- ΄Ετσι, χάρη στην επαγρύπνηση των αρχών, αυτή η παραλίγο τραγωδία μετατράπηκε σε εορταστικό γκαλά και σε μάθημα σύνεσης για όλους μας. Βασιζόμενοι σε ορισμένα μιμητικά χαρακτηριστικά που παρατηρήθηκαν στο αποψυγμένο ζώο, οι συνάδελφοι του Ινστιτούτου Ανθρώπινης Ανάστασης το κατέταξαν κατά λάθος στο είδος Χόμο σάπιενς, και μάλιστα στο ανώτερο γένος του, στην εργατική τάξη. Αλλά η δική μου εξέταση διαπίστωσε αμέσως ότι το εν λόγω ον ήταν απλώς ένα ανθρωποειδές. Πράγματι, και τα δυο ζώα που έχουμε εδώ (ο ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ δείχνει τον ψύλλο στο βαλιτσάκι του), παρ' όλη τη διαφορά μεγέθους και σωματικής διαπλασης, είναι ουσιαστικά ίδια: Παράσιτα στο σώμα της ανθρωπότητας. Και τα δυο τρώνε και πίνουν άπληστα χωρίς ντροπή. Και τα δυο κάνουν σάλτο μορτάλε στα μαλακά στρώματα του χρόνου. Το ένα εξαλείφθηκε βιολογικά, το άλλο ιστορικά. Αυλαία, παρακαλώ!
Οι βοηθοί ξεσκεπάζουν το κλουβί. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ κοιτάζει μπροστά του ανέκφραστα, σφίγγοντας τα κάγκελα. Φοράει ένα κοστούμι που του πέφτει πολύ μικρό. Το κλουβί έχει μέσα ένα κρεβάτι κι ένα γλόμπο με κίτρινο φως. Σε μια γωνιά, υπάρχει μια κιθάρα. Οι κραυγές των ζώων δυναμώνουν κι άλλο.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Ελάτε, σύντροφοι. Πλησιάστε, πλησιάστε! Δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα. Είναι εντελώς εξημερωμένο τώρα. Δείτε, θέλει να μας ψυχαγωγήσει.
Ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ διασχίζει με ύφος όλη τη σκηνή και σταμάτα μπροστά στο κλουβί. Είναι μεθυσμένος, αλλά ευδιάθετος. Κρατάει μια κιθάρα. Απ' τη μια τσέπη του, προεξέχει ένα μπουκάλι.
ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ
(Παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας βραχνά).
Είμαστε οιφουτουριστές
προάγγελοι ενός γενναίου νέου κόσμου...
- ΄Οχι, όχι αυτό.
Είμαστε οι άνθρωποί της ΝΕΠ
με το σοσιαλισμό συνοδοιπορούμε...
- (Κουνώντας στο μπουκάλι). Στο μέλλον! Να μην ξεραθεί ποτέ. (Τραβάει ένα τσιγάρο που ήταν στερεωμένο στο αυτί το και χτυπά τις τσέπες του). Πού είναι τα σπίρτα μου; Διαολοπράγματα. Δεν τα βρίσκες ποτέ όταν τα χρειάζεσαι. (Προς τον ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ). Ε, φίλε, έχεις φωτιά; (Κατά λάθος, χτυπά τις χορδές της κιθάρας του).
ΦΩΝΕΣ
- Ω, όχι!
- Αηδία!
- Τι προστυχιά!
- Σύντροφε, μην του δώσεις φωτιά!
Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ ανάβει το τσιγάρο του ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ, κλείνοντας το μάτι στο κοινό. Ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ βγάζει ένα σύννεφο καπνού από τη μύτη του.
- ΄Οχι, όχι!
- Δείτε τι κάνει!
- Τι προστυχιά!
- Τι απρέπεια!
Ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ παθαίνει αναγούλα.
- Δείτε, δείτε!
- Βοηθήστε τον!
- Τι απρέπεια!
- Τι επιθετικότητα!
- (΄Ολοι μαζί). Τι βρωμιά!
Ο ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ προσπαθεί να καθαρίσει το λαιμό του πίνοντας μια μεγάλη γουλιά βότκα.
- ΄Οχι, όχι! Πω, πω...
Οι κραυγές αυτές κάνουν τον ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν γύρω του άνθρωποι. Σπρώχνει πέρα τον ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ και πετάει την κιθάρα του κάτω. Καθώς μιλάει, ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ αρχίζει να ταρακουνάει τα κάγκελα. Γίνεται όλο και πιο βίαιος, βγάζοντας ένα βρυχηθμό που σμίγει με τις κραυγές των ζώων και, τελικά, τις επικαλύπτει.
ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ
- Πολίτες! Σύντροφοι! Λαέ μου! Αγαπητοί μου! Πώς φτάσατε εδώ; ΄Ολοι εσείς! Γιατί είμαι μόνος μου στο κλουβί; Αγαπητοί μου, δικοί μου άνθρωποι! Ελάτε μαζί μου! Γιατί υποφέρω; Σύντροφοι...
ΦΩΝΕΣ
(Πανικόβλητες)
- Πω, πω, πω!
- Αφήστε με να φύγω! Αφήστε με να φύγω!
- Σώστε τα παιδιά!
- Φιμώστε το! Φιμώστε το! Είναι φριχτό!
- Βοήθεια! Βοήθεια! Βοήθεια!
Προβολείς σαρώνουν τη σκηνή προς όλες τις κατευθύνσεις.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Μην πανικοβάλλεστε, σύντροφοι!
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- Δεν έχετε κανένα λόγο να ανησυχείτε.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Γρήγορα! Ανοίξτε τις πόρτες! Θα ποδοπατηθούν !
Ανάβουν τα φώτα και ανοίγουν οι πόρτες του θεάτρου.
- Μουσική! Μουσική! Μουσική!
Ακούγεται μια μπάντα να παίζει δυνατά μουσική. Τα φώτα του θεάτρου σβήνουν. Λευκοντυμένοι βοηθοί με χειρουργικές μάσκες και γάντια βγάζουν τον ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ έξω από τη σκηνή. Οι κραυγές των ζώων καταλαγιάζουν. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, που είναι τώρα σιωπηλός, ξαναπαίρνει την αρχική του στάση. Το εσωτερικό του κλουβιού του έχει καταστραφεί εντελώς.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Ελπίζουμε να σας άρεσε το θέαμα.
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- Το μόνο που θέλουμε είναι να σας ψυχαγωγήσουμε.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Κι αν έρθετε αύριο βράδι...
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- ...θα δείτε ξανά το ίδιο απωθητικό θέαμα!
(Και οι δυο μαζί)
- Καλή νύχτα! Καλή νύχτα! Καλή νύχτα! Καλή νύχτα!
Περπατούν σαν να είναι μέλη κάποιας μπάντας. Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ και ο ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ βγαίνουν. Ακούγονται ακόμα αμυδρά κραυγές ζούγκλας. Ξανακούγεται μουσική και όλοι οι "ηθοποιοί" εμφανίζονται στο κοινό, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου και κάνοντας υπερβολικά βαθιές υποκλίσεις. Κάποιοι φωνάζουν: "Θέλουμε το συγγραφέα! Θέλουμε το συγγραφέα!"
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ
- Βεβαίως! Το συγγραφέα.
Ο ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ ξεκλειδώνει το κλουβί. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ βγαίνει έξω, πιάνει τα χέρια των υπολοίπων στο κέντρο της σκηνής. Υποκλίνονται όλοι. Τα φώτα σβήνουν.
Σκηνή ΙΙΙ
΄Ενα κουδούνι χτυπά μια φορά. Τα φώτα ανάβουν δείχνοντας το διαμέρισμα των ΜΠΡΙΚ. Το δωμάτιο είναι γεμάτο από κόσμο που μιλά και γελά δυνατά. Μέσα στον κόσμο υπάρχουν ηθοποιοί από την προηγούμενη σκηνή (εκτός από τον ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ), συνάδελφοι (ΑΣΕΓΙΕΦ, ΚΑΜΕΝΣΚΙ, ΡΟΝΤΤΣΕΝΚΟ) και μέλη από τον κύκλο των ΜΠΡΙΚ, μεταξύ των οποιών ο ΓΚΟΡΤΚΩΦ και διάφορα μέλη της κυβέρνησης και της GPU. Οι άνθρωποι της κυβέρνησης, που φορούν κοστούμια σαν να 'ναι επιχειρηματίες, ξεχωρίζουν σαφώς από τους ανθρώπους του θεάτρου, που φορούν εσάρπες, κάπες και μερικές φορές μάσκες ή ορισμένα ρούχα από τα θεατρικά τους κοστούμια, ενώ κάποιοι απ' αυτούς δεν έχουν ακόμα αφαιρέσει πλήρως το μακιγιάζ τους.Οι άνθρωποι της GPU φορούν καπέλα και καμπαρντίνες. Το διαμέρισμα είναι διακοσμημένο με αφίσες και σχέδια σχετικά με το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ και το έργο του. Μερικά απ' αυτά είναι σχεδιασμένα από τον ίδιο το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. Μπαίνει ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, φορώντας ένα καλοραμμένο κοστούμι. Κρατάει δυο σαμπανιέρες γεμάτες με σαμπάνιες. Ο κόσμος τον χαιρετά φωνάζοντας:
- Α, ήρθες!
- Βολόντια, Βολόντια!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Ακουμπώντας με δύναμη τις σαμπανιέρες). Φίλοι! (Βήχει, καθαρίζει το λαιμό του). Τι ωραία που είναι.
ΦΩΝΕΣ
- ΄Ανοιξε τα μπουκάλια!
Πετάγονται φελλοί.
- Μπράβο! Μπράβο! Λόγο! Λόγο!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Χαμογελώντας) Για τίποτα στον κόσμο.
ΦΩΝΕΣ
- Ναι, ναι! Λόγο! Λόγο!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ανοίγει τα χέρια, σαν για να μιλήσει, σταμάτα, ανασηκώνει τους ώμους, επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις. Γέλια, γιουχαΐσματα, επευφημίες.
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
Ωραία μιλήσες, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς.
Κι άλλα γέλια. Η ΛΙΛΗ προχωρά και φιλά τον ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στο μάγουλο με μια ανάλαφρη αλλά κτητική διάθεση. Προσπαθεί να τη φιλήσει, αλλά αυτή του ξεγλιστράει.
ΟΣΙΑ
- Καλωσόρισες σπίτι, Βολόντια.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Νιώθω σαν ήρωας κάποιου πολέμου. Δημοσιεύτηκαν οι κριτικές ή όχι ακόμα; Πρέπει να είμαι πληγωμένος κάπου. (Αρχίζει να χοροπηδά στο ένα πόδι, πιάνοντάς το με το χέρι του, σαν για να το στηρίξει. Αυτό μετατρέπεται σ' ένα απρόβλεπτο χοροπήδημα. ΄Οπως προσπερνά τη ΝΟΡΑ, την πιάνει απ' τη μέση, την περιστρέφει μια-δυο φορές και τη φιλά στο στόμα. Αυτή τραβιέται, αμήχανη και προσβεβλημένη). Λοιπόν, τα πόδια δουλεύουν ακόμα. Το ίδιο και η γλώσσα. ΄Οσο μπορεί κανείς να κλωτσάει και να φτύνει, υπάρχει πάντα ελπίδα.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Ποιος νοιάζεται για μια κακόβουλη κριτική; Είδες το κοινό σου. Το έργο ήταν καθαρός θρίαμβος!
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- (Υψώνοντας το ποτήρι του). Στο Σαίξπηρ!
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- (Σοβαρά.) ΄Οχι, όχι στο Σαίξπηρ. ΄Οχι ακόμα. Στο Μολιέρο.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Στο Μο-λιέ-ρο! (Σηκώνει με παλμό τα πόδια του και κάνει ένα μικρό, σκερτσόζικο βήμα).
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ
- Στο Μο-λιέ-ρο!
ΠΡΙΣΙΠΚΙΝ
- (Ρίχνοντας μια μαύρη κάπα στους ώμους του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ). Πού είναι το κοστούμι σου, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς; Δεν είμαστε σε σύσκεψη της Κεντρικής Επιτροπής!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Στριφογυρίζοντας την κάπα). Αγαπημένο μου έκτρωμα! Ούτε είμαστε σε κηδεία. ΄Εχεις όμως δίκιο. Δεν είμαι κατάλληλα ντυμένος. Πού είναι η μάσκα; (Ψάχνει ανάμεσα στις μάσκες και βάζει μια μάσκα τράγου). Να! (Βελάζει). ΄Αψογα. (Περιφέρεται στο δωμάτιο βελάζοντας σε καλεσμένους).
ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ
- Θαύμα. Τώρα μοιάζεις με θεατρικό συγγραφέα.
Ο Μαγιακόφσκι του βελάζει.
ΡΟΝΤΣΕΝΚΟ
- Τώρα ακούγεσαι σαν θεατρικός συγγραφέας.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ χτυπά ελαφρά το φαλακρό κεφάλι του ΡΟΝΤΣΕΝΚΟ σα να ήταν το χέρι του πατούσα. Κάθεται καβάλα σε μια καρέκλα στο κέντρο της σκηνής. Η ΑΝΟΥΣΚΑ φέρνει ένα δίσκο με σκεπασμένα πιάτα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ χτυπά παλαμάκια και βάζει γύρω απ' το λαιμό του μια πετσέτα φαγητού.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Αχ, αυτοί οι κριτικοί! Για να τους δούμε. (Ανοίγει ένα πιάτο, βελάζει). Τσουζάκ! Εδώ είσαι! (Σπρώχνει το πιάτο με το πηρούνι του). ΄Εχεις πάθει μαλάκυνση εγκεφάλου, γέρο μου. (Βελάζει. Ακούγονται γέλια). Ξέρετε πώς πρέπει ν' απαντά κανείς σ' ένα κριτικό, κυρίες και ζώα; Τρώγοντας τον! (Τρώει). Ελάτε, όλοι σας, να φάτε έναν κριτικό.
Σεβίρεται το υπόλοιπο φαγητό.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- (Μιμούμενος τον Τσουζάκ). Σε παρακαλώ πολύ, σύντροφε Μαγιακόφσκι, άσε ήσυχους τους κριτικούς. Πώς μπορούμε να χτίσουμε το σοσιαλισμό χωρίς αυτούς;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Εχεις δίκιο. Δεν τρώγονται. Βάλε αυτό το πράγμα πίσω στο πιάτο.
Γέλια, βελάζουν όλοι.
ΓΚΟΡΤΚΩΦ
- Μα, σύντροφε, δεν είναι καννιβαλισμός, το να τρώει κανείς ένα κριτικό;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Μασώντας ένα ραπανάκι). Ω, όχι, όχι μεταξύ ζώων. Εδώ είμαστε όλοι κρεατοφάγοι, χαρούμενοι κατά πώς μας έπλασε ο Θεός. Λίγο κρεατάκι, λίγη πρασινάδα. (Βουτάει μια κοπέλα και της δαγώνει τρυφερά το αυτί). Τρώμε τα πάντα ωμά. Μόνο τους κριτικούς πρέπει να βράζουμε λίγο. Και τους παραγωγούς. (Τσιμπάει τρυφερά το ΜΕΓΙΕΡΧΟΛΝΤ). Και τους εκδότες των κακόβουλων λογοτεχνικών περιοδικών. Και τους προλετάριους ποιητές. (Βελάζει). Ιδιαίτερα δύσπεπτοι. Οι γραφειοκράτες χρειάζονται μια τζούρα αλάτι. Αλλά ένα κομμάτι (φιλάει τη ΝΟΡΑ) κατεβαίνει μια και κάτω. (Προς τη ΝΟΡΑ). ΄Ελα τώρα, συντρόφισσα, δεν ήταν δα και άσχημα, ε; Μόλις που ακούμπησες λίγο τα δόντια μου. (Η ΝΟΡΑ απομακρύνεται προσβεβλημένη ξανά. Ο Μαγιακόφσκι ανασηκώνει τους ώμους). Ορισμένοι άνθρωποι είναι χαρούμενοι όταν έχουν να ταΐσουν ένα τράγο. Ορισμένοι θέλουν να τρέφονται απ' αυτόν. Τα πάντα είναι μέρος του φυσικού κύκλου της ζωής. (Πλησιάζει τον ΓΚΟΡΤΚΩΦ, τακτοποιώντας ελαφρά το κοστούμι του). Μόνο που εδώ δεν αρέσει ο Χόμο σάπιενς. Είναι το μόνο είδος που δεν ανεχόμαστε. Ο ΄Ανθρωπος! (Προς τον ΟΣΙΑ). Επομένως, αν δεις κάποιον εδώ γύρω, βγάλ' τον αμέσως έξω. (Υποκλίνεται). Ευγενικά. (Φοράει πάλι τη μάσκα του και βελάζει δυνατά. Γέλια).
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
- Κι όμως, είμαι σίγουρη ότι πρέπει να υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι εδώ γύρω, Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς. ΄Ηρθα ειδικά για να τους συναντήσω.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Κινδυνεύετε τότε να απογοητευθείτε, κυρία μου. Δείτε, για παράδειγμα, τον Κόλια. Είναι καμηλοπάρδαλη. Και τον Αλεξέι. ΄Εχει κάτι από ελέφαντα. Και τον ΄Οσια. Είναι λίγο ώς πολύ σκίουρος. Κι εδώ είναι ένας μυρμηγκοφάγος, μια γαζέλα και ένα λάμα. Ακόμα και ο σύντροφος Γκορτκώφ έχει κάτι από ύαινα. Ο σύντροφος Τρότσκι είναι απλώς κόπανος. Και σε τελευταία ανάλυση, ποιος είναι ο πιο μεγάλος απ' όλους τους τράγους; (Σοκαρισμένη σιωπή). Μα, ο Μαγιακόφσκι, βέβαια. (Ανακούφιση, γέλια).
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Λοιπόν, αγαπητοί μας φίλοι, ο Βολόντια έχει δίκιο, όπως πάντα. Είμαστε όλοι μέρος του υπέροχου τσίρκου του. Μια επανάσταση χωρίς ποιητή είναι απλώς ποδοβολητό άγριων ζώων και ο Βολόντια είναι ο ποιητής μας. ΄Εδωσε τα πάντα, όλο τον απέραντο, γενναιόδωρο χυμό του, για να φτιαχτεί μια επανάσταση αντρών...
ΛΙΛΗ
- Και γυναικών.
ΡΟΝΤΣΕΝΚΟ
- Ιδίως γυναικών (Γέλια).
ΑΣΕΓΙΕΦ
- ΄Εδωσε λαρύγγι και τραγούδι στην ανθρώπινη δικαιοσύνη. (Υψώνει το ποτήρι του. Τον μιμούνται όλοι).
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ
- Λόγο! Λόγο!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Οχι, πράγματι, δεν... (Βήχει).
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ
- Ναι, ναι, έλα!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ έχει μια κρίση βήχα. Κουνάει το χέρι του αρνητικά.
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Εντάξει, Βολόντια, ένα ποίημα τότε.
ΦΩΝΕΣ
- Ναι, ναι! Τουλάχιστον, ένα ποίημα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Λίλισκα, μου βάζεις λίγο τσάι; (Η Λίλη κάνει αυτό που της ζητά).
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Δεν μπορείς να μας αρνηθείς ακόμα και το ποιήμα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Λυπάμαι. Δεν έχω τίποτα καινούργιο.
ΚΑΜΕΝΣΚΙ
- Κάτι παλιό τότε.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- ΄Οχι, όχι, δεν υπάρχει πια τίποτα ενδιαφέρον σ' αυτά...
ΝΟΡΑ
- (Επιτακτικά). Σε παρακαλώ, Βολόντια, μη χαλάς τη γιορτή.
Ο Μαγιακόφσκι κοιτάζει ερωτηματικά τη ΝΟΡΑ και περιφέρεται ανάμεσα στους καλεσμένους, κρατώντας το φλυτζάνι με το τσάι του και απαγγέλοντας:
Γκριμπ,
Γκραμπ,
Γκρομπ,
Γκρουμπ,
Γκριμπ,
Γκραμπ,
Γκρομπ,
Γκρουμπ.
Ανεμοσουρωμένος,
παγοπόδετος,
γλιστράει ο Κουζνέτσκι.
Πάνω στα καπούλια του
πέφτει ένα άλογο,
πάνω στο χιόνι
γέρνει στο πλευρό.
Ωρύεται ο Κουζνέτσκι.
Γιουχάρει ο Κουζνέτσκι.
"΄Ενα άλογο έπεσε,
ένα άλογο έπεσε,
κάτω έχει ξαπλώσει".
Κι ο δρόμος συνεχίζει
με την ανθρωποπλημμύρα του.
Πλησίασα
και κοίταξα
σ' εκείνα τα αλογίσια μάτια
μια μια οι σταγόνες
κύλησαν στην αλογίσια μούρη
και χάθηκαν σ' εκείνο το αλογίσιο τρίχωμα.
΄Αλογο, μη κλαίς.
΄Αλογο, άκουσέ με.
Μην και θαρρείς πως είσαι
Χειρότερο απ' αυτούς;
Καλό μου αλογάκι,
ο καθένας μας είναι λιγάκι άλογο
ο καθένας ένα άλογο με τον τρόπο του.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ γυρίζει την πλάτη του στους ηθοποιούς και βγαίνει αργά. Οι υπόλοιποι μένουν πίσω σιωπηλοί. Τα φώτα σβήνουν αργά.
Σκηνή IV
Γιάλτα. ΄Ενα λιτά διακοσμημένο δωμάτιο ξενοδοχείου. Απ' το ταβάνι κρέμεται ένας γυμνός γλόμπος. ΄Ενας ανεμιστήρας περιστρέφεται αδιάφορα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στέκεται στο κέντρο της σκηνής, με παντελόνι, φανέλα και παντόφλες. Κρατά ένα ποτήρι νερό. Το κεφάλι του είναι ξυρισμένο. Δίπλα του στέκεται ο ΛΑΒΟΥΤ. Είναι κοντός και φορά κοστούμι. Το κολλάρο του είναι χαλαρωμένο. Κρατά μια πετσέτα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Το 'βρασες αυτό; (Μυρίζει το ποτήρι και κάνει μια γκριμάτσα. Σηκώνει το ποτήρι κόντρα στο φως). Φύκια! (Κοιτάζει για λίγο το ποτήρι και το ακουμπάει με δύναμη στο τραπέζι). Είχαμε καμιά απάντηση;
ΛΑΒΟΥΤ
- ΄Οχι, Βολόντια. Πώς πάει ο λαιμός σου;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ξέρεις τί μου θυμίζουν τα τηλεγραφεία; Πνευματιστικά τραπεζάκια. (Χτυπά το ποτήρι μ' ένα κουτάλι). Τα-τα-τατα-τατα... Βαλς φαντασμάτων. Αραιός αέρας που αγκαλιάζει αραιό αέρα. Τί ώρα φεύγουμε απόψε;
ΛΑΒΟΥΤ
- Στις οκτώ.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ χτυπά το ποτήρι δυο φορές δυνατά και έπειτα δυο φορές μαλακά. Αμέσως μετά, ακούγονται δυο κοφτά χτυπήματα στην πόρτα.
ΛΑΒΟΥΤ
- Το μπάνιο σου είναι έτοιμο. ΄Ελα!
Εμφανίζεται μια ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ με ζεστό νερό, σαπούνι, πετσέτες και βούρτσα. Βλέπει ξαφνιασμένη το ΛΑΒΟΥΤ και το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ να βγάζουν από ένα μπαούλο μια λαστιχένια μπανιέρα και ν' αρχίζουν να τη φουσκώνουν.
ΛΑΒΟΥΤ
- Ακούμπησέ τα εδώ, σε παρακαλώ. Ευχαριστώ. (Της δίνει ένα νόμισμα). Μπορείς να πηγαίνεις, συντρόφισσα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί συμβαίνει; Δεν έχεις ξαναδεί ποτέ άνθρωπο να φουσκώνει κάτι; Πώς σε λένε;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
- Μαρία.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Λοιπόν, Μαρία, αν σκοπεύεις να μείνεις, θα πρέπει να δραστηριοποιηθείς. Φέρε εδώ το νερό. Και τη βούρτσα.
Η ΜΑΡΙΑ κινείται μηχανικά, εντυπωσιασμένη ακόμα από τη μπανιέρα.
- Πόσο χρονών είσαι, παιδί μου;
ΜΑΡΙΑ
- Δεκαεννιά.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεκαεννιά. Θα πίστευες ποτέ ότι υπάρχει ακόμα αυτό το νούμερο, Λαβούτ; (Προς τη ΜΑΡΙΑ). Ξέρεις πόσο χρονών είμαι εγώ; Εκατό. Δεν το πιστεύεις; Είμαι το φάντασμα του Πούσκιν, φουσκωμένο με λίγο ζεστό αέρα, όπως είναι όλα τα πράγματα σήμερα. Θα με βοηθήσεις να κάνω μπάνιο;
Η ΜΑΡΙΑ ρίχνει μέσα στη μπανιέρα ένα κομμάτι σαπούνι. Πισωπατεί προς την πόρτα.
- Ω, μην ανησυχείς. Θα φερθώ με απόλυτη αξιοπρέπεια. Πάβια, πού είναι η ρόμπα μου;
Ο ΛΑΒΟΥΤ του δίνει μια μεταξωτή ρόμπα. Η ΜΑΡΙΑ πλησιάζει λίγο.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Αμήχανος, λόγω της χλιδής της ρόμπας). Ε, είναι -- από το Παρίσι. Το Παρίσι, καταλαβαίνεις; (Η ΜΑΡΙΑ δεν καταλαβαίνει). Το Παρίσι είναι ένα μέρος όπου τα πάντα είναι φτιαγμένα από μετάξι. (Παύση). Δεν μπορείς ν' αγοράσεις τίποτα άλλο. (Κάνει ένα βήμα προς την κατεύθυνση της ΜΑΡΙΑΣ). Πιάσ' το. (Η ΜΑΡΙΑ απλώνει διστακτικά το χέρι της. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ παίρνει τα δάχτυλα της και τα ακουμπαει πάνω στη ρόμπα. Με το που ακουμπάει τη ρόμπα, της κόβεται η ανάσα, τραβάει γρήγορα το χέρι της και κάνει πάλι προς τα πίσω). Η αγάπη μας δεν είναι του κόσμου τούτου, Μαρία. (Βάζει δυο νομίσματα στην παλάμη της ). Πάρε. Φέρε μου ένα ποτήρι βραστό νερό, έτσι; Πολύ ζεστό. Και ένα πιάτο με αλάτι. (Της κλείνει την παλάμη με τα νομίσματα). ΄Αντε.
Ο ΛΑΒΟΥΤ έχει ετοιμάσει το μπάνιο. Βγάζει ένα μεγάλο παραβάν και τακτοποιεί τις πετσέτες στο πάνω μέρος του. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ γδύνεται πίσω από το παραβάν και μπαίνει μέσα στη μπανιέρα.
- Καθόλου κακή η μικρή Σαρλότ Κορντέ, τί λες κι εσύ, Πάβια; Καλό κομμάτι για τον αντιπρόσωπο του λαού. Θα της άρεσε αρκετά το Παρίσι, δεν νομίζεις;
ΛΑΒΟΥΤ
- Σταμάτα να μιλάς. Δεν μ' αρέσει ν' ακούω τη φωνή σου.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πες κάτι πρωτότυπο, δεν μπορείς; (Τον πιάνει ένας παροξυσμός βήχα).
ΛΑΒΟΥΤ
- Βλέπεις τί εννοώ; (Παύση). Να στείλω άλλο τηλεγράφημα;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Αποκαρδιωμένα). Αν έχεις την ευγενή καλωσύνη.
Ο ΛΑΒΟΥΤ βγαίνει. Ακούγεται ένας χτύπος στην πόρτα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Εμπρός.
Μπαίνει ντροπαλά η ΜΑΡΙΑ, κρατώντας ένα δίσκο με αλάτι και νερό και μια μικρή λεκάνη.
- Ποιος είναι;
Η ΜΑΡΙΑ προχωράει, φέρνοντας τον δίσκο στον ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. Ακολουθεί μια σιγανή συνομιλία, αθέατη λόγω του παραβάν. Βγαίνει γρήγορα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ αναστενάζει βαθιά. Αρχίζει να κάνει γαργάρες, φτύνοντας στη λεκάνη. Τα φώτα σβήνουν.

Σκηνή V
Ανάβουν γρήγορα τα μισά φώτα, ένας προβολέας φωτίζει τη μπανιέρα και το παραβάν. Η μπανιέρα αρχίζει να περιστρέφεται αργά. Μπαίνουν η ΜΑΡΙΑ και ο ΛΑΒΟΥΤ. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ σηκώνει τελετουργικά τα χέρια καθώς η ΜΑΡΙΑ τον σκουπίζει. ΄Ένα πούρο είναι σφηνωμένο στα δόντια του. Ο ΛΑΒΟΥΤ του κρατάει τη ρόμπα, ώσπου να τη φορέσει. Η μπανιέρα περιστρέφεται πάλι. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, χωρίς πούρο, βγαίνει απ' τη μπανιέρα. Φοράει τη ρόμπα του και παντόφλες. Ακούγεται ο απόηχος χειροκροτημάτων, σαν μακρινός φλοίσβος. Αριστερά και δεξιά, δυο μεγάλες υφασμάτινες αφίσες πέφτουν κάτω με πάταγο. Δείχνουν δυο πανομοιότυπες εικόνες του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, με εργατική τραγιάσκα, να κοιτάζει με μια έντονη, προκλητική έκφραση στο πρόσωπο. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ παίρνει την ίδια έκφραση κοιτώντας το κοινό. Καθώς αρχίζει να μιλάει, το πρόσωπο του μαλακώνει.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Σύντροφοι! Είμαι ευτυχισμένος, Βαθιά ευτυχισμένος που είμαι σήμερα ανάμεσά σας, που βλέπω τόσους εργάτες και φοιτητές να χτίζουν το σοσιαλισμό. Αυτό είναι το κοινό στο οποίο θέλω να απευθύνομαι, αυτό είναι το μόνο κοινό στο οποίο θέλησα ποτέ ν' απευθυνθώ, το κοινό του μέλλοντος. ΄Ηρθα κοντά σας απόψε άρρωστος, αλλά θα προσπαθήσω να σας διαβάσω όσο καλύτερα μπορώ. Κανένας εργάτης δεν πρέπει ν' αποφεύγει τα καθήκοντά του. Τα δικά μου είναι διαφορετικά από τα δικά σας, αλλά αποβλέπουν στον ίδιο στόχο. ΄Οταν θα μάθετε να χρησιμοποιείτε την ποίηση εξίσου φυσικά όσο κι ένα πηρούνι, όταν θα καταλάβετε ότι και τα δυο πρέπει να είναι φτιαγμένα από καθαρό μέταλλο, τότε το έργο μου θα έχει ολοκληρωθεί. (Βήχει δυνατά). Σας παρακαλώ να συγχωρήσετε τις ανωμαλίες της φωνής μου. ΄Εχει κάποιο πρόβλημα ο λαιμός μου. ΄Ισως να αναγκαστώ να σταματήσω για καιρό τις δημόσιες αναγνώσεις. ΄Ισως αυτό να είναι το τελευταίο μου βράδι. Ποιος ξέρει; Αλλά είναι καλύτερα να μοιράσει κανείς έστω και λίγο ψωμί απ' το να μη δώσει τίποτα.
Σύντροφοι κληρονόμοι,
σύντροφοι απόγονοι:
Αναδιφώντας τα σκατά
αυτών των κατασκότεινων νεκρών αιώνων,
΄Ισως
να αναρωτηθείτε,
για το Μαγιακόφσκι,
Εμένα.
Πείτε λοιπόν
πως ήρθα για ν' αντλήσω το νερό
και να καθαρίσω τους βόθρους
της Επανάστασής μας.
Ανακληθείς στα πρόσω
από το περιβόλι των Μουσών,
σμιλεύω το μελλοντικό μου ανδριάντα
όχι σ' ένα ροδόκηπο,
αλλά σ' εκείνη την πλατεία
όπου πουτάνες και φρικιά
αφήσανε τα χτικιασμένα τους πλεμόνια
σε αιματηρές ροχάλες,
και ξάπλωναν αντάμα με έλκη συφιλιδικά...
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ διακόπτεται από απρόσωπες κραυγές: "Ντροπή! Ντροπή!" "Σταματήστε τον!" "΄Όχι..."
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Σύντροφοι, θ' απαντήσω σ' όλες τις ερωτήσεις. Σας παρακαλώ, μη φωνάζετε.
ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ
- Οι εκφράσεις αυτές είναι βρώμικες, άσεμνες. Δεν είναι εκφράσεις για ποίηση.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πώς ξέρεις ποιες εκφράσεις είναι κατάλληλες για την ποίηση, σύντροφε; ΄Εχεις γράψει ποτέ σου ποίηση; Δεν υπάρχουν βρώμικές λέξεις. Μόνο τα γεγονότα είναι βρώμικα.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ
- Είπες ότι η ποίηση είναι σαν ένα πηρούνι. Τί σχέση έχει η ποίηση με το πηρούνι;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Και τα δυο έχουν μεγάλα δόντια. Και τα δυο σχετίζονται με την τροφή. Και τα δυο μπορούν να πληγώσουν τους ανθρώπους που δεν ξέρουν να τα χειριστούν σωστά.
ΤΡΙΤΗ ΦΩΝΗ
- Αυτή είναι αστική στάση. Οι εργάτες δεν καταλαβαίνουν το Μαγιακόφσκι. Το μόνο που θέλει είναι να τους κάνει να αισθάνονται αδαείς για να νιώθει αυτός ανώτερος.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Σύντροφοι, δεν είναι καθόλου ευγενικό αυτό που λέτε. Τα λόγια σας με πληγώνουν βαθιά. ΄Ολα μου τα ποιήματα είναι γραμμένα για τις μάζες. Δεν υπάρχει τίποτα σ' αυτά που να μη μπορεί να το καταλάβει ένας εργάτης...
ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ
- Σοβαρά; Για άκου αυτό εδώ: "΄Αλειψα τα κουρέλια του καθεμέρα / με χρώμα απ' τον πάτο ενός κρασοπότηρου / σ' ένα πιάτο με πηχτή έδειξα / τα μάγουλα του ωκεανού / από αστραφτερά λέπια ψαριών έβγαλα / ένα μήνυμα νέο, αν και βουβό. / Κι εσύ -- μήπως μπορείς να παίξεις νυκτερινή μουσική / στο φλάουτο ενός νεροσωλήνα;" Τί μπορεί να σημαίνουν αυτοί οι στίχοι για έναν εργάτη; Παρακμιακά αστικά σκουπίδια! Δεν έχει τίποτα άλλο παρά μόνο Εγώ, Εγώ, Εγώ! Τί σχέση έχουν όλα αυτά με την Επανάσταση; Κρίνετε μόνοι σας, σύντροφοι!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν μπορείς να απομονώνεις φράσεις και εικόνες, χωρίς ν'αναφέρεις τα συμφραζόμενα. Στο στόμα ενός παλαβού, τα πάντα ακούγονται γελοία.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ
- Επιμένεις, λοιπόν, ότι όλα όσα γράφεις είναι προσιτά στο λαό;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν προϋποθέτω ότι οι εργάτες είναι αδαείς, όπως εσείς. Είναι αρκετά έξυπνοι για να κάνουν την πρώτη λαϊκή επανάσταση της παγκόσμιας ιστορίας -- ή το 'χετε μήπως ξεχάσει;
ΤΡΙΤΗ ΦΩΝΗ
- Ναι -- και γι' αυτό ακριβώς απορρίπτουν τον αστικό εγωτισμό.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Σφίγγοντας τις γροθιές του, μιλώντας αργά και καθαρά). Τα ποιήματά μου δεν έχουν τίποτα το αστικό.
Σύντομη σιωπή. ΄Υστερα, γρήγορα:
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ
- Γιατί φοράς αυτή την κόκκινη ρόμπα;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Γιατί φοράς αυτή τη ροζ μπλούζα;
ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΩΝΗ
- Λένε ότι είσαι γυναικάς.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Λέω ότι το μισό ανθρώπινο είδος αποτελείται από γυναίκες και ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να τις αγνοούμε.
ΠΕΜΠΤΗ ΦΩΝΗ
- Γιατι οδηγείς ιδιωτικό αυτοκίνητο;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Γιατί είμαι πολύ ψηλός και δεν χωράω στο λεωφορείο.
ΕΚΤΗ ΦΩΝΗ
- Γιατι δεν έγινες ποτέ μέλος του Κόμματος;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Με φωνή αλλοιωμένη). Φαίνεται ότι έχω αποκτήσει πολλές συνήθειες που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την οργανωμένη δράση. Επίσης, φαίνεται ότι δεν είμαι δημοφιλής. Οι ψείρες τρελλαίνονται να σέρνονται πάνω μου.
ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ
- ΄Ωστε μας περιφρονείς!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Βαριεστημένα). Δεν περιφρονώ κανένα.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ
- Δημαγωγέ!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Γυρίζοντας απότομα). Ποιος μ' αποκάλεσε έτσι;
ΤΡΙΤΗ ΦΩΝΗ
- Εγώ!
ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΩΝΗ
- Κι εγώ!
ΠΕΜΠΤΗ ΦΩΝΗ
- Κι εγώ!
Καθώς η κατηγορία επαναλαμβάνεται, καθίσταται φανερό ότι οι ΦΩΝΕΣ προέρχονται από ανθρώπινες ΦΙΓΟΥΡΕΣ που κάθονται μπροστά από τη σκηνή. Η κάθε ΦΙΓΟΥΡΑ φορά μια μάσκα ίδια με το πρόσωπο του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στην αφίσα. ΄Ολες φορούν ήδη πανομοιότυπες κάπες. Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΙΓΟΥΡΑ φορά μια μάσκα με το πρόσωπο της ΛΙΛΗ.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Προκλητικά). ΄Ωστε οι ύαινες βγήκαν να κυνηγήσουν σε αγέλη. Πολύ καλά, για ελάτε κοντά στο φως, να σας δω καλύτερα. Πιο κοντά, αν τολμάτε.
Οι ΜΑΣΚΟΦΟΡΕΜΕΝΕΣ ΦΙΓΟΥΡΕΣ πλησιάζουν. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ χλωμιάζει βλέποντάς τες, αλλά παραμένει αποφασιστικός. Είναι ωστόσο προφανές ότι τον έχει κλονίσει η εικόνα της ΛΙΛΗ.
-΄Ωστε έτσι έχουν τα πράγματα. Εντάξει -- ποιος από σας θέλει να μιλήσει;
Οι ΦΙΓΟΥΡΕΣ περιβάλλουν τώρα τη σκηνή. Μ' ένα ξαφνικό ευκίνητο άλμα -- σαν άλμα ζώου -- η πρώτη φιγούρα ανεβαίνει στη σκηνή. Είναι τόσο ψηλή όσο κι ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ.
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Είναι σωστό να κοιτάζει κανείς κατάματα τους κατηγόρους του, σύντροφε Μαγιακόφσκι. ΄Εχεις πολύ δυνατή φωνη -- όλοι το ξέρουμε αυτό. Αυτή η δυνατή σου φωνή σκέπασε πολλές άλλες φωνές που είχαν καλύτερα πράγματα να πουν. ΄Ηταν πολύ δυνατή για πολύ καιρό και δεν είναι καθόλου περίεργο που τελικά βράχνιασε. Ειλικρινά όμως, μερικοί από μας την εύρισκαν ήδη κουραστική από την αρχή.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Με αποκάλεσες (αναπνέει με κοφτές ανάσες, συνέρχεται), με αποκάλεσες δημαγωγό.
Οι άλλες ΦΙΓΟΥΡΕΣ ανεβαίνουν κι αυτές σιγά-σιγά στη σκηνή.
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Από την αρχή, προσπάθησες να γίνεις ένα με τις μάζες -- εσύ, ο ειδικός Μωυσής τους! Και ποιος σου όρισε μια τέτοια μεσσιανική αποστολή; Ποια πράξη της Κεντρικής Επιτροπής σε κατέστησε ταυτόχρονα αντιπρόσωπο του λαού και βραβευμένο ποιητή; Εσύ, που δεν θεωρήθηκες ποτέ κατάληλος για να γίνεις μέλος του Κόμματος -- ή ίσως που δεν έγινες ποτέ δεκτός;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Αυτό είναι ψέμμα!
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Δεν είναι ψέμμα. Είναι γεγονός ότι δεν είσαι μέλος του Κόμματος.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πώς τολμάτε να μου κάνετε κήρυγμα!
ΤΡΙΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Δεν δέχεσαι καθόλου κριτικές, σύντροφε. Ούτε φαίνεται να ενδιαφέρεσαι πολύ για τα γεγονότα, εκτός αν σ' εξυπηρετούν.
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Αυτό είναι θέμα για συζήτηση, σύντροφε. Οι άνθρωποι που αρέσκονται στο να μιλούν και να απαιτούν να μιλούν στο όνομα των υπολοίπων, αλλά ταυτόχρονα δεν δέχονται κριτικές γιατί είναι παρά πολύ ευαίσθητοι και δεν δέχονται την κομματική πειθαρχία γιατί είναι παρά πολύ εκκεντρικοί στις συνήθειές τους, οι άνθρωποι αυτοί μπορεί τελικά να καταλήγουν να μη ξέρουν τι λένε. Δεν είναι μόνο γεγονός ότι έχεις περιφρονήσει το Κόμμα...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν έχω περιφρονήσει το Κόμμα!
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- ...αλλά και ότι έχεις περιφρονήσει και τους συντρόφους σου, το Ρωσικό Σωματείο Προλεταριακών Συγγραφέων. Πώς είναι δυνατό να ισχυρίζεσαι ότι μιλάς στο όνομα του προλεταριάτου και ταυτόχρονα να αρνείσαι την κοινωνία των προλεταριακών συγγραφέων;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Γιατί προτιμώ να μην κουρνιάζω πάνω σ' ένα σωρό κοπριές.
ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Τέλειο δείγμα της νοοτροπίας του!
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Λυπηρό. Γιατί το ταλέντο που είχες -- και ξαναλέω, είχες -- θα μπορούσε να είχε τεθεί στην υπηρεσία της Επανάστασης και όχι σ' αυτή ενός άστατου ατομικισμού. Ποτέ όμως δεν μπορείς να υπερβείς τις αστικές σου ρίζες...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πάλι λες ψέμματα! Ο πατέρας μου ήταν χωρικός, ένας εργάτης...
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Ναι, βέβαια, το έχουμε ακούσει όλοι μας στην περίφημη αυτοβιογραφία σου. Εννοώ τις πολιτιστικές σου ρίζες. Ο Εσένιν γεννήθηκε εξίσου φτωχός μ' εσένα, αν όχι φτωχότερος. Αλλά δεν εγκατέλειψε ποτέ το λαό...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Και πώς χαρακτηρίζεις την αυτοκτονία; Η αυτοκτονία είναι η έσχατη λιποταξία.
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- ...δεν τον εγκατέλειψε ποτέ στην τέχνη του. Και ο λαός τον αγαπούσε γι' αυτό το λόγο. Δεν πήγε στο Παρίσι ούτε είχε φιλενάδες στο Βερολίνο. ΄Εζησε χωρίς ακριβά αυτοκίνητα και χρυσές πένες. Τα πουκάμισά του ήταν από τίμια μουσελίνα και όχι από μετάξι. Δεν είχε ανάγκη να στριφογυρίζει κάποιο μπαστούνι, σαν φτηνός ιμπρεσάριος. Αλλά, πάνω απ' όλα, η τέχνη του ήταν αγνή, καθαρή, δίπλα στην ψυχή του λαού, στις ελπίδες του, στα αισθήματα του...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ασ' τον ήσυχο. ΄Ηταν ένα αγόρι που προσπάθησε να πιεί σαν άντρας.
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- ...κι έτσι δεν χωρίστηκε ποτέ απ' το λαό. Ούτε και όταν πέθανε.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πολύ ενδιαφέρον. Αλλά, χωρίς να θέλω να φανώ ασεβής προς τον Εσένιν, του οποίου το όνομα συνεχίζω πάντα να τιμώ, νομίζω ότι είμαστε εδώ για ν' ακούσουμε κάποια ποιήματα και, με την "άδειά" σας βέβαια, θα συνεχίσουμε μ' αυτά.
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Κάνεις λάθος, σύντροφε Μαγιακόφσκι. Δεν είμαστε εδώ για ν' ακούσουμε τα ποιήματά σου. Είμαστε εδώ για να μάθουμε τι συμβαίνει με το λαιμό σου.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (΄Εκπληκτος). Τί εννοείτε;
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Μας λες ότι ο λαιμός σου είναι άρρωστος, ότι ίσως να μη ξαναδιαβάσεις πια ποτέ για μας. Θέλουμε να μάθουμε τα πάντα γι' αυτή την αρρώστια. Να σου κάνω τη διάγνωσή μου, σύντροφε; Νομίζω ότι είσαι άρρωστος από... τον ίδιο σου τον εαυτό. Επί είκοσι χρόνια προσπαθείς να γράψεις ποίηση χρησιμοποιώντας μόνο τρία από τα γράμματα του αλφαβήτου -- ε-γ-ώ. Ο Μαγιακόφσκι και ο ήλιος, ο Μαγιακόφσκι και το φεγγάρι, ο Μαγιακόφσκι και η Επανάσταση. Τα πάντα πάνω στη γη πρέπει να έρθουν στα μέτρα του Μαγιακόφσκι, έτσι ώστε στο τέλος, όπου και να κοιτάξουμε να μην μπορούμε να δούμε τίποτα άλλο πέρα απ' το Μαγιακόφσκι.
Οι άλλες ΦΙΓΟΥΡΕΣ μαζεύονται σιωπηλά γύρω απ' το ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. Αυτός κοιτάζει γύρω του αφηρημένα και, βλεποντας τη μορφή της ΛΙΛΗ, την αρπάζει από το μπράτσο.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Λίλη -- πολυαγαπημένη -- είναι αλήθεια, αυτό που λένε; Είναι αλήθεια;
ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΗΣ ΛΙΛΗ
- Σύντροφε, εγώ... δεν ξέρω τι εννοείς. Σου ζητώ συγγνώμη. (Ξεφεύγει από τα χέρια του και τρίβει το μπράτσο της).
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- Να γιατί, σύντροφε Μαγιακόφσκι, δεν σημαίνεις τίποτα για τις μάζες -- γιατί δεν σημαίνεις τίποτα για σένα τον ίδιο. Να γιατί είσαι δημαγωγός, ένας κούφιος τσαρλατάνος με μια τσάντα γεμάτη φτηνά ποιητικά κόλπα. Λες ότι η δουλειά σου αφορά το μέλλον -- λοιπόν, το μέλλον θα φροντίσει μόνο του τον εαυτό του. Εγώ, όμως, σου λέω ότι δεν έχεις τίποτα να κάνεις με το παρόν μας. Το λέω και το ξέρεις. Μαγιακόφσκι, είσαι τελειωμένος. Αυτοί οι άνθρωποι (δείχνει το κοινό), δεν σε χρειάζονται. Δεν έχεις να τους προσφέρεις τίποτα άλλο πέρα απ' τον ίδιο σου τον εαυτό -- ακριβώς αυτό που αποφεύγεις.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μπράβο. (Σφίγγει το χέρι της πρώτης φιγούρας). Τα 'πες πολύ καλά, πράγματι. Είσαι καλύτερος δημαγωγός από μένα, με τα ψέμματα σου κάνεις ακόμα και το Διάβολο να ντρέπεται. Θα σου απαντήσω, όμως, μ' ένα ποίημα. (Ετοιμάζεται ν' απαγγείλει).
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- ΄Οχι, σύντροφε Μαγιακόφσκι, δεν θα ξαναδιαβάσεις πια ποιήματα. Η παράστασή σου τελείωσε.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Εγώ, σε άκουσα. Τώρα, θα μ' ακούσεις κι εσύ.
ΠΡΩΤΗ ΦΙΓΟΥΡΑ
- ΄Οχι, Μαγιακόφσκι, τελείωσαν τα πάντα. Σύντροφοι! Γιουχάρετε τον!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Με βροντερή φωνή). Δεν γεννήθηκε ακόμη αυτός που θα με γιουχάρει!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ αρχίζει να γυρίζει γύρω-γύρω, διασκορπίζοντας τις φιγούρες με τις κινήσεις των χεριών του. Μόνος, φωτισμένος από ένα προβολέα, απαγγέλει:
Ο στίχος μου θα φτάσει σ' εσάς,
πάνω από τις βουνοκορφές των αιώνων,
πάνω από τα κεφάλια
κυβερνητών και ποιητάδων.
Θα φτάσει ο στίχος μου,
όχι σα βέλος
στη φαρέτρα ενός ερωτιδέα
όχι όπως φτάνει νόμισμα παλιό
στα χέρια νομισματολόγου
όχι όπως φτάνει ώς εσάς το φως σβησμένων άστρων,
αλλά αγχωμένος, ιδρωμένος,
σπάζοντας τους βράχους των αιώνων,
για να επιβάλει μόνος του τον εαυτό του,
χοντροκομμένος,
άγαρμπος,
χειροπιαστός,
όπως στις μέρες μας φτάνει υδραγωγείο
θεμελιωμένο στις πλάτες Ρωμαίων δούλων.
Όταν σε κάποιο σκονισμένο σωρό βιβλίων
ανακαλύψετε αυτούς τους σιδερένιους στίχους,
αγγίξτε τους με δέος,
όπως θα κάνατε
με κάποιο φοβερό
αρχαίο
όπλο.
Όταν μια μέρα εμφανιστώ
ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής
των φωτεινών αιώνων που έρχονται
θα σηκώσω ψηλά,
σαν ταυτότητα κομματική,
και τους εκατό τόμους
των κομματικών μου
βιβλίων!
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ κοιτάζει το κοινό έχοντας το ένα του χέρι σηκωμένο. Μένει ακίνητος. Τα φώτα σβήνουν.

Σκηνή VI
Μεσάνυχτα στο διαμέρισμα του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ στην οδό Λιουμπιάνσκι. Ο ΑΣΕΓΙΕΦ και ο ΚΑΤΑΓΙΕΦ έχουν βγάλει τα σακάκια τους. Πάνω στο τραπέζι υπάρχουν τα υπολείμματα ενός αργοπορημένου δείπνου. Μια παρτίδα χαρτιά είναι παρατημένη στη μέση. Στα δεξιά, μια σκοτεινή κρεβατοκάμαρα. Στ' αριστερά, στέκεται ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πλένοντας τα χέρια του. Τα σαπουνίζει προσεκτικά, τα ξεπλένει, ελέγχει το αποτέλεσμα και ξαναρχίζει. Φορά ένα λεκιασμένο σακάκι σμόκιν κι ένα χοντρό κασκόλ γύρω απ' το λαιμό του.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Κανείς δεν καταλαβαίνει τι σου 'ρθε να το κάνεις αυτό.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (΄Υστερα από μεγάλη σιωπή, με χαμηλή φωνη). Ας μη καταλάβει λοιπόν κανείς.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Για όνομα του Θεού, Βολόντια, ύστερα από τόσα χρόνια!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Ακόμα πιο χαμηλά). Δεν γινόταν αλλιώς.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Μα, τί στο καλό έλπιζες ότι θα κερδίσεις;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Να κερδίσω;
ΚΑΤΑΓΙΕΦ
- Φτάνει, εσείς εκεί. Πότε θα έρθετε να συνεχίσουμε το παιγνίδι;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τί ώρα είναι;
ΚΑΤΑΓΙΕΦ
- Δώδεκα παρά τέταρτο.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ σηκώνει το κεφάλι, με μια έκφραση βουβής αγωνίας.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Γιατί έπλενες τα χέρια σου τόσο προσεκτικά;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Προσπαθώ να βγάλω από πάνω μου κάποιες χειραψίες.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Αυτός ο φουκαράς ο ανθρωπάκος με το λιγδιασμένο κοστούμι να σου κάνει μάθημα για τη σοσιαλιστική ποίηση! Ν' ανοίγει το μικρό, φτηνιάρικο χαρτοφύλακά του, σαν πλασιέ εσωρρούχων που δείχνει την πραμάτεια του...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Κοιτώντας τα χέρια του). Μερικές φορές, μαθαίνει κανείς πολλά από τέτοια λιγδιάρικα ανθρωπάκια. (Πλένει ξανά τα χέρια του.)
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Κι αυτός ο χοντρο-΄Αβερμπαχ, που καθόταν στην καρέκλα του σαν τον Πάπα όταν δίνει άφεση αμαρτιών... Τη φαντάζομαι τη σκηνή.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Δεν ήταν τόσο άσχημα όσο νομίζεις.
ΚΑΤΑΓΙΕΦ
- ΄Ηταν χειρότερα;
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Και το πώς κουρνιάζουν όλοι γύρω από τη Μόσχα... Επιτέλους, ο σύντροφος Μαγιακόφσκι έγινε μέλος των Προλεταριακών μας Συγγραφέων. Τώρα, το μεγάλο ταλέντο του θα τεθεί στην υπηρεσία της Επανάστασης...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ασε, Κόλια. (Σταματά να πλένει τα χέρια του, τα κοιτάζει και τα σκουπίζει). Δεν είναι τόσο απλό. Δεν μπορεί κανείς να μένει για πάντα μόνος.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- (Βαθιά πληγωμένος). ΄Ησουν μόνος μαζί μας;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Αρπάζοντας απότομα το μπαστούνι του και χτυπώντας βίαια τη ράχη μιας καρέκλας). Μ' αγαπά, δεν μ'αγαπά! Ξέρει τι ώρα είναι, δεν ξέρει τι ώρα είναι!
ΚΑΤΑΓΙΕΦ
- (Ψύχραιμα). ΄Ελα καλύτερα να παίξεις χαρτιά.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Παίξε μόνος σου.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ διασχίζει τη σκηνή και μπαίνει στη σκοτεινή κρεβατοκάμαρα, με το κασκόλ του να σέρνεται στο πάτωμα. Στέκεται στη μέση του δωματίου, αναβοσβήνοντας το φως. Τελικά, αφήνει το φως αναμμένο και, μένοντας μόνο με τη φανέλα και τις τιράντες, ξυρίζεται προσεκτικά, κοιτάζοντας το κοινό, σαν να κοιτάζεται σε καθρέφτη. Ακούγεται ένας χτύπος. Μπαίνει η ΝΟΡΑ.
ΝΟΡΑ
- Γειά σου Κόλια. Γειά σου, Βαλεντίν.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Γειά σου, Νόρα.
Ο ΚΑΤΑΓΙΕΦ σηκώνεται, γνέφει με το κεφάλι. Η ΝΟΡΑ κοιτάζει ερωτηματικά προς την κρεβατοκάμαρα. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, που έσβησε το φως μόλις μπήκε μέσα η ΝΟΡΑ, εμφανίζεται στο κατώφλι του δωματίου, κρατώντας ένα ξυράφι.
ΝΟΡΑ
- Βολόντια, ξέρεις...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πρέπει να είχες πάρα πολλά μπιζαρίσματα απόψε.
ΝΟΡΑ
- Γινόταν μια δεξίωση. Δεν μπορούσα να το αποφύγω.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ούτε να με ειδοποιήσεις.
ΝΟΡΑ
- Δεν ήθελα να καυγαδίσουμε απ' το τηλέφωνο. Τί κάνεις μ' αυτό το ξυράφι;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Θερίζω για σένα τα γκρίζα μου μαλλιά. (Χτυπά το ξυράφι με το δάχτυλο του, αφήνοντας το αίμα να τρέχει στον αντίχειρά του. Το κοιτάζει). Επιτέλους.
ΝΟΡΑ
- Βολόντια, μη γίνεσαι δυσάρεστος.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ναι, πού είναι οι καλοί μου τρόποι; ΄Εχεις αργήσει δυο ώρες και το μόνο που βρίσκω να κάνω είναι να κόψω τον αντίχειρά μου. Σε παρακαλώ, κάθησε.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ πηγαίνει προς το τραπέζι. Η ΝΟΡΑ κάθεται. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ κάθεται απέναντί της. Τυλίγει ξανά το κασκόλ γύρω απ' το λαιμό του.
ΝΟΡΑ
- (Της προσφέρει φαγητό, αλλά αυτή αρνείται). Δεν πεινάω.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ γράφει βιαστικά ένα σημείωμα σ' ένα από τα τραπουλόχαρτα και το δίνει στη ΝΟΡΑ.
ΝΟΡΑ
- Σου ζήτησα συγγνώμη.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ της απαντάει με άλλο τραπουλόχαρτο, πετώντας το προς το μέρος της. Η ΝΟΡΑ του απαντάει με τον ίδιο τρόπο. Η μονομαχία συνεχίζεται τόσο, ώστε εξαντλούνται όλα τα τραπουλόχαρτα. Τότε, κόβουν κομμάτια τη θήκη της τράπουλας, χρησιμοποιούν τις πετσέτες του φαγητού κλπ. Η έκφραση των ανταγωνιστών είναι σφιγμένη και περήφανη, αλλά το πρόσωπο της ΝΟΡΑΣ δείχνει ταυτόχρονα δέος και φόβο.
ΑΣΕΓΙΕΦ
- Λέω να πηγαίνω.
Ο ΚΑΤΑΓΙΕΦ γνέφει και βγαίνει μαζί με τον ΑΣΕΓΙΕΦ.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ και η ΝΟΡΑ συνεχίζουν όπως πριν. Στην τελευταία φράση του ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, η ΝΟΡΑ καλύπτει τα μάτια της. Είναι έτοιμη να βάλει τα κλάμματα.
ΝΟΡΑ
- Τί θες από μένα;
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Τίποτα.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ αγκαλιάζει τη ΝΟΡΑ και την οδηγεί στην κρεβατοκάμαρα. Ακούγονται οι κραυγές τους ενόσω κάνουν έρωτα, αλλά μόνο στο σαλόνι έχει φως. Ησυχία, απόλυτη σιωπή. Ανάβει το φως στην κρεβατοκάμαρα, ταυτόχρονα σβήνει το φως στο σαλόνι. Η ΝΟΡΑ προσπαθεί να ντυθεί.
ΝΟΡΑ
- ΄Εχει ξημερώσει σχεδόν. Πρέπει να πάω σπίτι.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μη φεύγεις.
ΝΟΡΑ
- Πρέπει να είμαι στο θέατρο στις δέκα!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Μην πας στο θέατρο!
ΝΟΡΑ
- Βολόντια, σημαίνει πολλά για μένα. Πρέπει να πάω.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Βρες μια δικαιολογία.
ΝΟΡΑ
- Δεν είσαι δίκαιος μαζί μου.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Βέβαια, είναι φοβερά άδικο το να θέλω να είμαι μαζί σου. (Αρχίζει να ντύνεται).
ΝΟΡΑ
- Λυπάμαι. Δεν μπορεί πια να συζητήσει κανείς μαζί σου.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Γιατί προσπαθείς να με πληγώσεις;
ΝΟΡΑ
- Βολόντια, εγώ -- πνίγομαι! Δεν αφήνεις καθόλου αέρα στη ζωή του άλλου, είναι αδύνατο να αναπνευσει κανείς...
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Θα μείνεις.
ΝΟΡΑ
- ΄Οχι!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ναι!
ΝΟΡΑ
- ΄Οχι!
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Πρέπει!
ΝΟΡΑ
- Βολόντια, φεύγω.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- (Αλλάζοντας ξαφνικά τόνο). Φύγε, τότε.
ΝΟΡΑ
- Θα... θα σου τηλεφωνήσω αργότερα.
ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
- Ναι.
ΝΟΡΑ
- Θα σε δω απόψε;
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ δεν απαντάει. Γυρίζει την πλάτη του στη ΝΟΡΑ, καθώς αυτή μπαίνει στο σαλόνι και παίρνει το παλτό και την τσάντα της. Σταματά για μια στιγμή, κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη.
- Λογικέψου, Βολόντια. Αν μπορούσες να λογικευτείς λίγο, θα είμασταν μια χαρά.
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ παίρνει ένα περίστροφο. Περιστρέφει τον κύλινδρο, βάζει την κάννη στο στόμα του και τραβά τη σκανδάλη. Ακούγεται ένας κούφιος ήχος. Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ αρχίζει να γελάει ενόσω βγαίνει απ' το δεξί άκρο της σκηνής, με το περίστροφο να κρέμεται από τα δάχτυλά του.
ΝΟΡΑ
- Φεύγω.
Η ΝΟΡΑ βγαίνει απ' το αριστερό άκρο της σκηνής. Ακούγεται ένας πυροβολισμός. Η ΝΟΡΑ εμφανίζεται ξανά ουρλιάζοντας. Συνεχίζει να ουρλιάζει καθώς η ΛΙΛΗ, ο ΟΣΙΑ, ο ΑΣΕΓΙΕΦ, ο ΚΑΤΑΓΙΕΦ και όλα τα υπόλοιπα επώνυμα πρόσωπα του έργου μπαίνουν μέσα τρέχοντας. Περιφέρονται, παίρνοντας στάσεις πόνου, έκπληξης, απελπισίας, αλλά μόνο η φωνή της ΝΟΡΑΣ ακουγεται. Μένουν όλοι ακίνητοι. Τα φώτα σβήνουν.
ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου